Φραγκοκρατία

Image

Με τον όρο Φραγκοκρατία εννοούμε τη μεσαιωνική εκείνη περίοδο των τριών αιώνων της κυπριακής ιστορίας κατά την οποία το νησί βρισκόταν υπό την κυριαρχία των φράγκων Λουζινιανών και ήταν αυτόνομο βασίλειο, δηλαδή την περίοδο από το 1192 μέχρι το 1489. Η περίοδος αυτή θεωρείται από πολλούς ως η «χρυσή εποχή» της Κύπρου. Και ήταν, πράγματι, μια εντυπωσιακή περίοδος κατά την οποία όμως ο ντόπιος πληθυσμός βρισκόταν υπό καθεστώς σκληρής δουλείας κι αποτελούσε την κατώτερη, κοινωνικά, τάξη. 

 

Η κατάκτηση της Κύπρου από τον βασιλιά της Αγγλίας Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο το 1191 σήμανε την οριστική αποκοπή του νησιού από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία απ' όπου είχε αποσχιστεί λίγα μόλις χρόνια πιο πριν με τις χωριστικές ενέργειες του Ισαακίου Κομνηνού. Ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος, που μετείχε στην τρίτη Σταυροφορία, αφού λεηλάτησε την Κύπρο και πήρε ό,τι μπορούσε να υπεξαιρεθεί, κι αφού άφησε στην Κύπρο φρουρές και δυο εκπροσώπους του που ανέλαβαν τη διοίκηση, αναχώρησε για τον τελικό του προορισμό, τους Αγίους Τόπους (όπου η ανδρεία του τού χάρισε το επώνυμο «Λεοντόκαρδος» αλλά δεν του χάρισε και την επιτυχία). Εκεί ενδιαφέρθηκε να βρει αγοραστές για να πωλήσει την Κύπρο, την οποία δεν σκόπευε να κρατήσει. Ενδιαφέρθηκαν οι Ναΐτες ιππότες, που αγόρασαν το νησί, κι έστειλαν μικρή δύναμη του τάγματος τους να αναλάβει τη διακυβέρνησή του. Σύντομα η σκληρή συμπεριφορά των Ναϊτών οδήγησε σε εξέγερση εναντίον τους στη Λευκωσία, το Πάσχα του 1192, και σφαγή του λαού (βλέπε λήμμα Ναΐτες ιππότες). Μετά τη σφαγή οι Ναΐτες αντιλήφθηκαν ότι δεν θα μπορούσαν πλέον να διοικήσουν την Κύπρο, οπότε και την επέστρεψαν αμέσως στον Ριχάρδο. Ο τελευταίος την πώλησε τότε στον Γάλλο ευγενή Γκύ (Γουΐδο) ντε Λουζινιάν, πρώην βασιλιά των Ιεροσολύμων. Ο Γκύ ντε Λουζινιάν, γιος του Ούγου Η' Κυρίου του Λουζινιάν (κοντά στο Πουατιέ της Γαλλίας), ήταν Σταυροφόρος που νυμφεύθηκε την Σίβυλλα, κόρη του βασιλιά των Ιεροσολύμων Αμάλριχου Α'. Η Σίβυλλα είχε ένα γιο από προηγούμενο γάμο της, τον Βαλδουίνο Ε', που ήταν ο διάδοχος και τελικά κάτοχος του θρόνου των Ιεροσολύμων, στον οποίο όμως δεν παρέμεινε για πολύ γιατί πέθανε πρόωρα, το 1186. Τότε στον θρόνο ανήλθε ο Γκύ ντε Λουζινιάν που ήταν θετός του πατέρας. Τον επόμενο χρόνο ο Γκύ ντε Λουζινιάν ηττήθηκε στην Τιβεριάδα από τον περιβόητο Σαλαντίν και μάλιστα συνελήφθη αιχμάλωτος. Λίγο αργότερα κατόρθωσε ν' απελευθερωθεί και συνέχισε τον πόλεμο κατά των Μωαμεθανών στους Αγίους Τόπους. Χωρίς όμως επιτυχία, κι όταν μάλιστα το 1187 ο Σαλαντίν κατέλαβε και την ίδια την Ιερουσαλήμ, ουσιαστικά το βασίλειο του Γκύ ντε Λουζινιάν είχε καταλυθεί. Το βασίλειο των Ιεροσολύμων ήταν δημιούργημα των Ευρωπαίων Σταυροφόρων της πρώτης Σταυροφορίας, όπως και οι διάφορες μικρές ηγεμονίες στη μεσαιωνική Συρία και Παλαιστίνη. Η απώλεια της Ιερουσαλήμ το 1187, δηλαδή η ανακατάληψη της από τους Μωαμεθανούς, συγκλόνισε τους Χριστιανούς της Ευρώπης κι οργανώθηκε τότε μια νέα Σταυροφορία, η τρίτη κατά σειράν. Καθ' οδόν προς τους Αγίους Τόπους, ο βασιλιάς της Αγγλίας Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος, που ήταν εκ των ηγετών της, κατέλαβε την Κύπρο. Ο Γκύ ντε Λουζινιάν ήταν μεταξύ εκείνων που είχαν σπεύσει στο νησί από τη Συρία με δυνάμεις τους, για να βοηθήσουν τον Ριχάρδο στην επιχείρηση του στην Κύπρο, το 1191. Τον επόμενο χρόνο ο Γκύ ντε Λουζινιάν αγόρασε την Κύπρο από τον Άγγλο βασιλιά, ενώ το βασίλειο των Ιεροσολύμων δεν ανακτήθηκε ποτέ πλέον.

