Βομβάρδα

Image

Η  μπομπάρδα είναι πολεμική μηχανή, είδος καταπέλτη που με τη βοήθεια σχοινιών και ελατηρίων εκσφενδόνιζε ογκόλιθους μεγάλου βάρους. Πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τους Άγγλους στη μάχη του Κρεσύ το 1346. Κυρίως χρησιμοποιήθηκε ως πολιορκητική μηχανή προετοιμάζοντας τον ερχομό των πυροβόλων κανονιών. Με μπομπάρδες ήταν εξοπλισμένα και τα τείχη της Αμμοχώστου.

 

Βλέπε Λήμμα

Αμμόχωστος -Βενετοκρατία

 

Βομβάρδα (στην κυπριακή διάλεκτο πομπάρτα) ήταν και πρωτόγονο κανόνι του 15ου αιώνα, το οποίο κατασκευαζόταν από σιδερένια ελάσματα που συγκρατούνταν με στεφάνια διαμετρήματος 50 εκατοστών. Το πυροβόλο αυτό είχε μπούκα 50 εκατοστών και εκσφενδόνιζε σιδερόμπαλες 200 - 300 περίπου κιλών.

 

Κατά τον Μεσαίωνα μέχρι και τον 19ο αιώνα, δεν ήταν δυνατό να εκτελείται βομβαρδισμός με τη σύγχρονη έννοια καθόσον, πρώτο, δεν υπήρχε αεροπλοΐα και, δεύτερο, τα στρατεύματα του πεδίου δεν παρακολουθούνταν από βαρύ πυροβολικό. Ο βομβαρδισμός εκτελείτο μόνο από τα πυροβόλα του στόλου με μοναδικό σκοπό να προκαλέσει σημαντικές βλάβες σε παράκτιες πόλεις. Επειδή ο βομβαρδισμός απέβλεπε στην εξυπηρέτηση τόσο επιθετικών όσο και αμυντικών σκοπών συχνά εκτελείτο και από ξηράς. Για τον σκοπό αυτό όλα τα κράτη κατά το Μεσαίωνα για υπεράσπιση των διαφόρων πόλεων, που περιβάλλονταν με τείχη, είχαν στην υπηρεσία τους εξειδικευμένα πρόσωπα στη χρήση των βομβάρδων τα οποία αποκαλούνταν πυροβολητές ή κανονιέρηδες, αλλιώς bombardieri. Αποστολή των πυροβολητών ήταν η προσφορά υπηρεσιών για την άμυνα των πόλεων μέσω της υπεράσπισης των τειχών και άλλων οχυρωματικών έργων.

 

Στην Αμμόχωστο 

Οι πυροβολητές δεν ήταν μόνο πολύ χρήσιμοι ή μάλλον απαραίτητοι αλλά και  δύσκολα εξευρίσκονταν. Συχνά μάλιστα τα διάφορα μεσαιωνικά κράτη ήταν αναγκασμένα να τους αναζητούν. Αυτοί προσλαμβάνονταν ως μισθοφόροι και αμείβονταν ακριβά. Ο αριθμός των πυροβολητών που χρειαζόταν το κάθε κράτος εξαρτάτο από την έκταση των τειχών και των άλλων οχυρών που έπρεπε να προστατεύσει. Με επιστολή του που έστειλε στη Βενετία ο καπετάνιος της Αμμοχώστου Bartolomeo Minio την 1η Οκτωβρίου του 1498, ζητεί να σταλούν στην Κύπρο 200 τουλάχιστον Ιταλοί στρατιώτες. Σ' αυτήν αναφέρει επίσης ότι τότε στη δύναμή του υπήρχαν πέντε πυροβολητές (bombardieri) από τους οποίους όμως οι τέσσερις ελάχιστα άξιζαν, ενώ ο πέμπτος, που ονομαζόταν Tomaso da Brexa, παρόλο που ήταν άρρωστος, ήταν άριστος. Επτά χρόνια αργότερα (στις 23 Δεκεμβρίου 1506) ο ίδιος πυροβολητής, αφού του ζητήθηκε από τις βενετικές αρχές του νησιού, δίνει συμβουλές για την επισκευή ενός μεγάλου μέρους των τειχών της Αμμοχώστου. Στην ίδια επιστολή του ο καπετάνιος της Αμμοχώστου ζητεί από τη Βενετία να στείλει στην Κύπρο σιδερόμπαλες (balote di fero) για τις ανάγκες των βομβάρδων που υπήρχαν στο νησί.

 

Σε απάντηση αυτής της επιστολής τον Μάιο του 1499, η κυβέρνηση της Βενετίας αποστέλλει στην Αμμόχωστο 200 βαρέλια πυρίτιδα και 4 βομβάρδες. Επίσης, ταυτόχρονα προς ενίσχυση της άμυνας του νησιού, που απειλείτο από τουρκική επίθεση, στάλθηκαν στην Κύπρο και οι 200 στρατιώτες που ζήτησε ο καπετάνιος της Αμμοχώστου.

 

Ο Ιταλός Paolo Paruta, που έγραψε την ιστορία του πολέμου για την κατάκτηση της Κύπρου από τους Τούρκους (Storia della Guerra di Cipro) δίνοντας πληροφορίες για τα τείχη της Λευκωσίας, αναφέρει ότι για την υπεράσπιση της πόλης σ' αυτά υπήρχε χώρος για τέσσερις βομβάρδες και 2.000 στρατιώτες.

 

Στην Κύπρο φαίνεται ότι υπήρχαν ικανοί πυροβολητές που μετά την κατάληψη του νησιού από τους Τούρκους αναγκάστηκαν να ζητήσουν να προσληφθούν ως πυροβολητές στην υπηρεσία άλλων κρατών. Ένας απ' αυτούς ήταν ο Πέτρος Σκουαρκιαλούπι (Petrus Squarcialupi). Η οικογένειά του καταγόταν από τη Φλωρεντία, αλλά κατοικούσε για πολλά χρόνια στην Αμμόχωστο, έτσι που ο στρατηγός Άγγελος Γάττος, του οποίου το έργο Διήγησις τῆς τρομερᾶς πολιορκίας καί ἁλώσεως τῆς Ἀμμοχώστου κατά τό ἒτος 1571, αποτελεί την καλύτερη πηγή για την πολιορκία και την πτώση της Αμμοχώστου, γιατί έλαβε και ο ίδιος ενεργό μέρος στην υπεράσπισή της, κατατάσσει τα μέλη της μεταξύ των Ελλήνων υπερασπιστών της πόλης.

 

 

Στον όρο βομβάρδα αποδίδονται και διάφορες άλλες έννοιες:

α) (Ναυτ.). Τύπος ελαφρού ιστιοφόρου, χωρίς κουπαστή, με δυο κατάρτια του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα. Τα πανιά της πλώρης του ήταν όμοια με της γαλέτας, ενώ της πρύμνης του ήταν όμοια με της βρατσέρας. Δεν είχε θώρακα και επίσημα ονομαζόταν γαυλολιβυρνίς. Ανήκε στην κατηγορία των εμπορικων πλοίων, αλλά χρησιμοποιήθηκε και για πολεμικούς σκοπούς.

 

β) (Μουσ.). Ξύλινο πνευστό μουσικό όργανο του Μεσαίωνα (γαλλ. bombarde, γερμ. bomhart, bommer ή pommer) με καλαμένια γλωττίδα.

 

Πηγή

Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια