Κύπρος - Ανεξαρτησία

Image

Η Κύπρος απέκτησε την ανεξαρτησία της στις 16 Αυγούστου 1960 από τη Μεγάλη Βρετανία μέσω των συνθηκών Ζυρίχης -Λονδίνου.  Τις συμφωνίες υπέγραψαν εκ μέρους των Ελληνοκυπρίων ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ και εκ μέρους των Τουρκοκυπρίων ο Δρ Φαζίλ Κιουτσούκ. Ορίζεται η 1η Οκτωβρίου ως η επίσημη ημέρα της Ανεξαρτησίας του νησιού. Η Κυπριακή Δημοκρατία έγινε μέλος των Ηνωμένων Εθνών στις 24 Αυγούστου 1960. 

Η Μεγάλη Βρετανία διατήρησε πολλά δικαιώματα στην Κύπρο, μεταξύ δε αυτών το κυριότερο ήταν η ύπαρξη δυο μεγάλων στρατιωτικών βάσεων σε μια έκταση που θα ήταν κυρίαρχη και που κάλυπτε 99 τετραγωνικά μίλια κυπριακού εδάφους.  Επίσης διατήρησε το δικαίωμα εγκαταστάσεων ραντάρ στην κορυφή του Τροόδους, δικαίωμα διεξαγωγής στρατιωτικών ασκήσεων στον Ακάμα και άλλες περιοχές καθώς και δικαίωμα ελέγχου θαλάσσιας και ουράνιας έκτασης στις περιοχές των δύο βάσεων. Η κοινότητα των Ελλήνων του νησιού και η κοινότητα των Τούρκων Κυπρίων  έπρεπε τώρα να εργαστούν μαζί και στενά για την πρόοδο του νέου κράτους. Τέτοια θέληση δεν επέδειξαν όμως ούτε οι μεν ούτε οι δε, που παρέμειναν σταθερά προσηλωμένοι στις αντίστοιχες «μητέρες πατρίδες», οι οποίες εξακολούθησαν να έχουν σημαντική επιρροή στην Κύπρο, η κάθε μια επί του αντίστοιχου κυπριακού πληθυσμού. Στην ουσία, και μετά την παροχή ανεξαρτησίας και μετά τη ρύθμιση του Κυπριακού ζητήματος, τα συμφέροντα των τριών ενδιαφερομένων άμεσα χωρών παρέμεναν, πολύ δε περισσότερο εσυναντώντο κι εξακολουθούσαν να συγκρούονται στην Κύπρο. Στην πραγματικότητα η Κύπρος δεν κατέστη πλήρως ανεξάρτητη χώρα. Ακόμη δε, τα συμφέροντα των τριών χωρών που εγγυήθηκαν την κυπριακή ανεξαρτησία ετοποθετούντο με τη σειρά τους στο ευρύτερο πλαίσιο των γενικότερων συμφερόντων πολλών χωρών, και κυρίως των υπερδυνάμεων, που διασταυρώνονταν τώρα στον τόσο ζωτικό χώρο της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Η γεωγραφική θέση της Κύπρου, στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, επηρέαζε και πάλι σε τεράστιο βαθμό τη μοίρα του νησιού. Κάποτε, στα πανάρχαια χρόνια, ήταν ο χαλκός. Αργότερα ήταν η ζωτικής σημασίας θέση της Κύπρου μεταξύ δυο κόσμων, επί της σπουδαιότερης οδού του μεγάλου εμπορίου Ανατολής -Δύσης. Ακόμη πιο ύστερα ήταν η αντιπαράθεση της Δύσης με την Ανατολή στον ίδιο χώρο. Τώρα, ήταν τα πετρέλαια.

 

Μέσα στο φάσμα αυτό, των εθνικών συμφερόντων και των μεγαλύτερων διεθνών οικονομικο-στρατιωτικών συμφερόντων, η Κύπρος δεν ήταν δυνατό να ζήσει για πολύ εν ειρήνη. Το πιο τραγικό ήταν τούτο: ότι οι συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου, που επεβλήθησαν στον κυπριακό λαό, ήσαν αρκετά ατελείς και παρείχαν αρκετές δυνατότητες για δημιουργία ανώμαλης κατάστασης σε οποιανδήποτε στιγμή.

 

Αμέσως μετά την ανεξαρτητοποίησή της, η Κύπρος εντάχθηκε στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, ως ισότιμο μέλος. Εντάχθηκε επίσης στην ομάδα των χωρών της Κοινοπολιτείας, αλλά και στο κίνημα των Αδεσμεύτων. Την Ιη Μαϊου 2004 η Κυπριακή Δημοκρατία έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το 2008 της Ευρωζώνης. 

 

Ενώ όμως η νεαρή Κυπριακή Δημοκρατία άρχισε να κάνει τα πρώτα της βήματα στον διεθνή πολιτικό στίβο, στο εσωτερικό τα πράγματα δεν παρουσιάζονταν ρόδινα. Στο μακροχρόνιο αίτημα των Ελλήνων του νησιού για ένωση με την Ελλάδα, οι Τούρκοι της Κύπρου αντιπαρέθεσαν το αίτημα της διχοτόμησης. Τώρα, μετά την ανεξαρτησία, ούτε οι μεν ούτε κι οι δε διαφοροποίησαν τις θέσεις τους αυτές. Αλλά υπήρχαν και ζητήματα πρακτικής εφαρμογής των περίεργων συμφωνιών που είχαν συνομολογηθεί, τα οποία και δημιουργούσαν σοβαρά και συνεχή προβλήματα στη λειτουργία του κράτους. Οι Τουρκοκύπριοι, εκμεταλλευόμενοι τα υπερπρονόμια που είχαν αποκτήσει, προκειμένου δε να εξυπηρετήσουν τα διχοτομικά σχέδια της Τουρκίας της οποίας ήσαν άβουλα εκτελεστικά όργανα, φρόντιζαν να δημιουργούν συνεχώς τέτοια προβλήματα.  Όταν μάλιστα έγινε γνωστό ότι εξοπλίζονταν κιόλας με πολεμικό υλικό που αποστελλόταν κρυφά από τη γειτονική Τουρκία, τότε και οι Έλληνες Κύπριοι άρχισαν να προετοιμάζονται για το ενδεχόμενο μιας σύγκρουσης. Υπήρχαν, εξάλλου, αρκετά προηγούμενα: κατά τη διάρκεια του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων Κυπρίων, οι Τουρκοκύπριοι υποκινήθηκαν κι επιστρατεύθηκαν από τους Βρετανούς (είτε ως «ειδικοί αστυνομικοί», είτε ως τρομοκρατικές ομάδες, είτε και με άλλους τρόπους) κι ερρίφθησαν στη μάχη κατά των Ελλήνων Κυπρίων. Ελληνοκυπριακές περιουσίες πυρπολήθηκαν,   Έλληνες Κύπριοι σφαγιάστηκαν, άλλοι δε εκτοπίστηκαν (οι πρώτοι Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες, προερχόμενοι από περιοχές όπου κυριαρχούσε αριθμητικά το τουρκικό στοιχείο, εμφανίστηκαν από το 1958, κατά την εποχή που προβλήθηκε από τους Βρετανούς το σχέδιο Μακμίλλαν). Σε αρκετές περιπτώσεις οι Ελληνοκύπριοι αναγκάστηκαν να αμυνθούν στις υποκινημένες επιθέσεις των Τουρκοκυπρίων. Με άλλα λόγια, τις όποιες πολιτικές διαφορές μεταξύ τους (θρησκευτικές ή φυλετικές δεν υπήρξαν ποτέ), καθιστούσε τώρα πιο τραγικές κι ένας ποταμός αίματος που είχε στο μεταξύ χυθεί.

 

Ωστόσο, παρά τα τόσα προβλήματα, η εύθραυστη ειρήνη κατόρθωσε να διατηρηθεί για τρία χρόνια. Κατά τα τέλη του 1963, ο πρόεδρος Μακάριος υπέβαλε προς τον αντιπρόεδρο Φαζίλ Κουτσιούκ τις γνωστές προτάσεις του για τροποποίηση δεκατριών άρθρων του Συντάγματος, προς ομαλότερη λειτουργία του κράτους (βλέπε λήμμα δεκατρία σημεία). Ήταν μια πρόταση προς διαπραγμάτευση. Ωστόσο η Τουρκία θεώρησε ότι αποτελούσε αρκετή δικαιολογία για πρόκληση αναταραχής και διάλυση του Κυπριακού κράτους. Η κρίση δεν άργησε να έλθει, κι εκδηλώθηκε με ένοπλη ανταρσία των Τουρκοκυπρίων τον Δεκέμβριο του 1963.

