Αρχιτεκτονική

Τα πρώτα δείγματα- Νεολιθική Εποχή (7000 - 6000 π.Χ.)

Image

Αρχιτεκτονική είναι η τέχνη της κατασκευής κτιρίων και της διαμόρφωσης χώρων όπου ζουν και εργάζονται άνθρωποι, σύμφωνα προς τους γενικούς κανόνες του ωραίου και του καλαίσθητου. Στο λήμμα αυτό εξετάζεται η κυπριακή αρχιτεκτονική από τα αρχαιότατα χρόνια, όπως αυτή μας είναι σήμερα γνωστή από τις διάφορες αρχαιολογικές ανασκαφές, μέχρι και την εποχή μας.

 Οικιακή αρχιτεκτονική: Τα πρώτα δείγματα της κυπριακής αρχιτεκτονικής χρονολογούνται στις αρχές της έβδομης χιλιετίας π.Χ. και αντιπροσωπεύονται από τα διάφορα οικιακά κατάλοιπα, που αποκαλύφθηκαν στους προκεραμεικούς νεολιθικούς συνοικισμούς της Χοιροκοιτίας, της Τέντας στην Καλαβασό, της Πέτρας του Λιμνίτη, του Τρουλλιού στην επαρχία Κερύνειας και του Κάστρους στο ακρωτήρι του Αποστόλου Ανδρέα.

 

Βλέπε λήμμα: Χοιροκοιτία, Καλαβασός, Πέτρα του Λιμνίτη, Τρούλλοι αρχαιολογικός χώρος, Κάστρος

 

Τα κύρια αρχιτεκτονικά γνωρίσματα των κατοικιών της Χοιροκοιτίας είναι η κυκλική κάτοψη, η θολωτή ή επίπεδη στέγη και η πυκνή διάταξή τους σε ξεχωριστά μικρά σύνολα, που πλαισιώνονται από μικρά λιθόστρωτα περάσματα. Τα θεμέλια και το κάτω μέρος των τοίχων είναι κτισμένα από ακατέργαστες ασβεστολιθικές και σκληρές γκριζόμαυρες πέτρες και το πάνω μέρος από πλιθάρια. Το πάχος των τοίχων διαφέρει ανάλογα με το μέγεθος της κατοικίας και είναι 1-2,50 μ. Το ίδιο συμβαίνει και με τη διάμετρο των δαπέδων, που είναι 3 - 7 μ. Η μεγαλύτερη κατοικία, με διάμετρο 7 μ., που βρίσκεται στην κατώτερη άκρη του συνοικισμού και που πιθανότατα ανήκε στον αρχηγό της κοινότητας, περιβάλλεται από ένα εξωτερικό λιθόκτιστο διάδρομο με περιτείχισμα, που καταλαμβάνει την ανατολική, τη βόρεια και τη δυτική της πλευρά. Ο διάδρομος αυτός ίσως να ήταν αρχικά στεγασμένος και να χρησίμευε σαν βοηθητικός χώρος. Στο δάπεδο της κατοικίας υπάρχουν δυο μεγάλοι ορθογώνιοι λιθόκτιστοι πεσσοί, που φαίνεται ότι υποβάσταζαν ένα μεσοπάτωμα, όμοιο με την αποθηκευτική σοφίτα, το «σέντε» των σημερινών αγροτικών σπιτιών του νησιού. Τρεις μικρές κυκλικές κατοικίες κοντά στο διάδρομο αποτελούν μέρος του ίδιου οικιακού συμπλέγματος και μπορεί να χρησιμοποιούνταν σαν εργαστήρια και κουζίνες. Όλα ανεξαίρετα τα δάπεδα των κατοικιών είναι επίπεδα και καμωμένα από κτυπητή γη. Σε αρκετά απ' αυτά έχουν βρεθεί μικρές κυκλικές οπές για την υποδοχή ξύλινων πασσάλων, που υποβάσταζαν τις στέγες, τις κυκλικές εστίες και τις λιθόκτιστες εξέδρες, που εφάπτονταν στους τοίχους και χρησίμευαν σαν κρεβάτια ή για την τοποθέτηση των οικιακών σκευών και εργαλείων. Το μέσο ύψος των διατηρημένων τοίχων είναι 1,50 μ., αλλά σε μερικές περιπτώσεις φθάνει περίπου τα 4 μ. και σώζεται ολόκληρο μέχρι το σημείο απ' όπου άρχιζε η στέγη. Στους τοίχους, που διατηρούνται σε αρκετό ύψος, υπάρχουν ενδείξεις για μικρά τετράγωνα ή ορθογώνια παράθυρα και για μικρές κυκλικές οπές, που ίσως να ήσαν οι καπνοδόχοι των εστιών. Οι θύρες των κατοικιών είναι στενές και όλες εφοδιασμένες με ψηλά κατώφλια για την προστασία του εσωτερικού χώρου από τις βροχές και τις πλημμύρες.

