Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μιλλοσφοντζ̌ίσματα (τα) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. σφογγίσματα για να καθαρίσουν τα δοχεία από το λίπος. 2. μτφ. τα πενιχρά μέσα.

Ετυμολογία:

μίλλα= λίπος+σφοντζ̌ίζομαι= σφογγούμαι

Ειδικές φράσεις:

«Με τα μιλλοσφοντζ̌ίσματα εν τζ̌αι γίνεται τίποτε» «με τα μιλλοσφοντζ̌ίσματα εν τζ̌αι κάμνουν πίττες» (Οι καλές δουλειές απαιτούν και τα ανάλογα μέσα για να πραγματοποιηθούν) (Γιώργου Β. Γεωργίου, «Χίλιες κυπριακές παροιμίες και φράσεις», σελ.121, 2014)