 

Η ανταρσία αντιμετωπίστηκε από τους   Έλληνες Κυπρίους δυναμικά και δημιουργήθηκε μια νέα κατάσταση που θεωρήθηκε διακοινοτική διαμάχη. Στην πραγματικότητα όμως δεν ήταν διαμάχη που αφορούσε τον ίδιο τον λαό, γιατί η μεγάλη μάζα των Τουρκοκυπρίων ούτε είχε σοβαρά προβλήματα να επιλύσει ούτε κι είχε τόσο τεταμένες σχέσεις με τον αντίστοιχο ελληνοκυπριακό πληθυσμό. Αντίθετα, η συμβίωση ήταν αρμονική όταν δεν υπήρχαν επεμβάσεις.  Ήταν, συνεπώς, μια τεχνητή αντιπαράθεση, όπου οι Τουρκοκύπριοι αναγκάστηκαν να διαδραματίσουν ρόλο από την Άγκυρα, που τους ήλεγχε σχεδόν πλήρως μέσω των τοπικών εξτρεμιστικών της οργάνων (μάλιστα και με εγκληματικές ενέργειες που περιελάμβαναν δολοφονίες παραγόντων της τουρκοκυπριακής κοινότητας οι οποίοι ήσαν αντίθετοι στη διαμάχη και την αντιπαράθεση).

 

Η Τουρκία όμως εργαζόταν με προοπτική τη διχοτόμηση της Κύπρου, και στόχευε στη δημιουργία συνθηκών που αφενός θα καθιστούσαν εντελώς προβληματική τη διαβίωση των δυο πληθυσμών μαζί, κι αφ' ετέρου θα διέλυαν την κρατική υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με την προοπτική αυτή, οι Τουρκοκύπριοι διατάχθηκαν να δημιουργήσουν στο νησί όσο το δυνατό ισχυρότερα γκέττο, στις διάφορες περιοχές όπου οι ίδιοι αποτελούσαν την πλειοψηφία κι όπου θα μεταφέρονταν και άλλοι από περιοχές όπου αποτελούσαν τη μειοψηφία. Έτσι, μετά την έναρξη της κρίσης, σημειώνεται και πάλι ένα ρεύμα προσφύγων, με Τουρκοκυπρίους να μετακινούνται εγκαταλείποντας αναγκαστικά (διαταγμένοι από την ηγεσία τους) τις εστίες και περιουσίες τους, και με Ελληνοκυπρίους να εκδιώκονται από περιοχές τέτοιων τουρκοκυπριακών γκέττο. Τέτοια γκέττο δημιουργήθηκαν στις τουρκοκυπριακές γειτονιές των πόλεων (εκτός της Κερύνειας) και μεγάλων συνοικισμών όπως η Πόλη Χρυσοχούς, καθώς και σε περιοχές ή χωριά με αμιγή τουρκοκυπριακό πληθυσμό ή με πλειοψηφία Τουρκοκυπρίων (όπως στα χωριά Λεύκα, Λουρουτζίνα, Κοφίνου, Πέργαμος και άλλα). Εκτός τούτου, όλοι οι Τουρκοκύπριοι δημόσιοι υπάλληλοι (σύμφωνα με τις διατάξεις που είχαν συνομολογηθεί, οι Τουρκοκύπριοι συμμετείχαν σ' ολόκληρη την κρατική μηχανή με αναλογία 30% ή και περισσότερο) διατάχθηκαν να εγκαταλείψουν τις εργασίες τους και να εγκλωβισθούν επίσης στα γκέττο. Και πράγματι το έπραξαν, εγκαταλείποντας κάθε βαθμό ιεραρχίας. Απεχώρησαν και οι Τουρκοκύπριοι υπουργοί, και οι βουλευτές, και οι δικαστικοί, και τα μέλη της αστυνομίας και του στρατού κι όλοι οι άλλοι.

 

Παρά την κατάσταση αυτή, το Κυπριακό κράτος κατόρθωσε να επιβιώσει. Υποστηριζόμενο από διάφορες κατευθύνσεις, και με προσφυγές στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, κατόρθωσε να διατηρήσει την υπόστασή του και να συνεχίσει να αναγνωρίζεται από όλο τον κόσμο, εκτός της Τουρκίας. Ο τότε πρόεδρος της Γιουγκοσλαβίας στρατάρχης Τίτο επισκέφθηκε επίσημα την Κύπρο το 1964, υπογραμμίζοντας έτσι με την επίσκεψή του τη διεθνή αναγνώριση του Κυπριακού κράτους (εκφράζοντας ταυτόχρονα και την ευρύτερη πολιτική της ομάδας των Αδεσμεύτων). Στα Ηνωμένα   Έθνη, τόσο η Ελλάδα όσο και πολλές άλλες χώρες (ομάδα Αδεσμεύτων, ομάδα αραβικών κρατών, ομάδα ανατολικών κρατών, ομάδα Κοινοπολιτείας κλπ.) τάχθηκαν αποφασιστικά υπέρ της Κύπρου. Στην ίδια την Κύπρο όμως έγινε τώρα το δεύτερο σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση του διαχωρισμού και οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν σποραδικά και μέσα στο 1964   και μέσα στο 1965.

