Υδάτινοι πόροι και υδατική ανάπτυξη

Ανάπτυξη ων υδατίνων πόρων της Κύπρου από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα

Image

Από τα διάφορα υδατικά έργα που βρέθηκαν σε ανασκαφές αρχαίων συνοικισμών, φαίνεται ότι οι κλιματολογικές συνθήκες της Κύπρου δεν έχουν αλλάξει σημαντικά από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα, το δε νησί υπέφερε πάντοτε από έλλειψη νερού και ανομβρίες. Γι’ αυτό οι κάτοικοί του ήσαν αναγκασμένοι να αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρά το πρόβλημα της έλλειψης νερού, προσπαθώντας να εξεύρουν κατάλληλους τρόπους συλλογής, αποθήκευσης και μεταφοράς του για ικανοποίηση των αρδευτικών και υδρευτικών αναγκών τους.

 

Κατά τη Νεολιθική περίοδο (7000-3900 π.Χ.) οι συνοικισμοί κτίζονταν σε μέρη όπου υπήρχαν πηγές που έτρεχαν ολόχρονα ή υπήρχε κοντά ποταμός. Σαν παράδειγμα αναφέρεται ο συνοικισμός της Χοιροκοιτίας ο οποίος προμηθευόταν νερό από τον ποταμό Μαρώνι.

 

Κατά την Πρώιμη και Μέση εποχή του Χαλκού (2500-1650 π.Χ.) οι συνοικισμοί ήσαν κτισμένοι σε ψηλά οχυρωμένα μέρη, για λόγους αυτοπροστασίας. Στους συνοικισμούς αυτούς υπήρχαν πήλινοι και πέτρινοι αγωγοί για το μάζεμα και την αποθήκευση του νερού της βροχής. Κατόπιν οι πόλεις κτίζονταν σε πεδινά μέρη όπου υπήρχε νερό ή σε μέρη όπου θα μπορούσε να βρεθεί υπόγειο νερό. Στις πόλεις εκείνες που αντιμετώπιζαν έλλειψη νερού αναπτύχθηκε πάνω σε οργανωμένη βάση το σύστημα της συλλογής και αποθήκευσης του νερού της βροχής. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της αρχαίας πόλης   Έγκωμης, κοντά στη Σαλαμίνα. Η Έγκωμη φαίνεται να ήταν πυκνοκατοικημένη πόλη με μεγάλες υδρευτικές και αρδευτικές ανάγκες. Το υπόγειο νερό, που αντλείτο από πηγάδια τα οποία άνοιγαν οι κάτοικοι στην περιοχή, δεν αρκούσε για τις ανάγκες της πόλης. Γι’ αυτό υπήρχε οργανωμένο δίκτυο συλλογής νερού της βροχής από κάθε σπίτι. Το νερό μαζευόταν με πήλινους αγωγούς και φυλαγόταν σε ειδικά πηγάδια που ανοίγονταν στην αυλή κάθε σπιτιού.

 

Κατά την Κλασσική, Ελληνιστική και Ρωμαϊκή εποχή (5ος π.Χ.-3ος μ.Χ. αιώνας) η ανάπτυξη των υδατίνων πόρων άρχισε να γίνεται πάνω σε πιο οργανωμένη βάση. Η Κύπρος κατά την εποχή αυτή ήταν πυκνοκατοικημένη και οι αρχές των πόλεων αντιμετώπιζαν πάντα πρόβλημα έλλειψης νερού.   Όσες πόλεις βρίσκονταν κοντά σε πηγές ή ποταμούς διέθεταν κατάλληλα συστήματα αγωγών και υδραγωγείων για τη μεταφορά του νερού. Η κυριότερη πόλη την εποχή αυτή, η Σαλαμίς, παρόλο που δεν ήταν κτισμένη κοντά σε πηγή, προμηθευόταν νερό για υδρευτικούς σκοπούς από το κεφαλόβρυσον της Κυθρέας με αγωγό μήκους 40 περίπου χιλιομέτρων. Από τα εξαιρετικά υδραγωγεία που βρέθηκαν στην πόλη φαίνεται ότι οι γνώσεις της πρακτικής και εφαρμοσμένης υδρολογίας ήσαν πολύ ανεπτυγμένες την εποχή αυτή. Έξω από την πόλη υπήρχε ένα κεντρικό υδραγωγείο από το οποίο διοχετευόταν νερό σε μικρότερα υδραγωγεία απ' όπου με κατάλληλο σύστημα υπόγειων πήλινων αγωγών μεταφερόταν το νερό στους διάφορους τομείς της πόλης. Τεχνικά τέλειο ήταν επίσης το σύστημα διακλάδωσης του κρύου και ζεστού νερού στα λουτρά της πόλης.

