Αίγυπτος και Κύπρος

Αρχαιότατες σχέσεις

Image

Εξετάζοντας το απώτερο παρελθόν, βρίσκουμε ότι κάποιες επαφές των Ετεοκυπρίων προς τους Αιγυπτίους υφίσταντο ήδη από την 3η χιλιετηρίδα π.Χ. Οι επαφές αυτές είχαν βασικά τη μορφή εμπορικών συναλλαγών. Ευρήματα από αρχαιολογικές ανασκαφές έφεραν στο φως, μεταξύ άλλων, περιδέραια κατασκευασμένα από χάντρες που είχαν εισαχθεί στο νησί από την Αίγυπτο (Πρώιμη Χαλκοκρατία ΙΙ, 2100-2000 π.Χ.). Στη Σωτήρα - Καμινούδκια, στον εκεί συνοικισμό του Πρώιμου Ορειχάλκου II, βρέθηκαν χάντρες από φαγεντιανή που ερμηνεύονται ως το αιγυπτιακό παιγνίδι senet. Ενδείξεις για επαφές των Κυπρίων με την Αίγυπτο, όπως και με τη Συρία, την Παλαιστίνη, ακόμη και με την Κρήτη, έχουμε και κατά την περίοδο της Πρώιμης Χαλκοκρατίας III (2000 - 1850 π.Χ.). Ας σημειωθεί ότι η Κύπρος απέχει από την Αίγυπτο 422 χμ., από τη Συρία 121 χμ. και από τη Ρόδο 400 χμ.

 

Σύμφωνα προς μια θεωρία, κατά την αρχή της Ύστερης Εποχής του Χαλκού ή Υστεροκυπριακής Περιόδου (1650 - 1575 π.Χ.), περί τα μέσα της 2ης χιλιετηρίδας, η Κύπρος υφίσταται τις επιδρομές των Υξώς, λαού πολεμικού, που είχε κυριαρχήσει στην Αίγυπτο από τον 17οαιώνα, και ίσως οι επιδρομές αυτές, που έφεραν αναστάτωση στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου, να είχαν δυσμενείς συνέπειες στην ανάπτυξη του εμπορίου της Κύπρου τώρα που το πολύτιμο μέταλλο του χαλκού αποτελούσε βασικό εξαγωγικό είδος. Κατ' άλλη όμως θεωρία οι καταστροφές στην Καλοψίδα και στην Επισκοπή - Φανερωμένη κατά τα χρόνια αυτά, οφείλονταν στον εσωτερικό ανταγωνισμό μεταξύ της χαλκοφόρας δυτικής και της γεωργικής ανατολικής Κύπρου. Λίγο αργότερα όμως, όταν οι Υξώς διώχθηκαν από τον φαραώ της 18ης δυναστείας Άμωσι (1580 - 1557 π.Χ.), αυτό συνέβαλε στην οικονομική ανάπτυξη της ανατολικής Μεσογείου καθώς και στην ανάπτυξη των υφισταμένων ήδη αστικών κέντρων στις ανατολικές και νότιες ακτές της Κύπρου —Έγκωμης - Αλασίας, Χαλά Σουλτάν Τεκκέ, Μαρωνιού— εις βάρος των παλαιών κέντρων στον βορρά —όπως η Λάπηθος και η Δένεια— που συνδέονταν προς τον Κρητικό πολιτισμό. Οι εμπορικές και άλλες σχέσεις της Κύπρου προς την Αίγυπτο περιλάμβαναν τώρα και συμμαχία των δυο χωρών, της Κύπρου-  Αλασίας με προφανή πρωτεύουσα την Αλασία - Έγκωμη, και της Αιγύπτου. Η ανταλλαγή δώρων, όπως προκύπτει από τις επιστολές μεταξύ των βασιλιάδων των δυο κρατών, θεωρήθηκε από παλαιότερους ερευνητές ότι σήμαινε πως η Κύπρος πλήρωνε φόρο υποτελείας στους φαραώ της Αιγύπτου. Ό,τι όμως προκύπτει από τις πινακίδες της Tell el Amarna, που περιλαμβάνουν αλληλογραφία μεταξύ του βασιλιά Αλασίας - Κύπρου και του φαραώ Αμένοφι Δ' ή Ακενατόν (1364-1362 π.Χ.), είναι ότι η μεταξύ τους σχέση είναι σχέση ίσου προς ίσον, σχέση μεταξύ συμμάχων και φίλων που ανταλλάσσουν αμοιβαία δώρα. Ο Κύπριος βασιλιάς γράφει στον Αιγύπτιο φαραώ, τον οποίο αποκαλεί «αδελφό του», για να τον πληροφορήσει ότι η χώρα του υποφέρει από επιδρομές των Λαών της Θάλασσας και ζητά τη βοήθειά του. Του στέλλει χαλκό, που μπορεί να ήταν αμοιβή για τη διατήρηση της ειρήνης στην περιοχή, και περιμένει άλογα, χρυσό άρμα, εβένινο - χρυσό κρεβάτι, ασήμι, γυναικεία ενδύματα και καλής ποιότητας λάδι σε πιθάρια. Σ' άλλες επιστολές το κυριότερο θέμα είναι το εμπόριο. Ο Αμενχοτέπ Γ' (1402-1364 π.Χ.), παρακλήθηκε από τον βασιλιά της Αλασίας να επιστρέψει την περιουσία Κυπρίου εμπόρου που είχε πεθάνει στην Αίγυπτο. Σε άλλο γράμμα ο αντιπρόσωπος του φαραώ αναφέρεται ότι υποχρεώθηκε να παραμείνει στην Αλασία για τρία χρόνια γιατί υπήρχε σ' αυτήν έλλειψη εργατικών χεριών για την παραγωγή χαλκού επειδή ο θεός Νεργκάλ είχε σκοτώσει όλους τους άνδρες —υπαινιγμός σε λοιμό που ακολούθησε κάποιο σεισμό (όπως εκείνος του 1375-1350 π.Χ. που κατέστρεψε την Έγκωμη), ή σε επίθεση των Λούκκι, που είχαν επίσης επιτεθεί κατά της Αιγύπτου. Μια από τις επιθέσεις των Λούκκι κατά της Αιγύπτου έγινε με συνεργασία Αλασιωτών από τους οποίους αρκετοί αιχμαλωτίστηκαν· ο βασιλιάς τους ζητεί την απελευθέρωσή τους, τους κατονομάζει και από τα ονόματά τους φαίνονται Ουρρίτες και Σημίτες.

