Βιοτεχνία

Image

Η βιοτεχνία είναι η επεξεργασία πρώτων υλών ή ημικατεργασμένων πρώτων υλών με το χέρι ή με τη βοήθεια απλών μηχανικών μέσων. Διακρίνεται από τη βιομηχανία στο ότι δεν χρησιμοποιεί πολύπλοκα μηχανήματα, η δε παραγωγή δεν είναι μαζική. Διακρίνεται επίσης από την οικοτεχνία, με την οποία συχνά συγχύζεται, στο ότι δεν είναι σπιτική βιοποριστική τέχνη με αποκλειστικό σκοπό την παραγωγή αντικειμένων για οικιακή χρήση.

 

Στην Κύπρο παράγεται μια τεράστια ποικιλία βιοτεχνικών προϊόντων μερικά από τα οποία έχουν πανάρχαια προέλευση, όπως η κεντητική τέχνη των Λευκάρων και η φυτιώτικη υφαντική που χάνονται στα βάθη των αιώνων. Κάποτε η βιοτεχνία ενός χωριού οφείλεται στην παρουσία των πρώτων υλών, όπως είναι η καλαθοπλεκτική της Μεσόγης, η ψαθοπλεκτική του Ακρωτηρίου, η αγγειοπλαστική του Κόρνου και του Φοινιού, η ξυλογλυπτική του Μουτουλλά. Κάποτε πάλι μια βιοτεχνία εισήχθη από άλλες περιοχές όπως είναι η αργυροχοΐα - χρυσοχοΐα των Λευκάρων. Συχνά, όπως είναι φυσικό, η ανάπτυξη μιας βιοτεχνίας σ' ένα κέντρο επεκτείνεται με την πάροδο του χρόνου και στα γειτονικά. Η υφαντική των φυτιώτικων βρίσκεται σήμερα διαδεδομένη σ' άλλα γειτονικά με τη Φύτη χωριά (Κρήτου Μαρόττου, Δρυνιά, Άγιος Δημητριανός, Λάσα). Το ίδιο παρατηρείται και με τα λευκαρίτικα που σήμερα κεντιούνται σε διάφορα χωριά κοντά στα Λεύκαρα (Κάτω Δρυς, Βαβατσινιά, Άγιοι Βαβατσινιάς. Ορά, Τόχνη, Καλαβασός κλπ.). Ακόμη ένα δευτερεύον από ιστορικής πλευράς κέντρο είναι δυνατό να αναπτύξει καινούργιους τύπους προϊόντων, όπως είναι μερικά κεντήματα των Αγίων Βαβατσινιάς ή μερικά υφαντά της Κρήτου Μαρόττου και της Λάσας.

 

Η βιοτεχνία φαίνεται να επηρεάζεται από τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες κάθε εποχής. Εξάλλου, η σύγχρονη τεχνολογία έχει εκτοπίσει αρκετά βιοτεχνικά επαγγέλματα. Όμως η πρόσφατη τουριστική ανάπτυξη του νησιού βοήθησε στην αναβίωση μερικών βιοτεχνιών όπως η καλαθοπλεκτική, η παραδοσιακή καρεκλοποιία, η χαλκουργία, κλπ.

 

Γεωγραφική κατανομή βιοτεχνίας

 

Α) ΥΦΑΝΤΙΚΗ (υφαντά τύπου Φύτης, Λευκονοίκου, κλπ.)

 

Φύτη (Πάφος)

Κρήτου Μαρόττου (Πάφος)

Δρυνιά (Πάφος)

Άγιος Δημητριανός (Πάφος)

Αραδίππου (Λάρνακα)

Παλαιομέτοχο (Λευκωσία)

 

Β) ΚΕΝΤΗΤΙΚΗ (τύπου Λευκαρίτικων, κλπ.).