 

Κατά τη Βυζαντινή εποχή (330-1191 μ.Χ.) οι πόλεμοι που επικρατούσαν απασχολούσαν τους κατοίκους πολύ περισσότερο απ' ό,τι το πρόβλημα της έλλειψης νερού. Γι’ αυτό δεν υπάρχει ανάπτυξη των υδατίνων πόρων. Οι πόλεις χρησιμοποιούσαν για την ύδρευσή τους παλαιές ελληνιστικές και ρωμαϊκές κατασκευές με μερικές επιδιορθώσεις. Σαν αποτέλεσμα η Κύπρος υπέφερε από λειψυδρία.

 

Από τις παραδόσεις φαίνεται ότι την εποχή της αγίας Ελένης (4ος μ.Χ. αιώνας) η Κύπρος υπέφερε σοβαρότατα και από ανομβρίες που κράτησαν χρόνια. Την περίοδο αυτή η Κύπρος σχεδόν ερημώθηκε.

 

Κατά τις περιόδους της Φραγκοκρατίας (1192-1489) και Βενετοκρατίας (1489-1570/71) το πρόβλημα της έλλειψης νερού για ύδρευση αντιμετωπιζόταν με τη συστηματική διοχέτευση και υπόγεια αποθήκευση του νερού της βροχής. Για να μη υπάρχει απώλεια νερού κατά τη μεταφορά, χρησιμοποιούνταν πήλινοι αγωγοί και κτιστά υπόγεια αυλάκια. Επίσης για αρδευτικούς κυρίως σκοπούς, οι Βενετοί εισήγαγαν τη μέθοδο εκμετάλλευσης των διαδοχικών πηγαδιών, γνωστών σαν λαγούμια. Σ' όσα από αυτά το νερό δεν έφθανε στην επιφάνεια εχρησιμοποιείτο το αλακάτι για να ποτίζονται τα ιδιωτικά αγροκτήματα, τα τιμάρια.

 

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας (1571-1878) η μόνη συμβολή στην ανάπτυξη των υδατικών πόρων ήταν ο πολλαπλασιασμός και ανάπτυξη των λαγουμιών σε ορισμένα τιμάρια, τα οποία μετετράπησαν σε τσιφλίκια. Συνεχείς ανομβρίες μαρτυρούνται επίσης την περίοδο αυτή.

Κατά την περίοδο της βρετανικής κατοχής της Κύπρου (1878-1960) οι Βρετανοί αντιμετώπιζαν το πρόβλημα της έλλειψης νερού πάνω σε προγραμματισμένη βάση. Το πρώτο πρόβλημα που προσπάθησαν να λύσουν ήταν εκείνο της υδατοπρομήθειας των πόλεων. Αργότερα ασχολήθηκαν με την ανεύρεση νερού για αρδευτικούς σκοπούς.