 

Το 1964 ήταν χρόνος σημαντικών εξελίξεων:

α) Δημιουργήθηκαν τα γκέττο των Τουρκοκυπρίων.

β) Ιδρύθηκε από την κυπριακή κυβέρνηση η Εθνική Φρουρά.

γ) Συγκροτήθηκε από τον ΟΗΕ η Διεθνής Ειρηνευτική Δύναμη Κύπρου (UNFICYP).

δ) Με μυστική απόφαση, η Ελλάδα ενίσχυσε στρατιωτικά την Κύπρο, αποστέλλοντας κρυφά στο νησί ελληνικά στρατεύματα που τελικά ανήλθαν αριθμητικά σε μεραρχία, με δύναμη πυρός σώματος στρατού. Εστάλησαν επίσης Έλληνες αξιωματικοί για τη στελέχωση της Εθνικής Φρουράς.

ε) Ο στρατηγός Γρίβας επανήλθε στην Κύπρο και, παρά την αντίδραση των Τούρκων, ανέλαβε την ηγεσία της Εθνικής Φρουράς.

στ) Με αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών, η Κύπρος επίσημα αναγνωριζόταν ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος.

ζ) Ο συνασπισμός των ανατολικών κρατών τάχθηκε ανεπιφύλακτα υπέρ της Κύπρου, με επικεφαλής τη Σοβιετική    Ένωση η οποία και παρουσιάστηκε αποφασισμένη να υπερασπιστεί το νησί από οιανδήποτε ξένη επιβουλή.

η) Οι συγκρούσεις μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων επεξετάθησαν στον θύλακα Μανσούρας-Κοκκίνων που, για να τον υπερασπιστεί, η Τουρκία διενήργησε αεροπορικές επιδρομές στην Τηλλυρία.

θ) Ο ΟΗΕ διόρισε μεσολαβητή για την κυπριακή κρίση, παράλληλα δε και οι Ηνωμένες Πολιτείες έσπευσαν να διορίσουν δικό τους μεσολαβητή, τον περιβόητο Ντην Άτσεσσον.

ι) Ο τότε Έλληνας πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου αρνήθηκε να υποκύψει σε αμερικανικό εκβιασμό για το Κυπριακό. Οι ΗΠΑ άρχισαν να μεθοδεύουν την πτώση του, που ήλθε μέσα στον επόμενο χρόνο, δημιουργώντας μια πολιτική κρίση στην Ελλάδα η οποία θα κατέληγε στην επιβολή δικτατορίας την 21.4.1967.

ια) Οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν να επέμβουν για να παρεμποδίσουν την υλοποίηση τουρκικών απειλών για εισβολή στο νησί, ύστερα από την αποφασιστική υπέρ της Κύπρου στάση της Ελλάδας, της Σοβιετικής  Ένωσης και άλλων χωρών.

 

Η Κύπρος φάνηκε ότι είχε κερδίσει τον πρώτο γύρο. Η Τουρκία δεν πέτυχε του σκοπού της και οι Τουρκοκύπριοι είχαν οδηγηθεί στην απομόνωση, από την ίδια την ηγεσία τους.

 

Η Κύπρος ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο μέσα στο 1965, όταν ο μεσολαβητής των Ηνωμένων Εθνών Γκάλο Πλάζα υπέβαλε τη σχετική έκθεσή του. Ορθή στάση είχε τηρήσει και ο τότε γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Ου Θαντ. Ο όλος ρόλος των Ηνωμένων Εθνών στην κυπριακή κρίση, καθώς και τα διάφορα ψηφίσματα που κερδήθηκαν, αναλύονται στο λήμμα Ηνωμένα Έθνη και Κύπρος. Ο Άτσεσσον υπέβαλε επίσης το δικό του σχέδιο, που περιείχε διχοτομικά στοιχεία κι απορρίφθηκε και από την Κύπρο και από την Ελλάδα.

 

Η επόμενη σοβαρή εξέλιξη σημειώθηκε στην Ελλάδα, αλλά είχε τεράστιες επιπτώσεις επί της Κύπρου. Το 1965 ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου «φαγώθηκε» μέσω των ανακτόρων και η χώρα περιήλθε σε κατάσταση πολιτικής αποσταθεροποίησης. Διάφορες κυβερνήσεις σχηματίζονταν, για να διαλυθούν λίγο αργότερα. Η κρίση κράτησε από τον Ιούλιο του 1965 μέχρι και τον Απρίλιο του 1967. Τον Μάιο του 1967 ο Παπανδρέου αναμενόταν ότι θα ήταν ο θριαμβευτής των εκλογών που είχαν προγραμματιστεί να διεξαχθούν, αλλά μια τέτοια εξέλιξη δεν ήταν πλέον αρεστή ούτε στους Αμερικανούς, ούτε και στο παλάτι των Αθηνών που ενδεχομένως θα κινδύνευε. Πάντως την 21.4.1967 κύλησαν στους δρόμους της ελληνικής πρωτεύουσας οι ερπύστριες των τανκς και η χώρα περιήλθε υπό στρατιωτικό δικτατορικό καθεστώς.

