Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κρεμμασταρκά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. κρεμμάλλα (1. η κρεμάλα. 2. παιδικό παιχνίδι. 3. τα σταφύλια που έχουν κρεμμαστεί για να διατηρηθούν).