Ακάκι

Image

Χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, στο δυτικό τμήμα της κεντρικής πεδιάδας, 22 περίπου χμ. στα δυτικά της πρωτεύουσας. Χτισμένο σ' ένα υψόμετρο 210 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, το χωριό διασχίζεται από τον ποταμό του Ακακίου, που στα δυτικά του οικισμού δημιούργησε μια εντυπωσιακή φαρδιά κοίτη.

 

Στο Ακάκι κυριαρχούν οι αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης περιόδου γύρω από την κοίτη του ποταμού, που αποτελούνται κυρίως από αργίλλους, κροκάλες και άμμο. Στο υπόλοιπο μέρος του χωριού βρίσκονται οι αποθέσεις της Πλειστόκαινης περιόδου που αποτελούνται κυρίως από χαλίκια, άμμους και αργίλλους. Τα εδάφη της περιοχής έχουν έντονη συσχέτιση με το μητρικό πέτρωμα. Έτσι, κατά μήκος της κοίτης του ποταμού βρίσκονται τα αλλουβιακά εδάφη, ενώ στο υπόλοιπο μέρος του χωριού αναπτύχθηκαν τα κοκκινοχώματα. Τα κοκκινοχώματα ή ερυθρογαίες, όπως είναι γνωστά τα εδάφη της περιοχής, διαφέρουν από τα τέρρα ρόζα, αν και ομοιάζουν με αυτά ως προς το χρώμα. Οφείλονται στην αποσάθρωση των πυριγενών κροκαλών που μετεφέρθησαν από το πυριγενές σύμπλεγμα του Τροόδους. Είναι συνήθως αναμειγμένες με ασβεστολιθικές αποθέσεις.

 

Το κύριο χαρακτηριστικό του χωριού από γεωμορφολογικής απόψεως είναι η φαρδιά κοίτη του ποταμού του Ακακίου. Ο ποταμός κουβάλησε τεράστιους όγκους κροκαλών από τα βουνά του Τροόδους. Εξακολουθεί ιδιαίτερα σε περιόδους πλημμύρας, να διαβρώνει τις εκτάσεις στις όχθες του. Από το χωριό Αυλώνα στα ΒΔ. του Ακακίου μέχρι το χωριό Μένοικο στα ΝΑ., υπάρχει μια κλίση 120 περίπου μέτρων.

 

Η μέση ετήσια βροχόπτωση του χωριού κυμαίνεται γύρω στα 300 χιλιοστόμετρα με βροχερότερους μήνες τους Δεκέμβριο και Ιανουάριο. Τα κυριότερα προϊόντα του χωριού είναι τα σιτηρά, τα όσπρια, τα κτηνοτροφικά φυτά, οι πατάτες, (χειμερινής και ανοιξιάτικης εσοδείας) τα καρότα, οι ελιές, λίγα οπωροφόρα, τα πεπονοειδή, τα λαχανικά και τα εσπεριδοειδή. Παρά τη χαμηλή βροχόπτωση που δέχεται το χωριό, η χρησιμοποίηση των νερών του ποταμού Ακακίου και η ανόρυξη διατρήσεων στην περιοχή του συνέβαλαν στην επέκταση των αρδευόμενων εκτάσεων.

 

Το Ακάκι όπως και αρκετά άλλα γειτονικά χωριά, υποφέρουν από σοβαρά προβλήματα διακατοχής γης και νερού. Ο πολυτεμαχισμός της γης είναι πολύ οξύς, αφού υπάρχουν παραδείγματα ιδιοκτητών με 100 και περισσότερα τεμάχια ή μερίδια γης. Πολλά άλλα προβλήματα ιδιοκτησίας, όπως είναι η εξ αδιαιρέτου ιδιοκτησία, η διπλής ή πολλαπλής μορφής διακατοχή της γης, η έλλειψη αγροτικού δικτύου και το χαώδες σύστημα δικαιωμάτων νερού, δυσχεραίνουν πολύ τη γεωργική ανάπτυξη.