 

Κατά τον πρώτο χρόνο της βρετανικής κυριαρχίας το Βασιλικό Σώμα Μηχανικών του Βρετανικού Στρατού ασχολήθηκε με την επιδιόρθωση υφισταμένων αρδευτικών έργων. Το 1880 εστάλη από την Αγγλία ο γεωλόγος R.Russell για να μελετήσει τους υδάτινους πόρους και το πρόβλημα της υδατοπρομήθειας στην Κύπρο. Στη μελέτη του Report on Existing Water Supply of the Island of Cyprus and on the Probability of Procuring Additional Water Supply from Artesian wells, ο Russell υποστήριξε ότι η περιοχή της Μεσαορίας αποτελούσε καλή αρτεσιανή λεκάνη και εισηγήθηκε να γίνουν βαθιές διατρήσεις για ανεύρεση αρτεσιανού νερού. Οι εισηγήσεις του Russell άρχισαν να εφαρμόζονται με την ανόρυξη βαθειών διατρήσεων. Ωστόσο το σχέδιο διακόπηκε λόγω υψηλού κόστους και έλλειψης τεχνικών μέσων.

 

Το 1896 ιδρύθηκε το Τμήμα Δημοσίων Έργων, που ανέλαβε και κατασκευές των υδατικών έργων, ενώ το 1898 εστάλη στην Κύπρο ο υδραυλικός μηχανικός Medlicott για να μελετήσει την κατασκευή διαφόρων αρδευτικών έργων. Ο Medlicott από τις μελέτες του κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα καλύτερα αρδευτικά έργα έπρεπε να κατασκευαστούν στη Μεσαορία. Το σχέδιό του πρόβλεπε την κατασκευή υδατοδεξαμενών στα Κούκλια, την Αχερίτου και τη Σύγκραση για την αποθήκευση των νερών των ποταμών Πηδιά και Γιαλιά. Το έργο προοριζόταν για την άρδευση των σιτηρών και βαμβακιών της Μεσαορίας. Επίσης ο Medlicott εισηγήθηκε σειρά έργων για μεταστροφή μέρους της ροής των ποταμών Μερίκα και Ακάκι, παραποτάμων του Σερράχη, καθώς και διαφόρων άλλων παραποτάμων του Σερράχη και του Οβγού από τη δυτική στην ανατολική Μεσαορία, με ταυτόχρονη κατασκευή σειράς δεξαμενών για την αποθήκευση νερού. Η πρώτη από τις δεξαμενές αυτές θα κατασκευαζόταν στο χωριό Γερόλακκος και οι άλλες, κατά διαστήματα, προς την κατεύθυνση της Αμμοχώστου. Παρόλο που η πρώτη αυτή φάση του έργου άρχισε να εκτελείται, εν τούτοις φαίνεται ότι τα πρώτα στάδια της εφαρμογής του απέτυχαν και το έργο εγκαταλείφθηκε.

 

Το 1905 ήλθε στην Κύπρο ο Βρετανός γεωλόγος C.Reid για να μελετήσει τις δυνατότητες ανάπτυξης των υπογείων υδάτων του νησιού. Ο Reid, μετά από έρευνες, απέρριψε τη θεωρία του Russell για τις αρτεσιανές συνθήκες στη Μεσαορία, εισηγήθηκε δε την ανόρυξη διατρήσεων στις περιοχές Κοκκινοχωριών και Μόρφου. Με βάση τις εισηγήσεις του Reid έγινε διάνοιξη μερικών διατρήσεων με συνολικό βάθος 1.000 πόδια. Επίσης ο Reid εισηγήθηκε την κατασκευή σηράγγων στην οροσειρά του Πενταδάκτυλου για την εκμετάλλευση του υδροφορέα των ασβεστόλιθων. Το 1908, μετά από μελέτες, άρχισε η κατασκευή υπόγειας σήραγγας στην τοποθεσία Πιλέρι, κοντά στην Κυθρέα. Οι εργασίες συνεχίστηκαν, με ενδιάμεσες διακοπές, μέχρι το 1934, οπότε το έργο εγκαταλείφθηκε.

