Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αμμεσ̌σ̌υλλοήρευκε »

Ρήμα

Σημασία:

πήγαινε να γυρεύεις σκύλλους, λέγεται σε κάποιον σαν βρισιά με νόημα να πάει να χαθεί από μπροστά του.

Ετυμολογία:

άμε=πήγαινε+ σ̌σ̌ύλλος= σκύλος + γύρευκε = γύρευε