Ροδάνιν ή ροάνιν

Image

Έτσι λέγεται η λεπτή σιδερένια σμίλη που στερεώνεται στο δουλάππιν, επί της οποίας τυλίγεται η κλωστή. 

 

Ωστόσο ροδάνιν ή και ροάνιν λεγόταν κι άλλο βασικό κλωστικό εργαλείο που χρησιμοποιούσε η Κυπρία οικοκυρά σε παλαιότερες εποχές.  Ήταν κάτι παρόμοιο προς το αδράχτιν, μόνο που εχρησιμοποιείτο ανάποδα. Ήταν, δηλαδή, ένα εργαλείο μήκους 25-30 εκ. περίπου που αποτελείτο από μια σμίλη, στο κάτω μέρος της οποίας υπήρχε «κεφαλή» για βαρίδι (ενώ στο αδράχτιν η κεφαλή είναι στο επάνω μέρος). Διά της περιστροφής, τυλίγονταν μεταξύ τους οι ίνες και σχημάτιζαν την κλωστή, στο επιθυμητό πάχος.

 

Με το ροδάνιν κατασκεύαζαν οι γυναίκες συνήθως τις κλωστές από λινάρι και βαμβάκι. Μάλιστα για να μπορούν να κατασκευάζουν μεγαλύτερη σε μήκος κλωστή, στέκονταν ψηλά στο παράθυρο κι άφηναν το ροδάνιν να περιστρέφεται προς τα κάτω, έξω από το παράθυρό τους. Η εργασία, βέβαια, αυτή στο παράθυρο αποτελούσε και δικαιολογία για να βλέπουν οι κοπέλες τους νέους που περνούσαν. Πρβλ. και τους ακόλουθους στίχους από το δημοτικό κυπριακό τραγούδι Τα εκατόν λόγια:

 

... Τζ' η κόρη να 'βαρέθηκεν, να βκη σ' το παναθύριν,

   νά 'πιασεν την γρουσήν ρόκκαν, τζ'αί το γρουσόν ροδάνιν,

   νά 'συρεν το ροδάνιν της, να 'κόπην η κλωστή της,

   να 'κόπην η γρουσή κλωστή, νά ’ππεσεν το ροδάνιν,

   κανείς να μεν ευρέθηκεν να 'πα να της το πάρη...

 

   και λίγο πιό κάτω, στο ίδιο τραγούδι:

 

... Τζ’αι διπλακίδιν το 'καμεν, σ ' τα σ’ έρκα του το παίρνει,

κάθε σκαλίν εφίλαν το, κάθε σκαλίν φιλά το,

κάθε τζ’αι τρία-τέσσερα στέκει τζ'αι αρωτά το:

Ροδάνιν μου ۠ σαν σε φιλώ, να φιλούν την τζ' υράν σου...

Αθ. Σακελλαρίου, Τά Κυπριακά, Β', 1891, σ. 41).

 

Πιο στερεό (μεταλλικό-σιδερένιο) ροδάνιν ήταν ο λεγόμενος αγκλωστάρης. Αυτόν χρησιμοποιούσαν βασικά οι σκαρπάρηες (υποδηματοποιοί) για να κλώθουν δυο και τρεις κλωστές μαζί και να κατασκευάζουν πιο χοντρό και στέρεο σπάγγο για ράψιμο των υποδημάτων.

 

Πηγή

Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια