Αγγλοκρατία

Οργάνωση- διοίκηση

Κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας η Κύπρος διοικείτο από αποικιακή κυβέρνηση, επικεφαλής της οποίας βρισκόταν ο ύπατος αρμοστής, ο οποίος, μετά το 1925, πήρε τον τίτλο του κυβερνήτη. Ο ύπατος αρμοστής υπαγόταν αρχικά στο βρεττανικό υπουργείο Εξωτερικών. Από το Δεκέμβριο του 1880, την ευθύνη για τις κυπριακές υποθέσεις ανέλαβε το υπουργείο Αποικιών. Όλες οι εξουσίες βρίσκονταν στα χέρια του ύπατου αρμοστή/ κυβερνήτη, ενώ κάτω απ' αυτόν βρισκόταν ο αρχιγραμματέας και μια ομάδα Άγγλων ανώτερων αξιωματούχων. Η Κύπρος ήταν διαιρεμένη σε 6 επαρχίες, εκείνες της Λευκωσίας, Λεμεσού, Πάφου, Αμμοχώστου, Λάρνακας και Κερύνειας, με Άγγλο διοικητή η καθεμιά. Σταδιακά οργανώθηκε η δημόσια υπηρεσία, που ήταν χωρισμένη σε τμήματα με διευθυντές Άγγλους. Οι Κύπριοι δεν είχαν δικαίωμα να ψηφίζουν την κυβέρνησή τους. Ψήφιζαν μόνο τους δημάρχους των πόλεων και κωμοπόλεων, καθώς και τα δημοτικά συμβούλια. Ακόμα, ψήφιζαν τους βουλευτές τους, Έλληνες και Τούρκους, για το Νομοθετικό Συμβούλιο. Για την εκλογή των βουλευτών, το νησί διαιρέθηκε σε τρεις εκλογικές περιφέρειες κι η κάθε μια απ' αυτές εξέλεγε 4 βουλευτές, 1 Μωαμεθανό και 3 Χριστιανούς. Δικαίωμα ψήφου είχαν μόνο οι άρρενες κάτοικοι άνω των 21 χρόνων. Οι βουλευτικές εκλογές διεξάγονταν κάθε τρία χρόνια.

 

Ένα Εκτελεστικό Συμβούλιο είχε αρμοδιότητες καθαρά συμβουλευτικές για υποβοήθηση του έργου του ύπατου αρμοστή. Τα μέλη του, που ήταν ανώτεροι Άγγλοι υπάλληλοι, διορίζονταν από το Λονδίνο. Μετά το 1897, στο Εκτελεστικό Συμβούλιο συμμετείχαν και τρεις Κύπριοι πολίτες, διορισμένοι από τον αρμοστή.

 

Το Νομοθετικό Συμβούλιο εγκαθιδρύθηκε το Σεπτέμβριο του 1878 με σχετική εκτελεστική απόφαση του αρμοστή, αλλά πήρε την τελική του μορφή το 1882. Στο Συμβούλιο αυτό, οι Έλληνες Κύπριοι είχαν εικονική πλειοψηφία. Αντιπροσωπεύονταν με 9 εκλεγμένους βουλευτές, έναντι 3 Τούρκων και 6 άλλων που ήταν Βρεττανοί και διορίζονταν από τον αρμοστή. Στην ουσία οι ενωμένες ψήφοι των διορισμένων μελών και των Τούρκων βουλευτών ισοβαθμούσαν με τις ψήφους των Ελλήνων βουλευτών (9- 9). Τη νικώσα ψήφο διέθετε ο πρόεδρος του Σώματος, που ήταν ο αρμοστής. Μετά την ανακήρυξη της Κύπρου σε αποικία του στέμματος (1925) ο αριθμός των Ελλήνων βουλευτών αυξήθηκε σε 12, ενώ των Τούρκων παρέμεινε ο ίδιος. Αυξήθηκε, όμως, από 6 σε 9 ο αριθμός των διορισμένων μελών κι έτσι η αναλογία μεταξύ των ελληνικών ψήφων αφενός και των υπολοίπων αφετέρου διατηρήθηκε (12- 12), με νικώσα ψήφο και πάλι εκείνη του κυβερνήτη. Συνήθως οι Τούρκοι βουλευτές συντάσσονταν με τους Άγγλους. Οι ελάχιστες περιπτώσεις, κατά τις οποίες ψήφος ή ψήφοι Τούρκων βουλευτών προσθέτονταν στις ψήφους της ελληνικής πλειοψηφίας, θορυβούσαν τους Άγγλους. Μια τέτοια περίπτωση συνέβη λίγο πριν από το κίνημα των Οκτωβριανών, όταν Τούρκος βουλευτής ψήφισε, μαζί με τους Έλληνες συναδέλφους του, ενάντια στην έγκριση του νομοσχεδίου για τελωνειακούς δασμούς. Ουσιαστικά, το Νομοθετικό Συμβούλιο αποτελούσε ένα Σώμα, μέσω του οποίου παίρνονταν αποφάσεις σύμφωνες με τη θέληση του αρμοστή/ κυβερνήτη.

 

Η Δικαιοσύνη οργανώθηκε πάνω σε πολύ καλή βάση και έθεσε τέρμα στην αυθαιρεσία που χαρακτήριζε την απονομή της Δικαιοσύνης επί Τουρκοκρατίας. Οι Άγγλοι δικαστές, που αντικατέστησαν τους Τούρκους καδήδες, εισήγαγαν σταδιακά το αγγλοσαξονικό νομικό σύστημα, ενώ διακρίνονταν και για την αμεροληψία τους. Υπήρχε ένα ανώτατο δικαστήριο (εφετείο) που έδρευε στη Λευκωσία με Άγγλο αρχιδικαστή. Στις πόλεις λειτουργούσαν τα επαρχιακά δικαστήρια με Άγγλο πρόεδρο και δυο μέλη- έναν Έλληνα δικαστή κι έναν Τούρκο- το καθένα. Λειτουργούσαν ακόμα και τα πταισματοδικεία ή κωμοδικεία στα μεγάλα χωριά.

 

Μέχρι και την ανακήρυξη της Κύπρου σε αποικία, οι Κύπριοι εξακολουθούσαν να θεωρούνται Οθωμανοί υπήκοοι και δεν είχαν δικαίωμα ν' αποχτούν αγγλικό διαβατήριο, αλλά τους παρεχωρείτο ένα ταξιδιωτικό έγγραφο που τους χαρακτήριζε απλά σαν «κατοίκους Κύπρου». Το έγγραφο αυτό, ωστόσο, δεν τους εξασφάλιζε την προστασία των αγγλικών προξενικών αρχών στις ξένες χώρες.

 

Φώτο Γκάλερι