 

Η τιμή στην οποία ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος είχε πωλήσει την Κύπρο στους Ναΐτες ιππότες λέγεται ότι ήταν 100.000 χρυσά βυζάντια, εκ των οποίων οι 40.000 είχαν πληρωθεί προκαταβολικά. Οι υπόλοιπες 60.000 επρόκειτο να του καταβληθούν αργότερα. Όταν οι Ναΐτες επέστρεψαν το νησί στον   Άγγλο βασιλιά, ο Γκύ ντε Λουζινιάν το αγόρασε στην ίδια τιμή και με τους ίδιους όρους. Στη συνέχεια ο Γκύ ντε Λουζινιάν προχώρησε στην οργάνωση της Κύπρου σε βασίλειο, στο πρότυπο των δυτικοευρωπαϊκών μεσαιωνικών βασιλείων και με την εισαγωγή κι εφαρμογή του φεουδαρχικού συστήματος. Ωστόσο ο ίδιος ο Γκύ ντε Λουζινιάν δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το έργο αυτό, ούτε να γίνει, στην πραγματικότητα, βασιλιάς της Κύπρου, αφού πέθανε μόλις δυο χρόνια αργότερα, το 1194. Υπήρξε όμως ο ιδρυτής της δυναστείας των Λουζινιανών βασιλιάδων που κατείχαν την Κύπρο για τρεις σχεδόν αιώνες (για την οικογένεια των Λουζινιανών της Κύπρου βλέπε και λήμμα Λουζινιανοί).

 

Η κατάκτηση της Κύπρου από τον Ριχάρδο και, τελικά, η απόκτησή της από τους Λουζινιανούς, τερμάτισε οριστικά τη Βυζαντινή περίοδο της κυπριακής ιστορίας. Ουσιαστικά η Κύπρος θα πρέπει να θεωρείται ως μια από τις απώλειες των Βυζαντινών εξαιτίας των καταστροφικών, για την Βυζαντινή αυτοκρατορία, Σταυροφοριών. Εξάλλου, 13 μόλις χρόνια αργότερα, δηλαδή το 1204, οι Σταυροφόροι κυρίευσαν και την ίδια την Κωνσταντινούπολη, με ανυπολόγιστες συνέπειες για τον Ελληνισμό ιδιαίτερα, αν και η επικυριαρχία τους στην Βασιλεύουσα δεν κράτησε για πολύ. Αλλά και αυτή η ίδια η ίδρυση του μεσαιωνικού βασιλείου της Κύπρου εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της εξάπλωσης των δυτικοευρωπαίων στην Ανατολή. Όπως και το βασίλειο των Ιεροσολύμων και οι διάφορες μικρές ηγεμονίες (βαρωνίες, κομητείες, πριγκιπάτα) στη Συρία και στην Παλαιστίνη, έτσι και το μεσαιωνικό βασίλειο της Κύπρου ήταν δημιούργημα των Σταυροφοριών που, ως ένα μεγάλο βαθμό, εξυπηρετούσαν οικονομικά συμφέροντα της Ευρώπης αλλά στηρίζονταν και στον θρησκευτικό φανατισμό, καθώς και στις φιλοδοξίες διαφόρων παπών να επεκτείνουν τη θρησκευτική τους εξουσία στην Ανατολή. Μέσα σ' αυτό το γενικό κλίμα οι Λουζινιανοί, που ήταν οικογένεια (σωστότερα κλάδος οικογένειας) Φράγκων ευγενών, βοηθήθηκαν τόσο στο ν' αποκτήσουν την Κύπρο όσο και στο να σταθεροποιηθούν σ' αυτήν και να ιδρύσουν βασίλειο.