 

Μέχρι πρόσφατα επικρατούσε η βεβαιότητα ότι όλες οι στέγες των κατοικιών ήταν θολωτές, αλλά με τις έρευνες της τελευταίας ανασκαφικής περιόδου της γαλλικής αποστολής έχει αποδειχθεί ότι υπήρχαν και επίπεδες πλινθόκτιστες στέγες. Μια τέτοια στέγη, που είχε υποχωρήσει κατά τη διάρκεια πυρκαγιάς και που βρέθηκε ολόκληρη στο δάπεδο μικρής κατοικίας, συναρμολογήθηκε και αποκαταστάθηκε στην πρωτότυπή της μορφή. Στα επίπεδα πλιθάρια, που την αποτελούν, φαίνονται καθαρά τα ίχνη κλαδιών και καλαμιών, που στηρίζονταν με οριζόντια δοκάρια και καλύπτονταν μ' ένα λεπτό στρώμα πηλού. Μια άλλη σημαντική ανακάλυψη της γαλλικής αποστολής στη βορειοδυτική άκρη του ανασκαφικού χώρου, είναι η παρουσία της διπλής ή τριπλής κυκλικής δόμησης των τοίχων σε μερικές κατοικίες, όπου ο εσωτερικός κυκλικός τοίχος είναι πλινθόκτιστος και επενδυμένος μ' ένα λεπτό στρώμα πηλού και οι εξωτερικοί τοίχοι ολότελα λιθόκτιστοι. Ο νέος αυτός αρχιτεκτονικός τύπος, που χρονολογικά εντάσσεται στις αρχές της έβδομης χιλιετίας π.Χ., θυμίζει τις πρώιμες παλαιστινιακές κατοικίες της Νατουφιανής Νεολιθικής περιόδου, που χρονολογούνται στην όγδοη και ένατη χιλιετία π.Χ., και με τις οποίες φαίνεται να έχει κάποια έμμεση ή άμεση πολιτιστική σχέση.

Ο αρχιτεκτονικός τύπος της απλής κυκλικής και της διπλής κυκλικής κατοικίας της Χοιροκοιτίας χαρακτηρίζει και τις κατοικίες της Τέντας στην Καλαβασό. Στις κατοικίες όμως με τη διπλή κυκλική δόμηση, σε αντίθεση μ' εκείνες της Χοιροκοιτίας, οι εξωτερικοί τοίχοι είναι πλινθόκτιστοι και οι εσωτερικοί λιθόκτιστοι. Ο εσωτερικός τοίχος είναι σε όλες ανεξαίρετα τις κατοικίες επενδυμένος με πηλό. Πάνω στη λεία επιφάνεια της εσωτερικής όψης ενός τοίχου βρέθηκαν ίχνη κόκκινου χρώματος, που στο σύνολό τους σχηματίζουν μια ανθρώπινη μορφή με ανυψωμένα χέρια. Το ίδιο χρώμα διακρίνεται και σ' άλλα σημεία του τοίχου και δεν αποκλείεται η μορφή αυτή να αποτελεί μέρος μιας μεγαλύτερης τοιχογραφικής σύνθεσης.

 

Το σημαντικό αυτό προκεραμεικό νεολιθικό επίτευγμα, που ανάγεται στις αρχές της έβδομης χιλιετίας π.Χ., είναι το πρώτο δείγμα τοιχογραφίας στην ιστορία του κυπριακού πολιτισμού και μια επιπρόσθετη μαρτυρία για το ψηλό καλλιτεχνικό επίπεδο των πρώτων κατοίκων του νησιού, που πολύ έντονα παρουσιάζεται και στην τεχνική της διακόσμησης των λίθινων αγγείων από τη Χοιροκοιτία. Τα κατάλοιπα ενός τμήματος λιθόκτιστου αμυντικού τοίχου στη νότια πλευρά του συνοικισμού, φανερώνουν ότι οι κατοικίες τους ήσαν οχυρωμένες.

 

Παρόλο που στη γενική αρχιτεκτονική τους μορφή παρουσιάζουν τα ίδια χαρακτηριστικά γνωρίσματα των απλών κατοικιών της Χοιροκοιτίας και της Τέντας, οι κατοικίες στους συνοικισμούς της Πέτρας του Λιμνήτη, του Τρουλλιού και του Κάστρους είναι κτισμένες με προχειρότητα και πολλή λιτότητα. Πρόκειται για μικρές κυκλικές καλύβες, που αποτελούσαν τα καταλύματα ολιγάριθμων κυνηγών και ψαράδων, οι οποίοι φαίνεται ότι δεν είχαν φθάσει ποτέ στο ανεπτυγμένο γεωργοκτηνοτροφικό στάδιο και το γενικό οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο των κατοίκων της Χοιροκοιτίας και της Τέντας.

 

Από το 4100 π.Χ. αρχίζει η δεύτερη φάση του κυπριακού νεολιθικού πολιτισμού, η λεγόμενη Νεολιθική II περίοδος, που διαρκεί μέχρι το 3900 π.Χ. και που αντιπροσωπεύεται με τους συνοικισμούς στη Σωτήρα της Λεμεσού, στην Βρύση του Αγίου Επικτήτου Κερύνειας, στον Δράκο της Φιλιάς και στην Καλαβασό Α. Παράλληλα με τη σημαντική ανάπτυξη, που είναι καταφανέστατη σ' όλους τους τομείς της βιοτεχνίας, κατά τη διάρκεια της νέας αυτής περιόδου εξελίσσεται σε μεγάλο βαθμό και η οικιακή αρχιτεκτονική, που συνδυάζει τον παλαιό τυπικό ρυθμό με καινούργιους ρυθμούς και αποκτά ένα εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα.

 

Βλέπε λήμμα: Σωτήρα αρχαιολογικός χώρος

 

Στο συνοικισμό της Σωτήρας μερικές από τις κατοικίες είναι ακανόνιστες, κυκλικές ή ελλειψοειδείς, άλλες ακανόνιστες τετράγωνες ή τετράπλευρες με στρογγυλεμένα άκρα και άλλες συνδυάζουν το τετράπλευρο με το ημικυκλικό σχήμα. Τα θεμέλια και το κάτω μέρος των τοίχων είναι κτισμένα με αργούς λίθους και το πάνω μέρος με πλιθάρια ή με καλάμια και ξύλα, επενδυμένα με παχύ στρώμα πηλού. Το μέγιστο πάχος των τοίχων είναι ένα, περίπου, μέτρο και το διατηρημένο ύψος τους δεν ξεπερνά τα 90 εκατοστά. Στην πρόσοψη της κάθε κατοικίας υπήρχε μια και μοναδική πόρτα. Στο χαμηλό ύψος των διατηρημένων τοίχων δεν έχουν επισημανθεί τα ίχνη παραθύρων. Άγνωστα παραμένουν επίσης τόσο η τεχνική κατασκευή όσο και το σχήμα της στέγης. Τα δάπεδα ήταν καμωμένα από κτυπητή γη και στο κέντρο τους υπήρχαν συνήθως ένας κεντρικός και τέσσερις γωνιακοί πάσσαλοι, που υποβάσταζαν τη στέγη. Στις μεγάλες κατοικίες ο εσωτερικός χώρος υποδιαιρείται σε μικρά δωμάτια με τις απαραίτητες κυκλικές εστίες σε απόκεντρα σημεία και με τα κτιστά έδρανα, που εφάπτονταν στους πλάγιους τοίχους και που χρησίμευαν σαν κρεβάτια. Η διάταξη των κατοικιών είναι πολύ πυκνή και χωρισμένη σε μικρές ομάδες, που συγκοινωνούν με στενά περάσματα. Μερικές ενδείξεις στη βόρεια πλευρά του λόφου οδηγούν στην εικασία ότι οι κατοικίες περιβάλλονταν από αμυντικό τοίχο.

 

Οι κατοικίες, που αποκαλύφθηκαν στη Βρύση του Αγίου Επικτήτου Κερύνειας παρουσιάζουν τρεις διαδοχικές αρχιτεκτονικές φάσεις: Στην πρώτη φάση του συνοικισμού οι κατοικίες ήσαν πρόχειρες καλύβες από ξύλα και κλαδιά, επενδυμένες με πηλό, αλλά στη δεύτερη και τρίτη φάση ήσαν λιθόκτιστες στα θεμέλια και στο κάτω μέρος των τοίχων και πλινθόκτιστες στο ανώτερο μέρος των τοίχων. Οι στέγες ήταν ελαφρά κεκλιμένες, κατασκευασμένες από καλάμια και κλαδιά, καλυμμένες με πηλό και στηριγμένες εσωτερικά από ένα κεντρικό πάσσαλο, στερεωμένο στο δάπεδο.

 

