Ιωάννης Χρυσόστομος άγιος, Κουτσοβέντης

Image

Το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου βρίσκεται 1,5 περίπου χιλιόμετρο στα βορειοδυτικά του χωριού Κουτζοβέντι στην οροσειρά του Πενταδάκτυλου. Πολύ συχνά αναφέρεται σαν μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου του Κουτζοβέντι. Το χωριό φαίνεται ότι πήρε το όνομα από το παρακείμενο όρος που ονομαζόταν Κουτζοβέντι. Σήμερα το μοναστήρι του Χρυσοστόμου του Κουτζοβέντι ανήκει στο πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Αρχικά όμως ήταν μοναστήρι ανεξάρτητο. Σύμφωνα με σημείωμα στο Τυπικόν του μοναστηριού (Cod. Paris. Gr. 402), που δεν είναι άλλο από το Τυπικόν του αγίου Σάββα, το μοναστήρι ιδρύθηκε από κάποιο μοναχό Γεώργιο. Τα εγκαίνια της μεγαλόπρεπης οκταγωνικής εκκλησίας του, σύμφωνα πάντα με το ίδιο σημείωμα, έγιναν στις 9 Δεκεμβρίου του 1090. Πρώτος ηγούμενος του μοναστηριού ήταν ο μοναχός Γεώργιος. Λίγο αργότερα στη βόρεια πλευρά του καθολικού κτίσθηκε ένα παρεκκλήσι μονόκλιτο με τρούλλο από τον τότε στρατιωτικό διοικητή της Κύπρου Ευμάθιο Φιλοκάλη που υπηρέτησε δυο φορές στην Κύπρο (1092 - 1103 και 1110 - 1118). Το αρχικό καθολικό του μοναστηριού κατεδαφίσθηκε το 1890 και αντικαταστάθηκε από το σημερινό καθολικό που κτίσθηκε το 1891. Το αρχικό καθολικό ήταν ο σημαντικότερος οκταγωνικός ναός της Κύπρου. Αρχικά κτίσθηκε χωρίς νάρθηκα όπως όλες, κατά κανόνα, οι Βυζαντινές εκκλησίες της Κύπρου. Είχε εσωτερικές διαστάσεις 9,80X8 μ. χωρίς την αψίδα και τον νάρθηκα. Η αψίδα είναι μεγαλύτερη του ημικυκλίου κι έχει χορδή 3,40 μ. και βέλος 2 μ. Ο τρούλλος της εκκλησίας στηριζόταν σε έξι κυλινδρικές παραστάδες, προσκολλημένες ανά δύο στον δυτικό, τον βόρειο και τον νότιο τοίχο και σε δυο ορθογώνιους πεσσούς με ενσωματωμένους ημικίονες στ' ανατολικά. Η εκκλησία είχε παραβήματα που κατέληγαν σε μικρές ημικυκλικές αψίδες. Στα νότια της εκκλησίας υπήρχε ένα μικρό ορθογώνιο παρεκκλήσι, η κάλυψη του οποίου παραμένει άγνωστη. Το παρεκκλήσι είχε εσωτερικές διαστάσεις 4,40X2,40 και κατέληγε σε μικρή ημικυκλική αψίδα. Δυτικά του  παρεκκλησίου υπήρχε ευρύς διάδρομος που οδηγούσε στην εκκλησία. Δυτικότερα υπήρχε τραπεζιόσχημο δωμάτιο που επικοινωνούσε με την εκκλησία. Στις αρχές του 12ου αιώνα προστέθηκε στα δυτικά νάρθηκας με δυο αψίδες και πρόπυλο. Στη βόρεια πλευρά του προπύλου υπήρχε κλιμακοστάσιο.

 

Οι τοίχοι του καθολικού ήταν κτισμένοι με τετραγωνισμένους πωρόλιθους και το δάπεδό του καλυπτόταν με μαρμαροθέτημα. Τμήματα του βόρειου τοίχου και της βόρειας αψίδας σώζονται ενσωματωμένα στη σημερινή εκκλησία του 1891. Τμήμα του μαρμαροθετήματος του δαπέδου σώζεται στο δάπεδο του βήματος. Οι θύρες της εκκλησίας είχαν μαρμάρινο πλαίσιο. Δυο από τα μαρμάρινα πλαίσια έχουν ενσωματωθεί στη νότια και τη δυτική είσοδο της νέας εκκλησίας ενώ το τρίτο τοποθετήθηκε στη δυτική είσοδο του παρεκκλησίου που έκτισε ο Ευμάθιος Φιλοκάλης. Στη δυτική είσοδο της νέας εκκλησίας έχουν τοποθετηθεί ξυλόγλυπτα θυρόφυλλα θύρας του αρχικού καθολικού που μπορούν να χρονολογηθούν στον 12ο αιώνα.

