Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κοντάτζ̌ια (τα) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

τα κοντάκια, σύντομη σειρά ύμνων του όρθρου που αποτελείται από το προοίμιο και τους οίκους που έχουν κοινό τον τελευταίο στίχο.