Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Βαρυπνάς (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. αγρυπνάς (1. ο βαθύς και βαρύς ύπνος. 2. ο εφιάλτης).