 

Παρά το γεγονός ότι η διοικητική έκταση του χωριού δεν κατελήφθη από τις δυνάμεις εισβολής, ωστόσο ένα σημαντικό μέρος βρίσκεται στην ουδέτερη ζώνη. Η καλλιέργεια των περισσοτέρων αυτών ιδιοκτησιών δεν είναι κατορθωτή από το 1974 και ύστερα.

 

Εκτός από τη γεωργία, το χωριό ασχολείται και με την κτηνοτροφία. Δημιουργήθηκε κτηνοτροφική περιοχή, στ' αριστερά του ποταμού Ακακίου, στην οποία βρίσκονται οι κτηνοτροφικές μονάδες τόσο των κτηνοτρόφων του Ακακίου όσο και των εκτοπισμένων που τώρα διαμένουν στο Ακάκι.

 

Η βιομηχανία, που κυρίως βασίζεται στις πρώτες ύλες ή αναπτύχθηκε εξαιτίας της γειτνίασης προς τη Λευκωσία, είναι μια άλλη οικονομική δραστηριότητα του χωριού. Το 1982 στο χωριό υπήρχαν 8 είδη βιομηχανίας, όπως η κατασκευή γιαουρτιού, οι ζωοτροφές- πτηνοτροφές, είδη πλεκτικής, η ξυλουργική, η κατασκευή ξύλινων επίπλων, τα μωσαϊκά και η επισκευή αυτοκινήτων και γεωργικών μηχανημάτων. Κατά μήκος της φαρδιάς κοίτης του ποταμού στα πρόσφατα χρόνια έγινε εντατική εκμετάλλευση των χαλικιών και κροκαλών. Σύμφωνα με την απογραφή επιχειρήσεων του 1985 λειτουργούσαν στο Ακάκι 26 βιομηχανικές μονάδες και εργαστήρια που απασχολούσαν 93 άτομα.

 

Ο πληθυσμός του Ακακίου σημείωσε μια σταθερή αύξηση ανά το 1881 μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως: 

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 549 
1891 626 
1901 740 
1911 797 
1921 945 (833 Ελληνοκύπριοι και 112 Τουρκοκύπριοι)
1931 1046 (938 Ελληνοκύπριοι και 108 Τουρκοκύπριοι)
1946 1304 (1.111 Ελληνοκύπριοι, 192 Τουρκοκύπριοι και 1 άλλης εθνικότητας)
1960 1511 (1.355 Ελληνοκύπριοι και 156 Τουρκοκύπριοι)
1973 1568 (όλοι Ελληνοκύπριοι)
1976 2081 
1982 2163 
1992 2372 
2001 2675 

 

Σε πέντε περιοχές του χωριού δημιουργήθηκαν προσφυγικοί συνοικισμοί. Μετά την τουρκική εισβολή, το Ακάκι δέχτηκε ένα σημαντικό ρεύμα εκτοπισμένων. Το 1976, δυο χρόνια μετά την εισβολή βρίσκονταν στο χωριό 623 εκτοπισμένοι, κυρίως από τη γειτονική περιοχή της περιφέρειας Μόρφου και σε μικρότερο βαθμό από τα χωριά της Κερύνειας.

 

Το Ακάκι εξυπηρετείται μ' ένα πολύ καλό οδικό δίκτυο. Βρίσκεται δίπλα στον δρόμο Λευκωσίας - Αστρομερίτη - Τροόδους που το συνδέει τόσο με την πρωτεύουσα όσο και με τα ορεινά θέρετρα του Τροόδους. Από το χωριό Περιστερώνα, που βρίσκεται στα δυτικά του, απέχει περί τα 5 χιλιόμετρα και από το χωριό Κοκκινοτριμιθιά, που βρίσκεται στα βορειοανατολικά του, απέχει περί τα 7,5 χιλιόμετρα. Στα βορειοδυτικά το Ακάκι συνδέεται με το κατεχόμενο χωριό Αυλώνα (περί τα 4 χμ.) και στα νοτιοανατολικά με το χωριό Μένοικο. Συνδέεται επίσης με σκυρόστρωτο δρόμο στα βορειοανατολικά με το χωριό Δένεια (περί τα 5 χμ.).