Πάνω Λεύκαρα (Λάρνακα)

Καλαβασός (Λάρνακα)

Άγιοι Βαβατσινιάς (Λάρνακα)

Κάτω Λεύκαρα (Λάρνακα)

Αθηένου (Λάρνακα)

Τερσεφάνου(Λάρνακα)

Κόρνος (Λάρνακα)

Ορά (Λάρνακα)

Βαβατσινιά (Λάρνακα)

Τόχνη (Λάρνακα)

Δρομολαξιά (Λάρνακα)

Μοσφιλωτή (Λάρνακα)

Κάτω Δρυς (Λάρνακα)

Δάλι (Λευκωσία)

Αγία Βαρβάρα (Λευκωσία)

Λύμπια (Λευκωσία)

Λυθροδόντας (Λευκωσία)

Στρόβολος (Λευκωσία)

Λευκωσία (πόλη)

Αλάμπρα (Λευκωσία)

Σιά (Λευκωσία)

Ποταμιά (Λευκωσία)

Πέρα Χωριό (Λευκωσία)

Επταγώνια (Λεμεσός)

Όμοδος (Λεμεσός)

Λεμεσός(πόλη)

 

Γ) ΠΛΕΚΤΙΚΗ

Λευκωσία (πόλη)

Τσέρι (Λευκωσία)

Αστρομερίτης (Λευκωσία)

Στρόβολος (Λευκωσία)

Αραδίππου (Λάρνακα)

Λάρνακα (πόλη)

Λεμεσός(πόλη)

 

Δ) ΤΑΠΗΤΟΥΡΓΙΑ

Χαντριά (Λεμεσός)

Αγρίδια (Λεμεσός)

Σαλαμιού (Πάφος)

Κοιλίνια (Πάφος)

Τρεμιθούσα (Πάφος)

Ασκάς (Λευκωσία)

 

Ε) ΔΕΡΜΑΤΟΤΕΧΝΙΑ

Αγλαντζιά (Λευκωσία)

Ποταμιού (Λεμεσός)

Άγιος Θεόδωρος, Αγρού (Λεμεσός)

 

ΣΤ) ΚΑΛΑΘΟΠΛΕΚΤΙΚΗ

Αστρομερίτης (Λευκωσία)

Πάνω Λακατάμια (Λευκωσία)

Λιοπέτρι (Αμμόχωστος)

Λειβάδια (Λάρνακα)

Ακρωτήρι (Λεμεσός)

Καμινάρια (Λεμεσός)

Μεσόγη (Πάφος)

 

Ζ) ΞΥΛΟΓΛΥΠΤΙΚΗ

Μουτουλλάς (Λευκωσία)

 

Η) ΨΑΘΟΠΛΕΚΤΙΚΗ

Αστρομερίτης (Λευκωσία)

Λειβάδια (Λάρνακα)

Ακρωτήρι (Λεμεσός)

 

Θ) ΚΑΡΕΚΛΟΠΟΙΙΑ

Αθηένου (Λάρνακα)

Παλαιόμυλος (Λεμεσός)

Φοινί (Λεμεσός)

 

Ι) ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΙΚΗ

Κόρνος (Λάρνακα)

Άγιος Δημήτριος (Λεμεσός)

Καμινάρια (Λεμεσός)

Φοινί (Λεμεσός)

Κοιλάνι (Λεμεσός)

 

ΙΑ) ΧΑΛΚΟΥΡΓΙΑ

Πάνω Λεύκαρα (Λάρνακα)

 

ΠΑΛΑΙΑ ΚΕΝΤΡΑ ΒΙΟΤΕΧΝΙΑΣ

Μερικά παλαιά κέντρα βιοτεχνίας που είτε έπαψαν να λειτουργούν, είτε συνεχίζουν και σήμερα την παράδοση, είναι τα ακόλουθα:

 

1) ΚΕΝΤΗΤΙΚΗ

 

Αναπτύχθηκε στα χωριά Φύτη, Γουδί, Στατός, Λυσός στην επαρχία Πάφου. Σύμφωνα με την Αγγελική Πιερίδου τα πιο πάνω χωριά ειδικεύονταν στα πλουμιά της βούφας. Τα σπουδαιότεροι είδη των υφαντών με κεντήματα ήσαν μαντηλιές (γονάτων και τοίχου), τραπεζομαντηλιές, σεντόνια, ιχράμια (μάλλινα σκεπάσματα), γυναικεία νυφικά εσώρουχα κεντημένα στις άκρες (ποδινάρια) και μαξιλάρια του καναπέ.