 

Το 1921 στάλθηκε στην Κύπρο ο συνταγματάρχης W.N.Ellis για να μελετήσει την επέκταση των αρδευτικών έργων. Ο Ellis εξέφρασε την άποψη ότι η τοπογραφία της Κύπρου δεν επιτρέπει την κατασκευή φθηνών υδατοφρακτών για αποθήκευση επιφανειακών νερών. Γι' αυτό εισηγήθηκε, σαν τον καλύτερο τρόπο για επέκταση της αρδευόμενης έκτασης, την ανόρυξη διατρήσεων πάνω σε ιδιωτική βάση, με δανειοδότηση των γεωργών για τον σκοπό αυτό. Με βάση τις εισηγήσεις του Ellis, η αποικιακή κυβέρνηση ανέθεσε στην εταιρεία A.Beeby Thompson and Partners την ανόρυξη διατρήσεων στις περιοχές Μόρφου και Κοκκινοχωριών με πολύ θετικά αποτελέσματα.

 

Στις αρχές του 1939 δημιουργήθηκε ξεχωριστό Τμήμα υπεύθυνο για τα έργα υδατικής ανάπτυξης, το Τμήμα Υδατοπρομήθειας και Άρδευσης, το οποίο μετονομάστηκε το 1955 σε Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων. Στις δεκαετίες του 1940 και 1950 το Τμήμα περιορίστηκε βασικά στην εκτέλεση μικρών αρδευτικών έργων τοπικής σημασίας σε όλες τις επαρχίες της Κύπρου με τη χρήση επιφανειακών νερών με φράγματα εκτροπής, μικρές υδατοδεξαμενές και διακλαδώσεις με τσιμενταύλακα ως επί το πλείστον. Μέχρι την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, το 1960, κατασκευάστηκαν 15 υδατοδεξαμενές, περιορισμένου μεγέθους και χωρητικότητας, για την αποθήκευση επιφανειακών νερών. Παράλληλα συνεχίστηκε η εντατική εκμετάλλευση των υπογείων νερών με την ανόρυξη χιλιάδων διατρήσεων, σ' όλες τις περιοχές της Κύπρου που διέθεταν πλούσια υδροφόρα στρώματα.   Όμως κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (1955-1959) η ανεξέλεγκτη ανόρυξη διατρήσεων και άντληση νερού είχε σαν αποτέλεσμα την υπεράντληση και τη διείσδυση του θαλάσσιου νερού στους υδροφορείς των παρακτίων περιοχών.

 

Στον τομέα της υδατοπρομήθειας άρχισαν από τη δεκαετία του 1950 να εφαρμόζονται περιφερειακά σχέδια ύδρευσης χωριών, όπως εκείνο των πηγών   Άππιδων στην Πάφο και το σχέδιο χαμηλών χωριών της περιοχής Κυθρέας από το κεφαλόβρυσον της Κυθρέας. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 άρχισε να παρέχεται νερό στα σπίτια με σύστημα διανομέων (κυριζιών) και από το 1960 άρχισε συστηματικά η παροχή νερού σε κάθε σπίτι με υδρομετρητές. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 είχαν ουσιαστικά όλα τα χωριά προμήθεια νερού σε κάθε σπίτι. Όσον αφορά την υδατοπρομήθεια των πόλεων, στη δεκαετία του 1950 έγιναν εκτεταμένες εργασίες για όλες τις πόλεις σ' ό,τι αφορά τις πηγές νερού, αποθήκευση και δίκτυα ύδρευσης. Για παράδειγμα, για τη Λευκωσία έγινε το μεγάλο σχέδιο άντλησης νερού από το Συριανοχώρι, στα πλαίσια του οποίου κατασκευάστηκαν δεξαμενές και δίκτυα που συνεχώς βελτιώνονταν.

 

Με την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, το 1960, αναγνωρίστηκε η τεράστια σημασία της υδατικής ανάπτυξης και ο θεμελιώδης ρόλος της για πρόοδο σε όλους σχεδόν τους άλλους τομείς ανάπτυξης του νεοσύστατου Κυπριακού κράτους. Το 1961 σε ομιλία του στη Βουλή ο πρόεδρος Μακάριος εξέθεσε τους κύριους στόχους της υδατικής ανάπτυξης που περιελάμβαναν:

 

- Τη διεξαγωγή ερευνών για την ανεύρεση και εκμετάλλευση των υπογείων υδατίνων πόρων.

