Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τάρκα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. το σκέπασμα για προστασία. 2. βλ. σκουτάριν (η ασπίδα, το σκουτάρι).