 

Η ίδια συγγραφέας σημείωσε τα χωριά Περιστερώνα, Σκούλλι και Ίνια, στην Πάφο, όπου γίνονταν κεντήματα με το βελόνι.

 

Στην Καρπασία ήσαν γνωστά τα κεντήματα του αργαλειού και τα κεντήματα του βελονιού. Η «πρωτινή λαϊκή τέχνη», τα γνωστά «πρωτινά» εξαφανίστηκαν πριν από το 1950, ενώ τα χρωματιστά υφαντά που αναπτύχθηκαν αργότερα θεωρούνται εξέλιξη από τα παλαιότερα. Κυριότερα κέντρα στην Καρπασία ήσαν η Γιαλούσα και το Ριζοκάρπασο.

 

Όπως αναφέρει ο ντε Μας Λατρί η Σολιά ήταν κέντρο παραγωγής βαμβακιού καλής ποιότητας και προμήθευε και τα γύρω χωριά. Οι Μαραθεύτες προμηθεύονταν βαμβάκι από τη Σολιά που το κατεργάζονταν οι ίδιες οι γυναίκες και το χρησιμοποιούσαν στην υφαντική. Εξάλλου, η Μαραθάσα ήταν ονομαστή για το μετάξι της. Ιδιαίτερα στον Καλοπαναγιώτη έκαναν ωραίο μετάξι που το χρησιμοποιούσαν στην υφαντική και το κέντημα.

 

Τα λευκαρίτικα κεντήματα από παλαιά απέκτησαν εμπορικό χαρακτήρα και γέμισαν την κυπριακή αγορά, αλλά κατέκτησαν και το εξωτερικό. Για τα παλαιότερα κεντήματα χρησιμοποιούσαν χοντρό βαμβακερό ύφασμα. Αργότερα κεντούσαν πάνω σε λινά υφάσματα βαμμένα στη Μόρφου και τη Ζώδια από λινάρι του τόπου, που όπως γράφει ο Γκωντρύ εκαλλιεργείτο στην πεδιάδα της Μόρφου. Είναι πρόσφατα που οι κεντήτριες άρχισαν να χρησιμοποιούν ξένο λινό ύφασμα όπως και διάφορες άλλες κλωστές. Η ιστορία των λευκαρίτικων κεντημάτων χάνεται στα βάθη των αιώνων. Πολύ πιθανόν το 16ο αιώνα, εποχή της βενετικής κατοχής, η κεντητική των Λευκάρων να δέχτηκε τις επιδράσεις της ιταλικής χειροτεχνίας. Ακόμη, σύμφωνα με τοπική παράδοση, ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι ήλθε στην Κύπρο το 15ο αιώνα και πήρε στην Ιταλία κεντήματα από τα Λεύκαρα.

 

2) ΥΦΑΝΤΙΚΗ

 

Η Λευκωσία ήταν φημισμένη για την κατασκευή διαφόρων βαμβακερών και μεταξωτών υφασμάτων. Η κα. Lewis γράφει πως τις περισσότερες ώρες της ημέρας οι Λευκωσιάτισσες τις περνούσαν καθισμένες στον αργαλειό (Mrs Lewis, A Lady's Impressions on Cyprus, 1893, σ. 220). Κάθε γειτονιά της Λευκωσίας ήταν ονομαστή για την ύφανση διαφορετικού μεταξωτού ή κουκουλλάρικου. Οι ανεφανταρκές του Αγίου Κασσιανού και της Χρυσαλινιώτισσας φημίζονταν για τα μεταξωτά ταϊστά και τους ιταρέδες και οι ανεφανταρκές του Αγίου Αντωνίου για τα ολομέταξα, τις σαττακρούτες, γάζες και μεταξωτά μαντηλάκια. Στα περίχωρα της Λευκωσίας (Καϊμακλί, Παλλουριώτισσα, Αγλαντζιά, κλπ.) ύφαιναν τα βαμβακερά υφάσματα κυρίως τα δίμιτα για τις ανδρικές ενδυμασίες, ενώ στην πόλη κατασκεύαζαν μεταξωτά υφάσματα. Η Πάφος, η Λάρνακα και το Κοιλάνι ειδικεύονταν επίσης στην υφαντική του μεταξιού: «Τῆς Πάφου τό μετάξιον εἶναι τό ἐκλεκτώτερον... Ράζα γίνονται εἰς Λευκοσίαν ἀπό μετάξι καί βαμβάκι εἰς διάφορα χρώματα. Βέλα ἢ σάλια μεταξωτά εὒμορφα δουλευμένα καί ζῶναι γίνονται καί εἰς Λευκοσίαν καί εἰς τήν πολιτείαν Κοιλάνιον, τέχνη παλαιά ἐκείνου τοῦ τόπου... » (Αρχιμανδρίτου Κυπριανού, Ἱστορία Χρονολογική τῆς Νήσου Κύπρου και J. Lewis Farley, Egypt, Cyprus and Asiatic Turkey, 1878, σ. 159).

 

Χωριά φημισμένα ως επαρχιακά κέντρα υφαντικής ήσαν η Γιαλούσα, το Παραλίμνι, ο Άγιος Αμβρόσιος, το Λευκόνοικο, η Άσσια, το Δάλι, η Λάπηθος, το Κοιλάνι, η Φύτη, ο Άγιος Δημητριανός, κλπ.

 

«Τό Λευκόνοικο ἦταν μεγάλο κέντρο ὑφαντικῆς στή Μεσαορία. Κάθε σπίτι εἶχε τήν ἀνεφανταρκά του, πού μάθαινε τήν τέχνη ἀπό τή μητέρα της, καί πού ὓφαινε τά ὑφάσματα γιά τίς ἀνάγκες τοῦ σπιτιοῦ καί γιά τά φορέματα ὃλης τῆς οἰκογένειας. Ὓφαινε ἀκόμα καί τήν προίκα τῶν ἂλλων ἀδελφῶν της. Στό Λευκόνοικο, ἐκτός ἀπό τά δικά τους ροῦχα, ὓφαιναν καί διάφορα ὑφάσματα, πού τά πουλούσανε στίς πόλεις. Στά παλαιότερα χρόνια (πρίν 30-50 χρόνια) οἱ ἳδιες οἱ ἀνεφανταρκές πού τά ὓφαιναν, τά παίρνανε στίς πόλεις, στή Λευκωσία, Βαρώσια, Λεμεσό, καί τά πουλούσανε ἀπό σπίτι σε σπίτι.» (Αγγελική Πιερίδου, «Κυπριακή Λαϊκή Υφαντική», Κυπριακαί Σπουδαί, XXIII, 1959, σ. 67).

 

Ως πρώτη ύλη εχρησιμοποιείτο το βαμβάκι που εκαλλιεργείτο στη Μεσαορία, την πεδιάδα Μόρφου, την Πάφο και την Καρπασία. Αλλά το καλύτερο, όπως γράφει ο Γκωντρύ, ήταν εκείνο της Σολιάς αν και η παραγωγή ήταν μικρότερη γιατί η καλλιεργήσιμη γη ήταν λιγότερη.

 

Εξάλλου, το μετάξι παραγόταν σ' όλη σχεδόν την Κύπρο, ιδιαίτερα στην Πάφο, την Καρπασία, σε αρκετά χωριά της Αμμοχώστου, την Κυθρέα, τη Λάπηθο, τον Καραβά, τον Άγιο Αμβρόσιο, την Ακανθού, τη Μαραθάσα, κλπ.

 

Το λινάρι κυρίως εκαλλιεργείτο στην πεδιάδα Μόρφου και στην Πάφο.