Τα σχήματα των κατόψεων των κατοικιών ακολουθούν τα πρότυπα της Σωτήρας και είναι ακανόνιστα τετράγωνα ή ορθογώνια με στρογγυλεμένα άκρα και σε μερικές περιπτώσεις απροσδιόριστα τετράπλευρα, προσαρμοσμένα στην απότομη κλίση του εδάφους. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο όλες σχεδόν οι κατοικίες είναι ημιυπόγειες. Όλες είναι μονόθυρες και οι περισσότερες μονοθάλαμες, αλλά υπάρχουν και μερικές που υποδιαιρούνται σε μικρότερους χώρους με ξύλινους διαχωριστικούς τοίχους. Οι εξωτερικοί τοίχοι είναι λεπτότεροι απ' εκείνους των κατοικιών της Σωτήρας και το πάχος τους κυμαίνεται μεταξύ 50 και 80 εκατοστών. Οι εσωτερικές όψεις των τοίχων είναι επενδυμένες με πηλό και συνήθως στηρίζονται με μικρούς ξύλινους πασσάλους. Τα δάπεδα είναι κατασκευασμένα από στερεοποιημένη ανθεκτική λάσπη ή κτυπητή γη και εφοδιασμένα με απόκεντρες εστίες και χαμηλά έδρανα στους πλάγιους τοίχους, που άλλοτε είναι ολότελα κτισμένα από μικρούς αργούς λίθους και πηλό και άλλοτε μόνο από πηλό. Οι εστίες σε μερικές κατοικίες είναι μικρές και χαμηλές κυκλικές εξέδρες με κοίλο εσωτερικό χώρο, κατασκευασμένες από συμπαγή πηλό, σε άλλες μεγάλα, αβαθή, ημισφαιρικά, πήλινα κύπελλα μέσα στο δάπεδο, πλαισιωμένα από παχιά τοιχώματα πηλού, και σε άλλες τρεις ειδικά κατεργασμένοι ασβεστόλιθοι σε σχήμα Π, τοποθετημένοι συνήθως στα πλευρικά των δαπέδων. Πολύ στενά δαιδαλικά περάσματα αποτελούσαν τις προσβάσεις στις κατοικίες, που σχεδόν εφάπτονταν η μια στην άλλη.

 

Στην πρώτη φάση του συνοικισμού τα σύνορά του, προς τη στεριά, ήσαν οχυρωμένα με τοίχο και τάφρο, που είχε βάθος 4 μέτρα και πλάτος 7 μέτρα στην επιφάνεια και 1,50 μέτρο στη βάση της. Η τάφρος αυτή, που περικύκλωνε και απομόνωνε τον συνοικισμό από τη στεριά, καταστράφηκε αργότερα και αχρηστεύτηκε όταν ο αριθμός των κατοίκων αυξήθηκε και οι κατοικίες τους, αναγκαστικά, επεκτάθηκαν και πιο πέρα απ' αυτήν.

 

Βλέπε λήμμα: Φιλιά αρχαιολογικός χώρος

 

Όπως και στο συνοικισμό της Βρύσης στον Άγιο Επίκτητο, έτσι και στο συνοικισμό του Δράκου στη Φιλιά η οικιακή αρχιτεκτονική παρουσιάζει τρεις φάσεις: Τα κατάλοιπα των κατοικιών, που ανήκουν στην πρώτη και τη δεύτερη φάση του συνοικισμού είναι ελάχιστα και απροσδιόριστου σχήματος. Οι κατοικίες όμως της τρίτης φάσης έχουν ακανόνιστο τετράγωνο ή ορθογώνιο σχήμα με στρογγυλεμένες γωνίες. Οι τοίχοι τους είναι λιθόκτιστοι στο κάτω μέρος και πλινθόκτιστοι στο πάνω μέρος και οι στέγες τους είναι επίπεδες από καλάμια και ξύλα, επενδυμένα με συμπαγή πηλό, και στηρίζονται από ένα κεντρικό πάσσαλο, στερεωμένο στο γήινο δάπεδο, στο οποίο υπάρχουν κυκλικές εστίες και έδρανα, όπως ακριβώς στη Σωτήρα και στον Άγιο Επίκτητο. Στο νότιο και το δυτικό τμήμα του συνοικισμού αποκαλύφθηκαν τα κατάλοιπα οχυρωματικού τοίχου και μια τάφρος πλάτους 2 μέτρων και βάθους 1,5 μέτρου, που ανήκουν στην αρχική του φάση. Στη δεύτερη φάση του συνοικισμού, όπως και στη Βρύση του Αγίου Επικτήτου, τα οχυρωματικά αυτά έργα καταστράφηκαν και οι κατοικίες επεκτάθηκαν πολύ πιο πέρα απ' αυτά.

 

Μια εντελώς πρωτότυπη και πολύ διαφορετική οικιακή αρχιτεκτονική χαρακτηρίζει τις κατοικίες της Καλαβασού Α, που ανήκουν σε μια μικρή αγροτική κοινότητα γεωργών και κτηνοτρόφων. Πρόκειται για ημιυπόγειες, μονοθάλαμες κατοικίες, ακανόνιστου κυκλικού ή ελλειψοειδούς σχήματος, λαξευμένες στο φυσικό, σκληρό βράχωμα, που πιθανό να ήσαν στεγασμένες από καλάμια και ξύλα, καλυμμένα με συμπαγές στρώμα πηλού. Εκτός από μερικά μικρά κυκλικά ανοίγματα σε κεντρικά σημεία των γυμνών, φυσικών δαπέδων, που φαίνεται να ήσαν οι υποδοχές ξύλινων πασσάλων για το στήριγμα των στεγών, δεν υπάρχουν άλλες ενδείξεις για τη δόμηση και την υπόλοιπη αρχιτεκτονική μορφή των κατοικιών.