 

Η αποκοπή, συνεπώς, της Κύπρου από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία επήλθε βίαια και ξαφνικά. Κι ήταν, βέβαια, αποκοπή πολιτικοστρατιωτική, αλλ' οπωσδήποτε όχι και πνευματική. Για 800 και πλέον χρόνια η Κύπρος είχε παραμείνει υπό την επιρροή (πολιτική, οικονομική, στρατιωτική και, προπάντων, πνευματική) του Βυζαντινού Ελληνισμού και η μακρά και βαθιά αυτή σχέση είχε δημιουργήσει ισχυρότατους δεσμούς που διατηρήθηκαν. Η ξαφνική αποκοπή της Κύπρου από το σώμα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας απετέλεσε σοβαρότατο πλήγμα για τον Ελληνισμό του νησιού. Ωστόσο, από μια άλλη άποψη, υπήρξαν κι ευεργετικά αποτελέσματα γιατί η Κύπρος συνδέθηκε τώρα με τη δυτική Ευρώπη από την οποία ήταν δυνατό να δέχεται και θετικές επιρροές- εάν οι Σταυροφόροι δεν κατελάμβαναν το νησί και δεν το οργάνωναν σε αυτόνομο και ισχυρό βασίλειο , ίσως η μοίρα του να ήταν πολύ χειρότερη γιατί, σε μια εποχή κατά την οποία η Βυζαντινή αυτοκρατορία είχε αρχίσει να βαδίζει προς την παρακμή, ασφαλώς θα παρέμενε εκτεθειμένο στις επιθέσεις των Αράβων.

 

Ο Γκύ ντε Λουζινιάν, όταν έφθασε στην Κύπρο και ανέλαβε τη διακυβέρνησή της το 1192, δεν επανέλαβε το σφάλμα των Ναϊτών ιπποτών του ιδίου χρόνου. Αντίθετα, λέγεται ότι συμπεριφέρθηκε καλά στους Κυπρίους και ζήτησε τη συνεργασία τους. Ο Λεόντιος Μαχαιράς (Χρονικών, παρ. 19-20), γράφει ότι ο Γκύ ντε Λουζινιάν είχε βοηθηθεί ιδιαίτερα από τους Γενουάτες στο ν' αποκτήσει την Κύπρο, δανειζόμενος μάλιστα απ' αυτούς τα χρήματα για να την αγοράσει. Κι ότι ἔδωκέν τους τήν ἐλευθερίαν [των Κυπρίων] ἐκείνους καί τῶν παιδιῶν τους, ὅτι ἐδουλεῦσαν του μέ τά κορμιά τους...

 

Ακόμη γράφει ότι ο Γκύ ντε Λουζινιάν θέλησε αμέσως να συνάψει συμμαχία με τον σουλτάνο του Κάτρου (που ήταν ο περιβόητος Σαλαντίν [Salah al-Din] ή Σαλαδίνος), γιατί δεν αισθανόταν καθόλου βέβαιος για τη θέση του, δεδομένου ότι διέθετε πολύ λίγες δυνάμεις έναντι ολόκληρου του ελληνικού πληθυσμού της Κύπρου που, σε περίπτώση εξέγερσης, ήταν δυνατό να βοηθηθούν κι από την Κωνσταντινούπολη: ...ἦτον εἰς μεγάλην ἔννοιαν καί ἐνοιάζετον πῶς νά ποίσῃ νά μέν ἔχουν κακόν εἰς τήν Κύπρον, ὅτι ὅλος ὁ τόπος ἦτον γεμάτος Ρωμαῖοι, καί ἐλάλεν εἰς τόν ἐμαυτόν του: «Ὄποτε θελήσουν νά ρεβελιάσουν κατά μέναν, ἠ μποροῦν νά τό ποίσουν καί θέλουν ἔχειν βοήθειαν τόν βασιλέαν τῆς Κωνσταντινόπολις... (Μαχαιράς, Χρονικόν, παρ. 22).  Όταν δε ο Γκύ ντε Λουζινιάν ρώτησε τον σουλτάνο ως προς το τι θα έπρεπε να πράξει για να κρατήσει την Κύπρο, ο Σαλαντίν του απάντησε, κατά τον Μαχαιρά (παρ. 25), σοφά: «Δώσε τα όλα για να τα κερδίσεις όλα».

 