- Την προστασία και εμπλουτισμό των υπογείων υδάτων.

- Την περισυλλογή και αποθήκευση της ροής ποταμών.

- Την προμήθεια επαρκούς ποσότητας διασωληνωμένου νερού σ' όλα τα χωριά και πόλεις για οικιακούς σκοπούς.

 

Αμέσως μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας άρχισε η σταδιακή επάνδρωση του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων με το κατάλληλο επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό και ο εξοπλισμός των εργαστηρίων του με σύγχρονα όργανα και συσκευές. Σαν αποτέλεσμα άρχισαν να διευρύνονται οι υδρολογικές επισκοπήσεις και έρευνες για να αποτελέσουν την αναγκαία βάση για τη μελέτη μεγάλων υδατικών έργων. Ταυτόχρονα άρχισε η διαδικασία σύνταξης νομοθεσίας για τη ρύθμιση και τον έλεγχο ανόρυξης γεωτρήσεων, καθώς και τον έλεγχο των αντλήσεων για συμπλήρωση των ήδη υφισταμένων περί φρεάτων και άλλων νόμων για τον περιορισμό της ανεξέλεγκτης άντλησης που συνεχιζόταν και μετά την ανεξαρτησία και η οποία απειλούσε με εξάντληση τα μεγάλα υδροφόρα στρώματα της Μόρφου, των Κοκκινοχωριών και του Ακρωτηρίου.

 

Από τον Νοέμβριο του 1971 η αρμοδιότητα για την ανόρυξη γεωτρήσεων μεταβιβάστηκε στο Τμήμα Γεωλογικής Επισκοπήσεως. Ο έλεγχος όμως και η διαχείριση των υπογείων νερών παρέμεινε αποκλειστική ευθύνη του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων.

 

Μεταξύ 1960-1966 η κυβέρνηση προχώρησε στην κατασκευή αρκετών φραγμάτων χωρητικότητας μέχρι τριών εκατομμυρίων κυβικών μέτρων, που ήσαν όμως έργα τοπικής σημασίας. Ένας από τους κυριότερους λόγους που δεν έγιναν κατά την περίοδο αυτή μεγάλα περιφερειακά έργα ήταν η έλλειψη ικανοποιητικών υδρογεωλογικών, γεωλογικών και άλλων τεχνικών στοιχείων για τον προγραμματισμό και σχεδιασμό τους.

 

Από το 1967 μέχρι το 1970, με τη βοήθεια του Προγράμματος Αναπτύξεως των Ηνωμένων Εθνών, έγινε μια γενική εκτίμηση των υδατίνων πόρων της Κύπρου, υπολογίστηκε το υδάτινο δυναμικό και οι δυνατότητες αξιοποίησης του. Παράλληλα κατά το 1969 συμπληρώθηκε και η μελέτη του Προγράμματος Αναπτύξεως των Ηνωμένων Εθνών για τα υπόγεια νερά.

 

Η τουρκική εισβολή του 1974 και η κατοχή είχαν σαν επακόλουθο την απώλεια πολύτιμων υδατίνων πόρων. Δυο από τους μεγάλους υδροφορείς -της Δυτικής Μεσαορίας και των ασβεστόλιθων του Πενταδάκτυλου - βρίσκονται και σήμερα στο κατεχόμενο τμήμα του νησιού. Ταυτόχρονα ο εκτοπισμός 200 χιλιάδων Ελληνοκυπρίων από τις πατρογονικές τους εστίες και η εγκατάστασή τους κυρίως σε αστικές και περιαστικές περιοχές, επέφερε μια πολύ μεγάλη αύξηση στη ζήτηση πόσιμου νερού. Για την αντιμετώπιση της κατάστασης ενισχύθηκε η υδατοπρομήθεια των περιοχών αυτών.