 

Οι επαφές Κύπρου και Αιγύπτου περιλάμβαναν την αποστολή στην Κύπρο αιγυπτιακών αντικειμένων με ενεπίγραφες πινακίδες των φαραώ όπως: σκήπτρο από φαγεντιανή του 12ουαιώνα από τη Χαλά Σουλτάν Τεκκέ, με επιγραφή του φαραώ Χορεμχέβ (1348-1320 π.Χ.), πιθάρια για κρασί του Σετί Α' (1312-1300 π.Χ.), από την ίδια περιοχή, μεγάλος σκαραβαίος του Αμενχοτέπ Γ' (1402- 1364 π.Χ.) που αναφέρει κυνηγετικούς άθλους του και που βρέθηκε στην Παλαίπαφο - Σκάλες σε τάφο του 11ου αιώνα π.Χ.

 

Οι άμεσες σχέσεις της Κύπρου προς την Αίγυπτο φαίνεται ότι διεκόπησαν όταν η Ουγκαρίτ έγινε υποτελής στους Χιττίτες, οπότε το εμπόριο Κύπρου - Αιγύπτου διεξαγόταν πια έμμεσα, δια της Ουγκαρίτ, χωρίς αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκην υποταγή της Κύπρου στους Χιττίτες, όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται σε μερικές επιγραφές τους του 1400-1200 π.Χ. Πάντως σ' ένα μυκηναϊκό τάφο στο Κούριον βρέθηκε αιγυπτιακό χρυσό σκήπτρο με τον Ιέρακα -Ώρο που πρέπει να συσχετισθεί προς την αναφορά οκτώ κυπριακών πόλεων σ' επιγραφές του 1200 - 1175 π.Χ. στη Medinet Habu (βλέπε πιο κάτω, όπως και Μαχμούντ Ι. Ελσααντανί, Αἱ Ἑλληνο-Αἰγυπτιακαί Σχέσεις... 945-525 π.Χ.. Αθήνα, 1982, σσ. 184-185).