Έτσι, ο Γκύ ντε Λουζινιάν άρχισε να δίνει. Δηλαδή να δίνει γαίες και κτήματα, προσελκύοντας στην Κύπρο ευγενείς (και μη), τυχοδιώκτες, ιππότες κι άλλους, χωρίζοντας την Κύπρο σε πολλά μικρά φέουδα. Ωστόσο η ελευθερία την οποία ο Μαχαιράς λέγει ότι εδόθη στους Κυπρίους επειδή προσέφεραν τη σκληρή χειρωνακτική τους εργασία (ἐδουλεῦσαν του μέ τά κορμιά τους) ήταν πολύ αμφίβολη. Θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι μετά τη σφαγή του πληθυσμού από τους Ναΐτες το Πάσχα του 1192, ο Γκύ ντε Λουζινιάν προφανώς έκαμε εξαγγελίες και προέβη σ' ενέργειες για καθησύχαση των Κυπρίων. Αντιδράσεις φαίνεται, πάντως, ότι υπήρξαν μεμονωμένες, εάν κρίνουμε από τη δραστηριότητα του Κυπρίου πειρατή Κανάκη για την οποία γίνεται λόγος πιο κάτω. Δεν υπήρξε όμως μαζική λαϊκή αντίδραση, ούτε και αντίδραση της Κωνσταντινουπόλεως στις εξελίξεις αυτές περί την Κύπρο (η Κωνσταντινούπολη αντιμετώπιζε ήδη αρκετά άλλα σοβαρά προβλήματα με τους Σταυροφόρους).

 

Έστω κι αν ο Γκύ ντε Λουζινιάν υπεσχέθη κάποιες «ελευθερίες» στους Κυπρίους, γεγονός ήταν ότι άρχιζε γι’ αυτούς μια περίοδος σκληρής σκλαβιάς.

 

 

 

 

ΒΑΣΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Λεοντίου Μαχαιρά, Ἐξήγησις τῆς γλυκείας χώρας Κύπρου, ἡ ποῖα λέγεται Κρόνακα, τούτέστιν Χρονικόν, εκδόσειςΚ. Σάθα, 1873 (Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τόμος Β), R.M. Dawkins, 1932, Α. Παυλίδη, 1982. Γεωργίου Βουστρώνιου, Διήγησις Κρόνικας Κύπρου, εκδόσεις Κ. Σάθα, 1873 (Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τόμος Β'), Α. Παυλίδη, 1989. Francesco Amadi και Diomede Strambaldi, Chroniques, έκδ. R. de Mas Latrie, Paris, 1891. Francesco Attar, Relatione del Regno til Cipro, 1540. Florio Bustron, Chronique de Γlie de Chypre, έκδ. R. de Mas Latrie, Paris, 1886. Estienne de Lusignan, Chorograffia et breve historia universale dell' isola de Cipro……, Bologna, 1573. Του ιδίου, Description de toute l’isle de Cypre, et des Roys, Princes et Seigneurs.. ..Paris, 1580. Louis de Mas Latrie, Notice sur les monnaies et les sceaux des Rois de Chypre, Paris, 18434. Του ιδίου, Histoire de l’île de Chypre sous le règne de la Maison de Lusignan, vol. I, Paris, 1861, vol. II and III, Paris, 1852-5. Camille Enlart, L' art gothique et la Renaissance en Chypre, vol. I, II, Paris, 1899 (και αγγλική έκδοση του ιδίου έργου, London, 1987). Dominique Janna, Histoire génèral des Roïaumes de Chypre, de Jérusalem, d' Arménie et d' Egypte, vol. I, II, Leyden, 1785. Αρχιμανδρ. Κυπριανού, Ἱστορία Χρονολογική τῆς Νήσου Κύπρου, Βενετία, 1788. Sir George Hill, A History of Cyprus, vol. II-III, 'The Prankish Period, 1192-1571", Cambridge University Press, 1972 (βλέπε και ιδιαίτερα εκτενή βιβλιογραφία στο έργο αυτό του G.Hill, vol. Π, pp. XIII-XL). Χάκκετ-Παπαϊωάννου, Ἱστορία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, ιδίως τον τόμο 3, Πειραιάς, 1932. Διακόνου Φιλάρετου Ι. Κουρίτου, Ἡ  Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐν Κύπρῳ  ἐπί Φραγκοκρατίας , 1907. CD. Cobham, Excerpta Cypria, Cambridge, 1908, pp. 9-53 (κείμενα διαφόρων επισκεπτών της περιόδου της Φραγκοκρατίας , σε αγγλική απόδοση). Αθ. Σακελλάριος, Τά Κυπριακά, τόμος Α', 1890, ιδίως σσ. 405-537. Φίλιου Ζαννέτου, Ἱστορία τῆς Νήσου Κύπρου, Λάρνακα, 1910-12. Κ. Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τόμος Β', Βενετία, 1873 (εκτός από τα περιλαμβανόμενα Χρονικά των Μαχαιρά και Βουστρωνίου, βλέπε και εκτενή εισαγωγή, καθώς και τα λοιπά κείμενα του τόμου). P. W. Edbury, J.G. Joachim, Τ. Mullaly, Caterina Cornaro, Trigraph, London, 1989. Assizes ofJerusalem, ed. by A.A. Beugnot, vol. I-II, Paris, 1841-1843. Marcer Brion, Caterina Cornaro regina di Cipro, Milan, 1938. Giuseppe Campolieti, Caterina Cornaro, Regina di Cipro, Signora di Asolo, Milan, 1987.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image