 

Το παρεκκλήσι που έκτισε ο Ευμάθιος Φιλοκάλης είναι αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα σύμφωνα με την κτιτορική επιγραφή που σωζόταν μέχρι το 1974. Όπως και το καθολικό έτσι και το παρεκκλήσι κτίσθηκε χωρίς νάρθηκα. Κατά τη διάρκεια όμως του 12ου αιώνα, προστέθηκε στα δυτικά νάρθηκας που καλυπτόταν με σταυροθόλιο.

 

Το παρεκκλήσι κτίσθηκε με άφθονη χρήση οπτόπλινθων και φαίνεται ότι κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας είχε υποστεί σοβαρές φθορές και για να το στηρίξουν οι μοναχοί πρόσθεσαν κάτω από τα τόξα και τις καμάρες, που στήριζαν τον τρούλλο, νέα τόξα. Ταυτόχρονα εντοίχισαν και τα τυφλά τόξα του βόρειου και του νότιου τοίχου. Δυστυχώς οι μοναχοί αργότερα εγκατέλειψαν τελείως το παρεκκλήσι. Για να εισάγουν μάλιστα ζώα στην αυλή του μοναστηριού κατεδάφισαν το κεντρικό τμήμα της αψίδας και τμήμα του δυτικού τοίχου του παρεκκλησίου με αποτέλεσμα να καταστραφούν οι τοιχογραφίες του παρεκκλησίου. Όταν στις αρχές της δεκαετίας του 1950 επισκευάσθηκε το παρεκκλήσι και στερεώθηκε η ανωδομή του, αφαιρέθηκαν οι εσωτερικές προσθήκες που στήριζαν την ανωδομή και αποκαταστάθηκε η αρχική μορφή του παρεκκλησίου. Τότε αποκαλύφθηκαν στους πεσσούς και στα τυφλά τόξα και σε τμήματα των καμάρων εξαίρετες τοιχογραφίες που θεωρούνται οι σημαντικότερες τοιχογραφίες των αρχών του 12ου αιώνα. Οι σημαντικότερες τοιχογραφίες είναι εκείνες του Μωϋσή και του Ιεζεκιήλ, τεμάχια από την Ανάσταση και τη Σταύρωση, οι ιεράρχες στην αψίδα και πλήθος ιεραρχών που όμως εικονίζονται σαν μοναχοί. Σώθηκαν ακόμη κομμάτια από τη Γέννηση της Θεοτόκου, τη Γέννηση του Χριστού, την Ανάληψη και την Κοίμηση της Θεοτόκου. Στον τρούλλο του παρεκκλησίου εικονιζόταν η Πεντηκοστή. Αν και οι τοιχογραφίες του τρούλλου καταστράφηκαν, σώθηκαν τα σχεδιαγράμματα των καθήμενων αποστόλων πάνω στους οποίους κατήλθε το Άγιο Πνεύμα. Ανάμεσα στα δώδεκα παράθυρα του τρούλλου ήταν ζωγραφισμένοι ισάριθμοι προφήτες. Οι τοιχογραφίες του παρεκκλησίου χαρακτηρίζονται από μια κλασσικίζουσα τεχνοτροπία από τις ορθές αναλογίες των σωμάτων, τον μνημειώδη χαρακτήρα αλλά και την έλλειψη του όγκου ιδιαίτερα στις μορφές των μοναχών. Οι τοιχογραφίες αυτές είναι οι μόνες ίσως τοιχογραφίες που εκφράζουν πιστά την τέχνη της Κωνσταντινουπόλεως στις αρχές του 12ου αιώνα, γιατί φαίνεται ότι ο Ευμάθιος Φιλοκάλης μετακάλεσε ζωγράφο από την Κωνσταντινούπολη για τη διακόσμηση του παρεκκλησίου. Αυτό βοήθησε και στην ανάπτυξη της Βυζαντινής ζωγραφικής στην Κύπρο.

 

Το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου είχε αρκετή δραστηριότητα σ' όλη τη Μέση Βυζαντινή περίοδο και τις περιόδου της Φραγκοκρατίας και της Βενετοκρατίας. Το 1152 πήγε στο μοναστήρι για να μονάσει ο άγιος Νεόφυτος*. Εκεί έμεινε εννέα χρόνια και έμαθε να διαβάζει και να γράφει. Αργότερα στο μοναστήρι του Χρυσοστόμου έγινε μοναχός ο νεότερος αδελφός του Ιωάννης, που πιο ύστερα φαίνεται ότι έγινε και ηγούμενος του μοναστηριού. Στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 13ου αιώνα πέρασαν από το μοναστήρι του Χρυσοστόμου οι μοναχοί Ιωάννης* και Κόνων* μαζί με τη συνοδεία τους προτού εγκατασταθούν στο μοναστήρι της Καντάρας από το οποίο οδηγήθηκαν στη φυλακή και μετά τρία χρόνια, το 1231, καταδικάσθηκαν σε μαρτυρικό θάνατο γιατί επέκριναν τους Λατίνους για τις καινοτομίες που είχαν εισαγάγει σε θέματα πίστης και λατρείας.