 

Ταφική αρχιτεκτονική: Ταυτόχρονα και παράλληλα με την οικιακή αρχιτεκτονική εμφανίζεται και η ταφική αρχιτεκτονική, που χαρακτηρίζεται από μια απέριττη απλότητα και στερεότυπη ομοιομορφία σ' όλους τους προκεραμεικούς νεολιθικούς συνοικισμούς. Σ' ολόκληρη τη διάρκεια της Προκεραμεικής Νεολιθικής περιόδου οι νεκροί θάβονταν σε συνεσταλμένη στάση μέσα σε μικρούς αβαθείς και ορθογώνιους λακκοειδείς τάφους, κάτω από τα δάπεδα των κυκλικών κατοικιών ή έξω από τις εισόδους των κατοικιών και την ταφή τους συνόδευαν λιγοστά λίθινα κτερίσματα, συνήθως αγγεία, όπλα, εργαλεία και κοσμήματα.

 

Η ομοιομορφία, που χαρακτηρίζει την ταφική αρχιτεκτονική της Προκεραμεικής περιόδου, είναι το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα και στους τάφους της Νεολιθικής II περιόδου σ' όλους τους συνοικισμούς της περιόδου αυτής, αλλά στους συνοικισμούς της Σωτήρας, της Βρύσης του Δράκου και της Καλαβασού Α τα ταφικά έθιμα παρουσιάζουν μερικές ριζικές και κτυπητές διαφορές. Οι τάφοι συνεχίζουν την αρχιτεκτονική παράδοση των μικρών αβαθών και ορθογώνιων ορυγμάτων, αλλά στους πιο πάνω συνοικισμούς είναι σκαμμένοι ή λαξευμένοι όχι μέσα ή απ' έξω από τις κατοικίες, αλλά σε ξεχωριστά νεκροταφεία, που συνορεύουν με τους συνοικισμούς. Οι νεκροί θάβονταν και πάλι σε συνεσταλμένη στάση, αλλά χωρίς τη συνοδεία κτερισμάτων.

 

Βλέπε λήμμα: Η εποχή του Χαλκού

 

Οι αρχιτεκτονικοί τύποι των τάφων της Πρώιμης και της Μέσης εποχής του Χαλκού συνεχίζονται χωρίς καμιά καινοτομία και στη διάρκεια των τριών φάσεων της Τελευταίας εποχής του Χαλκού σ' όλα τα μέρη της Κύπρου, εκτός από την Έγκωμη, όπου, ανάμεσα στους στερεότυπους, λαξευτούς θαλαμοειδείς τάφους εμφανίζονται και τα πρώτα δείγματα των κτιστών θολωτών τάφων: Ο πρώτος τάφος, που χρονολογείται στις αρχές της πρώτης φάσης της Τελευταίας εποχής του Χαλκού, αποτελείται από ένα μικρό νεκρικό θάλαμο, με ακανόνιστη κυκλική κάτοψη, του οποίου μόνο το δάπεδο είναι λαξευτό μέσα στο φυσικό βράχο και το υπόλοιπο μέρος ολότελα κτιστό με αργούς λίθους σε σχήμα θόλου. Ένας μικρός κάθετος, λαξευτός δρόμος οδηγεί στο νεκρικό θάλαμο διά μέσου του κτιστού ορθογώνιου στομίου.

Ο δεύτερος τάφος χρονολογείται μεταξύ του 15ου και του 16ου αιώνα π.Χ. και έχει ορθογώνιο κτιστό θάλαμο και επίπεδη στέγη από ασβεστολιθικές πλάκες. Το στόμιο είναι ελαφρά ορθογώνιο και ο δρόμος του τάφου πανομοιότυπος με εκείνο του πρώτου τάφου.

Ο τρίτος τάφος χρονολογείται γύρω στο 1400 π.Χ. Ο κτιστός νεκρικός θάλαμός του έχει ελλειψοειδή κάτοψη και κυρτούς πλάγιους τοίχους που καταλήγουν σε θολωτή στέγη. Οι δυο πρώτες στρώσεις των τοίχων του θαλάμου αποτελούνται από μικρούς πελεκητούς ασβεστόλιθους και όλες οι άλλες από ψημένα πλιθάρια.