 

Η ελληνική χούντα, στην προσπάθειά της να επιτύχει μια εντυπωσιακή πρώτη νίκη που θα της έδινε αίγλη στο εσωτερικό, στράφηκε προς την κατεύθυνση επίλυσης του Κυπριακού με απευθείας επαφή μεταξύ Αθήνας και   Άγκυρας. Πραγματοποιήθηκε έτσι, μέσα στο 1967, η περιβόητη συνάντηση του Έβρου (στα ελληνοτουρκικά σύνορα της Θράκης), που κατέληξε σε πλήρη αποτυχία. Εκτός όμως από την αποτυχία, η ηγεσία της Άγκυρας μπόρεσε να εκτιμήσει από την αρχή σωστά την ανικανότητα των συνταγματαρχών της ελληνικής χούντας, την οποία κι εκμεταλλεύθηκε αργότερα.

 

Μέσα στον ίδιο χρόνο ξέσπασε μια νέα μεγάλη κρίση, η γνωστή κρίση της Κοφίνου. Η Εθνική Φρουρά, υπό την προσωπική καθοδήγηση του στρατηγού Γρίβα, είχε διαταχθεί να εξουδετερώσει τον τουρκοκυπριακό θύλακο Κοφίνου-Αγίου Θεοδώρου, ύστερα από συνεχείς προκλήσεις των Τουρκοκυπρίων που ήλεγχαν από τον θύλακο αυτό τη σημαντικότερη οδική αρτηρία του νησιού, τον υπεραστικό δρόμο Λευκωσίας-Λεμεσού. Ο θύλακος εξουδετερώθηκε σχετικά εύκολα, αλλά η Τουρκία αντέδρασε με πολεμικό τελεσίγραφο και με απειλές για στρατιωτική εισβολή στην Κύπρο. Το τουρκικό τελεσίγραφο απευθυνόταν τόσο στην Ελλάδα, απαιτώντας την αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο καθώς και την ανάκληση του στρατηγού Γρίβα από το νησί, όσο και στην Κύπρο, απαιτώντας διάλυση της Εθνικής Φρουράς και αποζημιώσεις. Οι Ηνωμένες Πολιτείες απέστειλαν εσπευσμένα στο τρίγωνο Αθηνών - Άγκυρας - Λευκωσίας ένα μεσολαβητή, τον Σάυρους Βανς, για να επιτύχει την εκτόνωση και την αποφυγή γενικότερης σύγκρουσης. Η ελληνική χούντα έσπευσε να αποδεχθεί τις τουρκικές αξιώσεις. Στην Κύπρο, αντίθετα, ο Μακάριος που διαπραγματευόταν υπό τον θόρυβο των τουρκικών αεροπλάνων που παραβίαζαν τον κυπριακό εναέριο χώρο, δεν αποδέχθηκε κανένα από τους όρους που τον αφορούσαν, αντίθετα μάλιστα, υπέβαλε δικές του απαιτήσεις.

 

Μέχρι το τέλος του χρόνου, εντός της τακτής προθεσμίας, αποσύρθηκαν από την Κύπρο και ο στρατηγός Γρίβας και η ελληνική μεραρχία. Η αποχώρηση της μεραρχίας από το νησί απετέλεσε σημαντική τουρκική νίκη. Η Κύπρος είχε καταστεί τώρα περισσότερο ευάλωτη.

 