 

Μεταξύ του 1400 και του 1300 π.Χ. έχουμε την άφιξη στην Κύπρο των Μυκηναίων εμπόρων, που φαίνεται ότι δεν αντιμετώπισαν σοβαρά προβλήματα εγκατάστασης, πράγμα που ενισχύει την άποψη ότι η Κύπρος δεν ήταν χώρα φόρου υποτελής στην Αίγυπτο. Ίσως όμως να υπήρξε ανταγωνισμός μεταξύ Αιγυπτίων και Χετταίων αφενός και Αχαιών αφετέρου, με μήλο της έριδος την Κύπρο. Οι Αχαιοί, που αποίκισαν την Κύπρο μεταξύ 1230 και 1190 π.Χ., κυριάρχησαν τελικά και υπερίσχυσαν στο νησί. Ωστόσο οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ Κύπρου και Αιγύπτου συνεχίζονται, έμμεσα αλλά και άμεσα. Ανασκαφικά ευρήματα αποδεικνύουν ότι μεταξύ των ποικίλων εμπορευμάτων που η Κύπρος εξήγε στην Αίγυπτο κατά την εποχή της Ύστερης Χαλκοκρατίας, ήταν και το όπιο που παραγόταν στην Κύπρο και εξαγόταν μέσα σε ειδικά φλασκιά, γνωστά ως bilbil. Τα εξαγόμενα στην Αίγυπτο, Συρία και Παλαιστίνη κυπριακά αντικείμενα ήσαν πολλαπλάσια εκείνων που εξάγονταν στο Αιγαίο κατά την εποχή αυτή.

 

Λίγο μετά την εγκατάσταση των Αχαιών στην Κύπρο, περί τα 1196 π.Χ., ο Αιγύπτιος φαραώ Ραμσής Γ' νίκησε τους επιδρομικούς Λαούς της Θάλασσας (Φιλισταίους;) και απάλλαξε την ανατολική Μεσόγειο, και φυσικά και την Κύπρο, από την καταστροφική τους δράση. Στην Κύπρο ξαναχτίζονται οι σημαντικές παραθαλάσσιες πόλεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι η πρώτη μνεία για τις κυπριακές πόλεις γίνεται στην αιγυπτιακή επιγραφή της Medinet Habu (α' τέταρτο του 12ου π.Χ. αιώνα). Οι κυπριακές πόλεις που αναφέρονται είναι 8, και μόνο μια δεν είναι παραθαλάσσια: Σαλαμίς, Κίτιον, Ιδάλιον, Μάριον, Σόλοι, Ακάμας, Κούριον και Κερύνεια. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι σχέσεις της Αιγύπτου με την Κύπρο τώρα επεκτείνονται και πέραν των νοτίων πόλεων, στα μεσόγεια (Ιδάλιον) και στο βορρά (Κερύνεια).

 

Σύμφωνα προς αιγυπτιακή αφήγηση, λίγο πριν από την τελική καταστροφή που προκάλεσαν οι Λαοί της Θάλασσας στην Κύπρο, μεταξύ 1075 και 1050 π.Χ., ο Αιγύπτιος ιερέας Βεναμόν κατέφυγε στην Αλασία ύστερα από ναυάγιο καθώς πήγαινε στην Βύβλο της Φοινίκης στα 1075 π.Χ. Οι κάτοικοι της Αλασίας (Έγκωμης) δεν καταλάβαιναν την αιγυπτιακή γλώσσα του, αλλά ούτε την συριακή του πληρώματος, και παρά λίγο να τους πνίξουν. Τελικά μέσω ενός αιγυπτιομαθούς που βρέθηκε, ο Βεναμόν συνάντησε την «πριγκίπισσα» της Αλασίας Χετέμπ, στην οποία εξήγησε ότι, αν κάποιος από το πλήρωμά του σκοτωνόταν, τότε ο βασιλιάς της Βύβλου θα σκότωνε δέκα Αλασιώτες ναύτες για εκδίκηση. Επομένως υπήρχαν τότε ακόμη αραιές σχέσεις με την Αίγυπτο, ίσως έμμεσες, που μαρτυρούνται και από αρχαιολογικά ευρήματα του 11ουαιώνα π.Χ. (Lionel Casson, Travel in the Ancient World, London, 1974, σσ. 40-43, 335).

 

Κατά την Εποχή του Σιδήρου (1050-950 π.Χ.), βρίσκουμε στην Παλαίπαφο - Σκάλες σφραγίδα με ιερογλυφική επιγραφή και μεγάλο πέτρινο σκαραβαίο του φαραώ Αμενχοτέπ Γ’ (1402-1364 π.Χ.), που αναφέρει άθλους του σε κυνήγια λιονταριών. Τα αντικείμενα αυτά φαίνεται ότι φυλάσσονταν για πολύ καιρό από ντόπια οικογένεια που σχετιζόταν στενά προς την Αίγυπτο.