Οι υπόλοιποι εφτά τάφοι χρονολογούνται στη δεύτερη φάση της Τελευταίας εποχής του Χαλκού. Οι δυο απ' αυτούς έχουν ακανόνιστες κυκλικές κατόψεις, λιθόκτιστους, πλάγιους, κυρτούς τοίχους και θολωτή στέγη, ορθογώνιο στόμιο και μικρό λακκοειδή, λαξευτό δρόμο. Ο τρίτος έχει ορθογώνιο νεκρικό θάλαμο, λακκοειδή λαξευτό δρόμο και επίπεδη στέγη και οι άλλοι τέσσερις ακανόνιστους κυκλικούς ή ορθογώνιους θαλάμους, επίπεδες ή θολωτές στέγες και κεκλιμένους βαθμιδωτούς δρόμους.

 

Οχυρώσεις: Τα οχυρωματικά έργα αυξάνονται αισθητά στις αρχές της πρώτης φάσης της Τελευταίας εποχής του Χαλκού. Έτσι, στο φρούριο της Νιτοβίκλας στην Καρπασία, που ανακαινίστηκε και συνέχισε τον αμυντικό του ρόλο, προστίθενται και τα οχυρά, που αποκαλύφθηκαν στην τοποθεσία Νικολήδες, κοντά στον αρχαιολογικό χώρο του Ιδαλίου, και στην πόλη της Έγκωμης.

Το οχυρό στους Νικολήδες είναι μεγάλος τετράγωνος πύργος, κτισμένος με ογκώδεις ακατέργαστους λίθους που ενισχύονται με αντηρίδες στις τέσσερις γωνιές τους. Μια μεγάλη πύλη στη βορειοανατολική γωνιά οδηγούσε στον εσωτερικό χώρο του πύργου, που χωρίζεται σε τρία μικρά δωμάτια με τετράγωνες κατόψεις. Μέσα σε δυο δωμάτια βρέθηκαν τα κατάλοιπα λιθόκτιστων κλιμάκων, που πιθανό να οδηγούσαν στη στέγη του πύργου. Κατά μήκος της νότιας πλευράς του πύργου υπήρχε μια ορθογώνια ανοικτή και περιτειχισμένη αυλή με ανεξάρτητη είσοδο, που χρησίμευε σαν προμαχώνας. Στο νοτιοδυτικό άκρο του πύργου υπήρχε μια εξωτερική αυλή που επικοινωνούσε μ' ένα σύμπλεγμα δωματίων με κατάλοιπα εργαστηριακού εξοπλισμού. Το οχυρό καταστράφηκε και εγκαταλείφθηκε οριστικά στις αρχές της δεύτερης φάσης της Τελευταίας εποχής του Χαλκού.

Το οχυρό, που αποκαλύφθηκε στην Έγκωμη, βρίσκεται στο βόρειο άκρο του αρχαιολογικού χώρου, μέσα από το μεταγενέστερο «κυκλώπειο» τείχος της πόλης. Είναι ένα μεγάλο λιθόκτιστο κτίριο με ορθογώνια κάτοψη, διαστάσεων 34 Χ 12 μέτρων, που χωρίζεται σε αρκετά μικρά δωμάτια, σε μερικά από τα οποία υπάρχουν υπολείμματα από κλίμακες, που οδηγούσαν στη στέγη του κτιρίου. Κατά μήκος της νότιας πλευράς του κτιρίου υπάρχει ορθογώνια στοά με μια σειρά από πεσσούς και με δυο εισόδους στο νοτιοδυτικό και στο νοτιοανατολικό της τμήμα. Κοντά στην νοτιοδυτική είσοδο υπάρχει ορθογώνιος πύργος, που προεξέχει από το κτίριο. Όπως το οχυρό στους Νικολήδες του Ιδαλίου έτσι και το οχυρό της Έγκωμης καταστράφηκε και εγκαταλείφθηκε στις αρχές της δεύτερης φάσης της Τελευταίας εποχής του Χαλκού.

Τα οχυρωματικά έργα στη διάρκεια της τρίτης φάσης της Τελευταίας εποχής του Χαλκού αντιπροσωπεύονται με τα «κυκλώπεια» τείχη της Έγκωμης, του Κιτίου, της Σίντας και του στρατιωτικού καταυλισμού στο Παλιόκαστρο - Μάα στον κόλπο των Κοραλλίων, όπως έχουν περιγραφεί προηγουμένως.

Ναϊκή αρχιτεκτονική: Τα αρχαιότερα δείγματα ναϊκής αρχιτεκτονικής εντάσσονται στα μέσα της δεύτερης περιόδου της Τελευταίας εποχής του Χαλκού και αντιπροσωπεύονται από τα ιερά στον Άγιο Ιάκωβο Αμμοχώστου και στην τοποθεσία Πηγάδες κοντά στη Μύρτου. Ο αρχιτεκτονικός τύπος του ιερού στον Άγιο Ιάκωβο ακολουθεί τα πρότυπα των ιερών της Πρώιμης εποχής του Χαλκού, που ακόμη δεν έχουν επισημανθεί, αλλά τα αρχιτεκτονικά τους γνωρίσματα είναι γνωστά από τη συμβολική πήλινη αναπαράσταση ιερού, που βρέθηκε μαζί με άλλα κτερίσματα σ' ένα από τους τάφους στους Βουνούς. Πρόκειται για μεγάλο, υπαίθριο κυκλικό περίβολο, χωρισμένο με χαμηλό τοίχο σε δυο ημικυκλικούς χώρους, που επικοινωνούσαν μεταξύ τους με πλάγια είσοδο. Στον εσωτερικό χώρο του ιερού υπήρχαν ένας μικρός κι ένας μεγάλος βωμός, κτισμένοι με αργούς λίθους. Η κύρια είσοδος του ιερού οδηγούσε σε εξωτερική αυλή, μέσα στο δάπεδο της οποίας αποκαλύφθηκε μεγάλη πήλινη λεκάνη, γεμάτη από στάχτη και υπολείμματα καμένων κοκάλων.

