Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πεταλλίδα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. η πεταλούδα. 2. η πεταλίδα, το εδώδιμο μαλακόστρακο με κωνικό κέλυφος που ζει προσκολλημένο σε βράχια.

Συνώνυμα:

Πεταλλίνα (η)