Στο μεταξύ συνεχίζονταν οι προσπάθειες του ΟΗΕ για επίτευξη ειρηνικής λύσης του Κυπριακού ζητήματος, μέσα δε στο 1968 σημειώθηκε μια νέα εξέλιξη: άρχισαν οι διακοινοτικές συνομιλίες, μεταξύ των Γλαύκου Κληρίδη και Ραούφ Ντενκτάς, εκπροσώπων της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής πλευράς αντιστοίχως. Οι συνομιλίες αυτές, που συνεχίστηκαν κατά τα επόμενα χρόνια και που αργότερα διευρύνθηκαν με τη συμμετοχή εμπειρογνωμόνων από την Ελλάδα και την Τουρκία, σημείωσαν αργή αλλά σταθερή πρόοδο και αναμενόταν ότι σε πολλές από τις ζωτικές διαφορές των δυο πλευρών θα ήταν δυνατό να επιτευχθεί τελική συμφωνία που θα άνοιγε τον δρόμο για την τελική ρύθμιση του ζητήματος. Ένας νέος παράγων όμως παρουσιάστηκε, που εξουδετέρωσε τελικά τη θέση ισχύος της ελληνοκυπριακής πλευράς: η εμφύλια διαμάχη. Είναι γεγονός ότι η ενθάρρυνση διαφόρων στοιχείων στην ελληνοκυπριακή κοινότητα, από μέρους της ελληνικής χούντας, τους έδωσε τη δυνατότητα για εγκληματικές δραστηριότητες (οι οποίες και δεν θ' αναλαμβάνονταν χωρίς σοβαρή υποστήριξη). Πρώτα ιδρύθηκε το Εθνικόν Μέτωπον και ακολούθησε η ίδρυση της ΕΟΚΑ Β' από τον στρατηγό Γρίβα, ο οποίος κι επέστρεψε μυστικά στην Κύπρο το 1971. Οι δραστηριότητες αυτές των παρανόμων αυτών ομάδων σχετίστηκαν με την αναθέρμανση και επαναπροβολή του αιτήματος για ένωση του νησιού με την Ελλάδα, στην όλη δε προσπάθεια που κατευθυνόταν από την ελληνική χούντα εισήλθαν και άλλες δυνάμεις στο νησί (όπως οι τρεις μητροπολίτες). Εκτός τούτων, μια απόπειρα κατά της ζωής του  Έλληνα δικτάτορα Γεωργίου Παπαδοπούλου, που ξεκίνησε από την Κύπρο, καθώς και μια απόπειρα κατά της ζωής του Κυπρίου προέδρου αρχιεπισκόπου Μακαρίου, που ξεκίνησε από την Αθήνα, απετέλεσαν πρόσθετα σοβαρά γεγονότα που οδήγησαν σταδιακά στην αντιπαράθεση της ελληνικής με την κυπριακή κυβέρνηση. Η ενθάρρυνση, εκ μέρους της ελληνικής χούντας, των ακραίων ενωτικών στοιχείων στην Κύπρο (μάλιστα μετά που η ίδια η χούντα είχε αποδεχθεί επίσημα και μυστικά τον αποκλεισμό της ενώσεως με την ελληνοτουρκική συμφωνία της Λισσαβώνας, το 1971) που κατέληξαν να ασκούν απλώς αντιμακαριακή δυναμική πολιτική, καθώς και οι επεμβάσεις της χούντας, κατά τρόπο απροκάλυπτο, στα εσωτερικά ζητήματα της Κύπρου, όπως επίσης και η απαίτηση για τυφλή υπακοή της κυπριακής κυβέρνησης στο «εθνικόν κέντρον», ήσαν γεγονότα που όξυναν την κρίση στις σχέσεις Αθηνών και Λευκωσίας.

 

Οι Τούρκοι, εκμεταλλευόμενοι τώρα την κατάσταση αποσταθεροποίησης που δημιουργήθηκε, δεν επείγονταν για συμφωνία, προτιμώντας να τηρούν στάση αναμονής και προσμένοντας κάτι καλύτερο για τη δική τους πλευρά. Και πράγματι, τούτο συνέβη το καλοκαίρι του 1974.

 