Το ιερό στη Μύρτου χρονολογείται στις αρχές του 13ου αιώνα π.Χ. Αποτελείται από μια μεγάλη υπαίθρια αυλή με δυο μικρά συμπλέγματα δωματίων στα ανατολικά και στα δυτικά της άκρα. Στο δυτικό τμήμα της αυλής αποκαλύφθηκαν τα κατάλοιπα ορθογώνιου βαθμιδωτού βωμού, επιστεγασμένου με «κέρατα καθοσιώσεως», που είναι θρησκευτικά σύμβολα, ομοιόμορφα με τα κρητομινωικά και αιγυπτιακά πρότυπα. Στο ανατολικό τμήμα της αυλής υπάρχει μεγάλο έδρανο — πάγκος— ενσωματωμένο σε τοίχο.

Από τα τέλη της δεύτερης περιόδου της Τελευταίας εποχής του Χαλκού και σε ολόκληρη τη διάρκεια της τρίτης περιόδου, παράλληλα με τη μνημειακή οικιακή αρχιτεκτονική, συμβαδίζει με τον ίδιο εξελικτικό ρυθμό και η ναϊκή αρχιτεκτονική στην Έγκωμη, στο Κίτιον, στην Παλαίπαφο και αναμφίβολα σε άλλους μυκηναϊκούς χώρους πόλεων και συνοικισμών που δεν έχουν ακόμη ανασκαφεί.

Στο κέντρο του αρχαιολογικού χώρου της  Έγκωμης αποκαλύφθηκαν 4 ιερά τεμένη, κτισμένα με ισόδομους πελεκητούς ασβεστόλιθους από τα οποία τα 2 πιστεύεται ότι ήσαν αφιερωμένα στον κερασφόρο θεό που ταυτίζεται με τον Απόλλωνα Κεραιάτη, τον θεό προστάτη των βοσκών στην Αρκαδία, που εύλογα υποστηρίζεται ότι τον έφεραν μαζί τους οι πρώτοι Αχαιοί - Μυκηναίοι - άποικοι. Η απόδοση των ιερών στον κερασφόρο θεό οφείλεται στην ανακάλυψη δυο χάλκινων μικρών αγαλμάτων, ένα στο πρώτο κι ένα στο δεύτερο ιερό, που παριστάνουν το θεό με κερατοειδές κράνος. Εκτός από το κράνος, στο πρώτο άγαλμα ο θεός φορεί κοντό περίζωμα και στο δεύτερο παριστάνεται γενειοφόρος με περικόρμιο, περίζωμα και κνημίδες, οπλισμένος με ασπίδα και δόρυ και στηριγμένος πάνω σε τάλαντο χαλκού.

Το πρώτο ιερό, που απέδωσε το άγαλμα του άοπλου κερασφόρου θεού και που χρονολογείται γύρω στο 1030π.Χ., αποτελείται από μια κεντρική αίθουσα με είσοδο, που οδηγεί στους λατρευτικούς χώρους δυο μικρών δωματίων. Η στέγη της αίθουσας στηρίζεται πάνω σε δυο μεγάλους πεσσούς.

Το δεύτερο ιερό, μέσα στο οποίο βρέθηκε ο οπλισμένος κερασφόρος θεός και που χρονολογείται γύρω στο 1150 π.Χ., αποτελείται από μια υπαίθρια ορθογώνια αυλή, στην οποία υπάρχουν ένας κτιστός βωμός, δυο όρθιοι μεγάλοι μονόλιθοι και έδρανα για την τοποθέτηση των αφιερωμάτων. Στη βορειοανατολική γωνιά της αυλής υπάρχει ένα μικρό δωμάτιο, από το οποίο προέρχεται το άγαλμα του θεού.

Το τρίτο ιερό, που είναι ενωμένο με το πρώτο ιερό του κερασφόρου θεού και που κτίστηκε την ίδια χρονική περίοδο, αποτελείται από μια ορθογώνια αίθουσα, μέσα στην οποία αποκαλύφθηκαν ένα μικρό δωμάτιο, μια τράπεζα προσφορών και κοντά σ' αυτή ένας κτιστός βωμός. Στο μικρό δωμάτιο βρέθηκε ένα χάλκινο αγαλμάτιο θεάς με διπλή κεφαλή.