 

Ο τουρκοκυπριακός πληθυσμός του χωριού, που το 1960 ανερχόταν σε 156, εγκατέλειψε το χωριό πολύ πριν από την τουρκική εισβολή(βλέπε: R. Patrick: Political Geography and the Cyprus Conflict, 1963-1971, σ. 284).

 

Ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός του Ακακίου σήμερα, ασχολείται με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και την τοπική βιομηχανία. Ο υπόλοιπος εργάζεται στη Λευκωσία ως διακινούμενος.

 

Στο χωριό συνυπάρχει το παλιό με το καινούργιο. Τα περισσότερα σπίτια του οικισμού είναι ακόμα τα παραδοσιακά. Έχουν σαν βάση τις κροκάλες του ποταμού, που πάνω τους στηρίζονται τοίχοι με πλιθάρι. Στο χωριό, ιδιαίτερα μεταξύ Ακακίου και Μενοίκου, σώζονται τα κατάλοιπα αρκετών νερόμυλων. Πολύ ηλικιωμένα, που ανάγονται σε μερικούς αιώνες, είναι και τα συμπαγή ελαιόδεντρα, ιδιαίτερα στην ανατολική όχθη του ποταμού του Ακακίου.

 

Στο  χωριό  λειτούργησε  κοινοτικό δημοτικό σχολείο από το 1850 .

 

Κατά την εποχή της Φραγκοκρατίας υπήρχε στο Ακάκι βασιλική έπαυλη η οποία, κατά τον   Λεόντιο Μαχαιρά, υπήρξε σκηνή επεισοδίου ανάμεσα στον Πιετρίνο, γιο του βασιλιά Πέτρου Α΄ , και τον Ιάκωβο, γιο του βισκούντη* Ερρίκου ντε Γιβλέτ, αφέντη του γειτονικού χωριού Μένοικο. Ο γιος του βισκούντη κατείχε δυο ωραία κυνηγετικά σκυλιά, που όταν τα είδε ο γιος του βασιλιά, θέλησε να τ' αποκτήσει. Ο Ιάκωβος δεν θέλησε να του τα δώσει, κι ο βασιλιάς αποτάθηκε στον  βισκούντη για  ικανοποίηση  της αξίωσης του γιου του. Ο βισκούντης απάντησε πως δεν δίνει τα σκυλιά, γιατί κι ο δικός του γιος τα αγαπά και τα θέλει όσο κι ο βασιλικός γιος. Τότε ο βασιλιάς Πέτρος Α΄ καταδίωξε και βασάνισε ολόκληρη  την οικογένεια του  βισκούντη Ερρίκου ντε Γιβλέτ. Το επεισόδιο είχε και συνέχεια, γιατί συνέβαλε στην εχθρότητα των ευγενών προς τον βασιλιά Πέτρο, μια εχθρότητα που κατέληξε στη δολοφονία του. Μεταξύ των δολοφόνων του βασιλιά ήταν και ο Ερρίκος ντε Γιβλέτ (βλέπε Λεοντίου Μαχαιρά, Χρονικόν, «Φιλόκυπρος», Λευκωσία, 1982, παρ. 262 κ.ε.). 

 

Το μικρό παρεκκλήσι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ είναι χτισμένο στον χώρο παλαιότερης εκκλησίας, κατάγραφης όπως φαίνεται, από την οποία όμως ελάχιστα ίχνη διατηρούνται.

 

Σε παλαιούς χάρτες το χωριό βρίσκεται σημειωμένο ως Acata.

 

Τοπων: Ακάκι, από το όνομα του πρώτου ιδιοκτήτη της περιοχής και οικιστή του χωριού κατά τα Βυζαντινά χρόνια, που ονομαζόταν Ακάκιος. Το όνομα Ακάκιος ήταν συνηθισμένο κατά την εποχή των Βυζαντινών. Το χωριό φαίνεται ότι προϋπήρχε της Φραγκοκρατίας, ενώ στα 1310, κατά τον Βουστρώνιο, ανήκε στον ευγενή Βαλιάν ντ' Ιμπελέν. Κατά τον Μαχαιρά, η βασιλική οικογένεια είχε στο χωριό «ἀπλίκιν».

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image