Λόγος για πραξικόπημα κατά του Μακαρίου άρχισε να γίνεται από το 1972, ενώ οι συνωμοσίες κατά της ζωής του διαδέχονταν η μια την άλλη. Όμως όσο ζούσε ο στρατηγός Γρίβας, και παρά το ότι συνέχιζε την παράνομη δράση του, πραξικόπημα δεν αποτολμήθηκε. Μέχρι ποιου βαθμού ο ίδιος ο Γρίβας παρεμπόδιζε μια τέτοια εξέλιξη, είναι άγνωστο. Όμως το 1973 μια δεύτερη στρατιωτική χούντα, η ομάδα του ταξιάρχου Δημητρίου Ιωαννίδη, ανέτρεψε εκείνην του Γεωργίου Παπαδοπούλου. Λίγο αργότερα, τον Ιανουάριο του 1974, ο στρατηγός Γρίβας πέθανε στο κρησφύγετό του στη Λεμεσό, κι αμέσως μετά απομονώθηκαν και τα λίγα μετριοπαθή στοιχεία της ομάδας του. Η ΕΟΚΑ Β' ελεγχόταν τώρα απόλυτα από τη χούντα των Αθηνών. Όμως ο Μακάριος, αποβάλλοντας τις συναισθηματικές του δεσμεύσεις έναντι του Γρίβα μετά τον θάνατο του δευτέρου, τώρα αντεπετέθη. Κήρυξε την ΕΟΚΑ Β' παράνομη οργάνωση, οπότε ελάχιστοι μόνο μήνες ήσαν αρκετοί για την σχεδόν πλήρη εξουδετέρωσή της. Όμως έτσι κι αλλιώς ο ρόλος της ΕΟΚΑ Β' είχε τελειώσει. Μόνη της η οργάνωση αυτή δεν ήταν σε θέση να διενεργήσει πραξικόπημα με έστω κι ελάχιστη πιθανότητα επιτυχίας, και τούτο ήταν γνωστό στον στρατηγό Γρίβα. Συνεπώς ο ρόλος της ήταν να δημιουργήσει, με την όλη δράση της, συνθήκες αποσταθεροποίησης και αναταραχής, ώστε να δικαιολογηθεί η επέμβαση της Εθνικής Φρουράς η οποία και ήταν στελεχωμένη με Ελλαδίτες χουντικούς αξιωματικούς.

 

Το πραξικόπημα αποτολμήθηκε στις 15.7.1974. Ο Μακάριος κατόρθωσε να διασωθεί και να διαφύγει στο εξωτερικό. Η Τουρκία είχε βρει την ευκαιρία που για χρόνια ανέμενε. Μια μόνο εβδομάδα αργότερα, στις 20.7.1974, εισέβαλε με σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις στην Κύπρο. Η ελληνική χούντα, ανίκανη να αντιδράσει, κατέρρευσε στις 23.7.1974.

 

Λεπτομέρειες για τα γεγονότα που προηγήθηκαν και που ακολούθησαν, παρέχονται στο κεφάλαιο τουρκική εισβολή, του λήμματος Τουρκία και Κύπρος, γι' αυτό κι αποφεύγονται εδώ.

 

Μετά το καλοκαίρι του 1974 δημιουργήθηκε μια εντελώς νέα κατάσταση στην Κύπρο: το νησί διχοτομήθηκε σε βόρειο και σε νότιο τμήμα, η δε διχοτόμηση αυτή περιελάμβανε και τον διαχωρισμό του πληθυσμού. Οι Ελληνοκύπριοι εκδιώχθηκαν από τις κατεχόμενες περιοχές και προσφυγοποιήθηκαν στις νότιες ελεύθερες περιοχές, ενώ οι Τουρκοκύπριοι, υπακούοντας ακόμη μια φορά στις εντολές της Άγκυρας, μετακινήθηκαν στις βόρειες κατεχόμενες από τους εισβολείς περιοχές. Το επόμενο στάδιο ήταν η προσπάθεια των Τούρκων να δημιουργήσουν δικό τους κρατίδιο στη βόρεια Κύπρο, προσπάθεια που συνεχίζεται. Στις κατά καιρούς διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν, η Τουρκία εμφανίζεται πλέον από θέσεως στρατιωτικής ισχύος στην Κύπρο, πράγμα που τροφοδοτεί τις απαράδεκτες και παράλογες αξιώσεις και την αδιαλλαξία της.

 

Ο πρόεδρος Μακάριος κατόρθωσε να επιστρέψει στην Κύπρο από την εξορία τον Δεκέμβριο του 1974. Πέθανε τον Αύγουστο του 1977.

 

Το Κυπριακό ζήτημα εξακολουθεί να είναι άλυτο και να θεωρείται ένα από τα σοβαρότερα που απασχολούν συνεχώς και μόνιμα την ανθρωπότητα.

 

Για τη λύση του κυπριακού προβλήματος εργάστηκαν σκληρά, προς διάφορες κατευθύνσεις και ιδίως στο πλαίσιο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και οι διάδοχοι του αρχιεπισκόπου Μακαρίου στην προεδρία της Δημοκρατίας, δηλαδή κατά σειράν οι πρόεδροι Σπύρος Κυπριανού (1977-1988), Γιώργος Βασιλείου (1988-1993), Γλαύκος Κληρίδης (1993-2003), Τάσσος Παπαδόπουλος (2003-2008), ενώ τις προσπάθειες συνεχίζει και ο επόμενος πρόεδρος Δημήτρης Χριστόφιας (2008 κ.ε.). Ο κάθε ένας είχε και τη δική του προσέγγιση ως προς τη λύση, ενώ κοινή είναι η θέση ότι η λύση θα είναι της μορφής της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας. Αντίθετα, η τουρκική άποψη είναι ότι η λύση θα πρέπει να βασίζεται στο συνεταιρισμό δύο κρατών.

