Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μεσολάβος (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. μεσίτης (1. ο μεσολαβητής. 2. ο προξενητής).

Συνώνυμα:

Μεσίταινα (η)