Το τέταρτο ιερό, που είναι σύγχρονο του δευτέρου, αποτελείται από ένα προπύλαιο, που οδηγεί σ' ένα μικρό, εσωτερικό λατρευτικό δωμάτιο. Στο κέντρο του δωματίου υπάρχει μικρό φρεάτιο και κοντά σ' αυτό μια λίθινη ορθογώνια βάση πεσσού, του οποίου το επίκρανο, που είναι κοσμημένο με βαθμιδωτό κυμάτιο, βρέθηκε πάνω στο δάπεδο του δωματίου.

Στο Κίτιον η παρουσία της ναϊκής αρχιτεκτονικής είναι εντονότερη. Στο χώρο της αρχαίας πόλης, που βρίσκεται στην τοποθεσία Καθαρή, μέσα στη σημερινή πόλη της Λάρνακας, αποκαλύφθηκαν συνολικά τα κατάλοιπα 5 μυκηναϊκών ναών, που είναι συγκεντρωμένοι σε μια μικρή περιοχή κοντά στο «κυκλώπειο» τείχος. Δυο από τους ναούς χρονολογούνται στα τέλη της δεύτερης φάσης της Τελευταίας εποχής του Χαλκού. Μετά την καταστροφή τους, γύρω στο 1200 π.Χ., ο ένας ναός εγκαταλείφθηκε και ο δεύτερος ξανακτίστηκε με μεγάλους πελεκητούς ασβεστόλιθους σε επιμελημένο ισοδομικό σύστημα. Παράλληλα με την ανοικοδόμησή του άρχισε η ανέγερση του τρίτου ναού με το ίδιο υλικό και με πανομοιότυπο ισοδομικό σύστημα και στη συνέχεια ακολούθησε η σταδιακή ανέγερση του τέταρτου ναού με αργούς λίθους και του πέμπτου με αργούς λίθους στο κάτω μέρος και με πλιθάρια στο πάνω μέρος. Όλοι οι ναοί είναι κτισμένοι με τον ίδιο αρχιτεκτονικό τύπο: αποτελούνται από μια μεγάλη υπαίθρια εσωτερική αυλή και από ένα στενόμακρο οπισθόδομο ή άδυτο, που χωρίζεται από την αυλή με παχύ τοίχο, κτισμένο με πελεκητούς και αργούς λίθους. Οι τρεις πρώτοι ναοί αποτελούν ένα ιδιαίτερο ενιαίο σύμπλεγμα και χωρίζονται από τους δυο άλλους με κεντρικό δρόμο της πόλης. Έξω από τους ναούς υπήρχαν τεχνητές, γήινες, ανοικτές αυλές με βωμούς και τράπεζες προσφορών. Στην εσωτερική υπαίθρια αυλή του μεγαλύτερου ναού, που έχει μήκος 33,60 μ. και πλάτος 22 μ., υπήρχε ιερός κήπος και μικρή δεξαμενή. Μπροστά από το άδυτο του πέμπτου ναού υπάρχει μεγάλη τράπεζα προσφορών. Ανάμεσα στα διάφορα αρχιτεκτονικά μέλη, που βρέθηκαν σκορπισμένα στις ανοικτές αυλές των ναών, περιλαμβάνονται δυο ζεύγη λίθινων «κεράτων καθοσιώσεως», δυο επίκρανα πεσσών με βαθμιδωτό κυμάτιο στις 4 πλευρές, ομοιόμορφα με το επίκρανο πεσσού, που βρέθηκε στο τέταρτο ιερό της Έγκωμης.

Σύγχρονος με τους ναούς του Κιτίου είναι και ο ναός της Αφροδίτης στην Παλαίπαφο (Κούκλια). Από τα ελάχιστα οικοδομικά κατάλοιπα του ναού, που έχουν διασωθεί, φαίνεται καθαρά ότι κτίστηκε με παρόμοιο υλικό και με το ίδιο ισοδομικό σύστημα των ναών της Έγκωμης και του Κιτίου. Τα διασωθέντα αρχιτεκτονικά μέλη του ναού περιλαμβάνουν επίκρανα πεσσών και «κέρατα καθοσιώσεως», παρόμοια μ' εκείνα των ναών του Κιτίου. Παρόλο που ο αρχιτεκτονικός τύπος του ναού δεν μπορεί να καθοριστεί από τα οικοδομικά κατάλοιπά του, πιθανολογείται ότι ταυτίζεται με τον τύπο του τριμερούς ιερού, που παριστάνεται σε ρωμαϊκά νομίσματα και σε σφραγιδόλιθους.

 

Πηγή

Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια

 

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image