 

Επί προεδρίας Γλαύκου Κληρίδη και στη συνέχεια Τάσσου Παπαδόπουλου διαμορφώθηκε και προτάθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη το πληρέστερο, όσο και λεπτομερέστερο σχέδιο λύσης του Κυπριακού. Επρόκειτο για το Σχέδιο Ανάν (από το όνομα του τότε Γ.Γ. του ΟΗΕ Κόφι Ανάν). Το σχέδιο αυτό από χιλιάδες σελίδες, αφορούσε σε όλες ανεξαίρετα τις πτυχές του προβλήματος. Όπως είχε συμφωνηθεί ετέθη προς έγκριση στο λαό σε δύο χωριστά και παράλληλα δημοψηφίσματα. Η τουρκική πλευρά, μαζί με ψήφους και των εποίκων, ενέκρινε το Σχέδιο, ενώ η ελληνική πλευρά το απέρριψε με μεγάλη πλειοψηφία. Η απόρριψη δημιούργησε για την ελληνική πλευρά αρνητικό διεθνές κλίμα και κατεβλήθησαν πολλές προσπάθειες για να ξεπεραστεί.

 

Επί προεδρίας Δημήτρη Χριστόφια άρχισαν νέοι εντατικοί γύροι συνομιλιών μεταξύ του ιδίου και του Τουρκοκύπριου ηγέτη Μεχμέτ Αλί Ταλάτ και κατόπιν του Ντερβίς Έρογλου. Υπήρξε επανηλειμμένα και προσωπική ανάμειξη του ιδίου του Γ.Γ. του ΟΗΕ Μπαν κι Μουν τόσο στην Κύπρο όσο και στη Νέα Υόρκη. Το Κυπριακό πρόβλημα εξακολουθεί να αναζητεί τη λύση του.

 

Στο μεταξύ, παρά τις αντιδράσεις της Τουρκίας, η Κύπρος είχε από χρόνια υποβάλει αίτηση ένταξής της στη Ε.Ε. Η ένταξη της Κύπρου ως ενιαίου χώρου παρά την τουρκική κατοχή μεγάλου τμήματός της, έγινε την 1η Μαΐου 2004. Λόγω της ένταξης ως πλήρους και ισότιμου μέλους, η Κύπρος απεχώρησε από το Κίνημα των Αδεσμεύτων αλλά διατήρησε σ' αυτό θέση παρατηρητή. Η Κύπρος εντάχθηκε επίσης στην ομάδα χωρών της Ευρωζώνης, υιοθετώντας ως νέο της νόμισμα το ευρώ.

 

Τον Ιούλιο του 2011 η Κύπρος γνώρισε την καταστροφή με τη μεγάλη έκρηξη στη ναυτική βάση στο Μαρί. Στη ναυτική βάση είχαν αποθηκευτεί μεγάλες ποσότητες εκρηκτικών που η Κύπρος είχε αναγκαστεί να δεχθεί. Συγκεκριμένα φορτίο πυρομαχικών σε πλοίο που ταξίδευε από το Ιράν στη Συρία κατασχέθηκε βάση αποφάσεων του ΟΗΕ περί επιβολής εμπάργκο στο Ιράν.

 

Το δυστύχημα προκάλεσε τον θάνατο δεκατριών ατόμων, τον τραυματισμό άλλων, ενώ προξένησε και τεράστια καταστροφή στον διπλανό ηλεκτροπαραγωγό σταθμό, ένα από τα μεγαλύτερα έργα υποδομής του τόπου. Η έκρηξη στο Μαρί που προκάλεσε και πολιτική κρίση και παραίτηση δύο υπουργών και άλλων παραγόντων, χαρακτηρίστηκε ως η μεγαλύτερη τραγωδία που γνώρισε η Κύπρος μετά την τουρκική εισβολή του 1974.

Το Δεκέμβριο του 2012 η Κυπριακή Δημοκρατία  λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης αναγκάστηκε να μπει σε οικονομικό μνημόνιο υπό την εποπτεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. 

Το Γεννάρη του 2013 στην προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας εξελέγη ο Νίκος Αναστασιάδης. Υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης αναγκάστηκε να αποδεκτεί κούρεμα καταθέσεων καθώς και το κλείσιμο της δεύτερης μεγαλύτερης τράπεζας της Κύπρου της Λαϊκής Τράπεζας. 

Η Κύπρος εξήλθε του μνημονίου το 2016 και ο Νίκος Αναστασιάδης επανεξελέγη στην προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας το Φεβρουάριο του 2018. 

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image