 

Η άποψη του G. Hill ότι τον 12ο αιώνα το μοναστήρι του Χρυσοστόμου του Κουτζοβέντι είχε περιέλθει στα χέρια των Μαρωνιτών είναι εντελώς αστήρικτη. Αστήρικτη είναι κι η άποψη ότι το 1121 και 1141 ο Μαρωνίτης πατριάρχης είχε διορίσει ηγουμένους του μοναστηριού του Χρυσοστόμου, σύμφωνα με τον καρδινάλιο Assemani που μετέφρασε δυο σημειώματα από τα συριακά στα λατινικά. Οι Μαρωνίτες ήταν Μονοθελήτες και επομένως δεν μπορούσαν να γίνουν δεκτοί σε Ορθόδοξο μοναστήρι. Λίγο πριν και λίγο αργότερα οι ηγούμενοι του μοναστηριού ήταν  Έλληνες Ορθόδοξοι ενώ την ίδια εποχή αναφέρονται Έλληνες Ορθόδοξοι μοναχοί του μοναστηριού επισκέπτες στην Κωνσταντινούπολη. Τις σχέσεις με την Κωνσταντινούπολη συνέχισε το μοναστήρι του Χρυσοστόμου και κατά τον 13ο αιώνα. Δεν είναι απίθανο ανάμεσα στους Κυπρίους μοναχούς που επισκέπτονταν την Κωνσταντινούπολη και στους οποίους απευθύνεται ο Ιωσήφ Καλόγερος για να εξηγήσει τον Ησυχασμό τον 14ο αιώνα να υπήρχαν και μοναχοί από το μοναστήρι του Χρυσοστόμου.

 

Δυστυχώς δεν υπάρχουν σαφείς και συγκεκριμένες πληροφορίες για το μοναστήρι από τις περιόδους της Φραγκοκρατίας και της Βενετοκρατίας.  Όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν την Κύπρο το 1570 φαίνεται ότι μαζί με τα άλλα μοναστήρια και εκκλησίες κατέλαβαν και το μοναστήρι του Χρυσοστόμου. Όπως και τα άλλα μοναστήρια οι Τούρκοι πώλησαν και το μοναστήρι του Χρυσοστόμου και αν πιστέψουμε τον Ρώσο μοναχό Βασίλι Μπάρσκυ, ο Έλληνας Ορθόδοξος αγοραστής χάρισε το μοναστήρι στο πατριαρχείο Ιεροσολύμων.

 

Αν η πληροφορία του Angelo Callepio είναι ορθή τότε ο τελευταίος ηγούμενος του μοναστηριού Γερμανός επί Βενετοκρατίας, αφού συνελήφθη, μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, απελευθερώθηκε αφού κατεβλήθησαν τα λύτρα που ζητούσαν οι Τούρκοι και χειροτονήθηκε επίσκοπος Αμαθούντος.

 

Το 1683 που επισκέφθηκε το μοναστήρι ο Cornells van Bruyn, αυτό είχε ένα προϊστάμενο και δεκατέσσερεις μοναχούς. Το 1735 που το επισκέφθηκε ο Μπάρσκυ ο αριθμός των μοναχών είχε περιορισθεί στους πέντε-έξι. Βαθμιαία το μοναστήρι άρχισε να ενοικιάζεται σε μοναχό Αγιοταφίτη για καθορισμένο χρονικό διάστημα. Έτσι γινόταν μέχρι το 1974 οπότε το μοναστήρι καταλήφθηκε από τους Τούρκους κι έκτοτε άρχισε να χρησιμοποιείται σαν στρατόπεδο. Οι Τούρκοι έκλεψαν τις εξαίρετες εικόνες που φυλάσσονταν στο καθολικό. Οι πιο σημαντικές από τις εικόνες αυτές είναι εικόνα του αρχαγγέλου Μιχαήλ του τέλους του 12ου αιώνα, εικόνα της Παναγίας που φιλά το χέρι του Χριστού του 14ου αιώνα, εικόνα της Θεοτόκου και του αγίου Ιωάννη του Ελεήμονος και με τη δωρήτρια Μαρία di Molino και τον υιό της, του 16ου αιώνα, τέσσερις εικόνες από τη Μεγάλη Δέηση, του Χριστού, της Παναγίας, του Προδρόμου και του αποστόλου Παύλου της Κυπριακής Σχολής των αρχών του 16ου αιώνα και άλλη εικόνα του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Οι Τούρκοι έκλεψαν και εικόνα του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου του 1589 την οποία μετέφεραν στο κάστρο της Κερύνειας. Αφαίρεσαν ακόμη όλες τις άλλες εικόνες που χρονολογούνται στον 18ο ή τον 19ο αιώνα.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image