 

3) ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΙΚΗ

 

Από τα παλαιά χρόνια τα πιο φημισμένα κέντρα για την αγγειοπλαστική ήταν ο Κόρνος, το Φοινί, το Βαρώσι και η Λάπηθος. Στον Κόρνο και το Φοινί η πρώτη ύλη ήταν και είναι η κόκκινη άργιλλος. Το Φοινί ήταν ιδιαίτερα ξακουστό για τα κόκκινα πιθάρια του που χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση κρασιού. Στη Λάπηθο και το Βαρώσι ο πηλός ήταν διαφορετικός, τα προϊόντα δε της αγγειοπλαστικής προορίζονταν και για εξαγωγή. Ακόμη στη Λάπηθο οι αγγειοπλάστες χρησιμοποιούσαν το επίχρισμα ή την αλοιφή για να κατασκευάσουν τα αλειφτά αγγεία που πωλούνταν σ' όλη την Κύπρο για οικιακή χρήση. Στον Κόρνο ο πηλός βρίσκεται κοντά στο Σταυροβούνι, στο Φοινί βρίσκεται κοντά στους Τορνάρηδες, τον Άγιο Δημήτριο και αλλού. Οι πιθαράες του Φοινιού κατασκεύαζαν ακόμη επί τόπου στα διάφορα χωριά πιθάρια χρησιμοποιώντας την τοπική άργιλλο. Στο Βαρώσι ο πηλός μεταφερόταν από την Έγκωμη, κι ακόμη ανακατευόταν η άργιλλος της Έγκωμης με το κοκκινόχωμα της Δερύνειας. Στην περίπτωση της Λαπήθου ανακατευόταν κόκκινο χώμα από τη Μύρτου, μαύρο από τη Βασίλεια και ασπρόχωμα από τη Λευκωσία. Κάποτε για τα μικρά αγγεία εχρησιμοποιείτο άργιλλος από το ίδιο το χωριό.

 

4) ΑΛΛΑ ΕΙΔΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΑΣ

 

Το πλούμισμα των κολοτζ'ιών γινόταν σε πολλά χωριά της Κύπρου μεταξύ των οποίων η Πέγεια, ο Κάθηκας, η Ίνια, η Λετύμπου και άλλα της επαρχίας Πάφου.

 

Η κατασκευή σεντουκιών και ραφιών με διακοσμήσεις γινόταν στον Άγιο Επίκτητο, τον Άγιο Αμβρόσιο, την Ακανθού και το Ριζοκάρπασο.

 

Η χαλκουργία, η αργυροχοΐα και η χρυσοχοΐα ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένες στη Λευκωσία. Οι καζαντζήδες βρίσκονταν σε μερικούς δρόμους της Λευκωσίας. Πάνω στο ασήμι τοποθετούνταν ανάγλυφες ή εγχάρακτες παραστάσεις. Ακόμη οι χρυσοχόοι της Λευκωσίας κατασκεύαζαν και διάφορα εκκλησιαστικά σκεύη.

 

Οι χρυσοχόοι στις πόλεις αλλά και στα χωριά (Λευκόνοικο, Μηλιά, Λεύκαρα, κ.ά.), κατασκεύαζαν επικαλύμματα ευαγγελίων και εικόνων, δισκοπότηρα, μικρές λειψανοθήκες, εξαπτέρυγα, κανδήλια, θυμιατήρια, κλπ.

 

Το τύπωμα των βαμβακερών υφασμάτων, των πασμάδων, ήταν σχεδόν η αποκλειστικότητα της Λευκωσίας. Ο ντε Μας Λατρί γράφει πως τα σταμπωτά της Λευκωσίας «πωλούνται στην Ανατολή».

 

Το τύπωμα των μαντηλιών της κεφαλής από τους μαντηλάρηδες ήταν συνέχεια της τέχνης των πασματζήδων. Ιδιαίτερα αυτό γινόταν στη Λευκωσία και τη Λάρνακα.

 

Γ. ΚΑΡΟΥΖΗΣ

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image