Αίγυπτος και Κύπρος

Μεσαιωνικοί χρόνοι

Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας (1192-1489) την Κύπρο κατέχουν και διοικούν οι Φράγκοι βασιλιάδες. Το φεουδαρχικό βασίλειο της Κύπρου μετετράπη σε προκεχωρημένο φυλάκιο της Δύσης έναντι των λαών της Ανατολής, οι δε βασιλιάδες απεδύθησαν σε πολέμους, εκστρατείες και επιδρομές κατά των Σαρακηνών στη Μ. Ασία, στη Συρία και στην Αίγυπτο, ενώ πολλοί έμποροι Φράγκοι, Γενουάτες, Βενετοί κ.ά. στάθμευαν στην Κύπρο που πλούτιζε ως διαμετακομιστικός σταθμός εμπορίου μεταξύ της Ευρώπης και της Αιγύπτου και γενικότερα της Ανατολής. Ειδικότερα πρέπει να μνημονευθεί ο σπουδαίος θαλάσσιος εμπορικός δρόμος Ατταλείας-Κύπρου-Αλεξανδρείας, που έφερνε πολλά στοιχεία του αιγυπτιακού κόσμου και πολιτισμού στο νησί. Το εμπόριο αυτού του δρομολογίου υπήρξε αιτία συγκρούσεων μεταξύ Κυπρίων και Σταυροφόρων γενικότερα, και Σαρακηνών αφετέρου.

 

Τον Μάιο του 1204 εκστράτευσε κατά της Αιγύπτου ο Λουζινιανός βασιλιάς της Κύπρου Αμάλριχος* (1194-1205), που επετέθη με τον στόλο του στην περιοχή του Δέλτα του Νείλου.

 

Στα 1247 ο Ερρίκος Α' της Κύπρου έστειλε στόλο οκτώ πλοίων κατά της Acre (Πτολεμαΐδος) στη Συρία εναντίον των Αιγυπτίων πολιορκητών της Ασκάλωνος, η οποία τελικά έπεσε στα χέρια τους.

 

Στα 1248-1249 ο Λουδοβίκος Θ' ο «Άγιος» της Γαλλίας, μέσω Κύπρου οργάνωσε σταυροφορία κατά της Αιγύπτου. Η Κύπρος χρησιμοποιήθηκε ως διαμετακομιστικός σταθμός και κέντρο ανεφοδιασμού και ανάπαυσης. Η εκστρατεία του, όμως, κατέληξε σ' αποτυχία και ήττα του Λουδοβίκου στην Αίγυπτο, ενώ ταυτόχρονα ο στρατός της Κύπρου και τα εδώ στρατιωτικά τάγματα αρνήθηκαν να βοηθήσουν τους Αγίους Τόπους, που σταδιακά πέφτουν στα χέρια των Μουσουλμάνων. Αποκορύφωμα ήταν η κατάληψη της Acre στις 28 Μαΐου του 1291 από τους Μαμελούκους της Αιγύπτου, όπου στο Κάιρο σουλτάνος ήταν ο Καλαούν από το 1277, παρά την βοήθεια του επιληπτικού βασιλιά της Κύπρου Ερρίκου Β' προς αυτήν. Τότε ο πάπας απαγόρευσε στους Ευρωπαίους εμπόρους να συναλλάσσονται με την Αίγυπτο και έτσι η γραμμή Ατταλείας-Κύπρου-Αλεξανδρείας αχρηστεύθηκε˙ αντί αυτής ο πάπας διέταξε το εμπόριο να γίνεται με την Κύπρο, την Αρμενία και τους Μογγόλους, τους μεγάλους εχθρούς των Μαμελούκων, με τους οποίους είχε επικοινωνήσει στην Κύπρο και ο «Άγιος» Λουδοβίκος. Ακριβώς για να διατηρήσουν την απαγόρευση αυτή, που συχνά παρεβαίνετο από τα χριστιανικά εμπορικά έθνη, οι βασιλιάδες της Κύπρου ανέπτυξαν το δικό τους εμπόριο εις βάρος του εμπορίου με την Αίγυπτο και ακόμη εξαπέλυσαν εκστρατείες ή μετέσχαν σε σταυροφορίες για την κατοχύρωση της απαγόρευσης και την προστασία του εμπορίου τους. Στα πλαίσια αυτά διεξήγαγε επιθέσεις και πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Σαρακηνών στην Αίγυπτο και στη Συρία, καθώς και κατά των Τούρκων στη Μ. Ασία, και ο βασιλιάς της Κύπρου Ερρίκος Β' (1285-1324). Τέλος, ο βασιλιάς Πέτρος Α' (1359-1369), ο οποίος ανέλαβε αρκετές πολεμικές επιχειρήσεις σ' όλες σχεδόν τις γύρω από την Κύπρο χώρες της Ανατολής με σχετικές επιτυχίες, επετέθη και κατά των Μουσουλμάνων Μαμελούκων της Αιγύπτου. Πολιόρκησε μάλιστα και κατέλαβε και την ίδια την Αλεξάνδρεια, την οποία λεηλάτησε για μερικές μέρες πριν την εγκαταλείψει (1365).

 

Οι πειρατείες Κυπρίων κατά Μαμελούκων και Μαμελούκων κατά Κυπρίων συνεχίστηκαν για πολύ. Στα 1426 οι Μαμελούκοι ανταπέδωσαν τα πλήγματα. Με ορμητήριό τους την Αίγυπτο επέδραμαν στην Κύπρο, όπου και κατέλαβαν και λεηλάτησαν σημαντικές πόλεις και πολλά χωριά, καθώς και αυτή τη Λευκωσία. Σε μεγάλη μάχη που έγινε στη Χοιροκοιτία, οι Μαμελούκοι συνέτριψαν τον στρατό του Κυπρίου βασιλιά Ιανού και αιχμαλώτισαν και τον ίδιο. Τον μετέφεραν στην Αίγυπτο κι αργότερα τον απελευθέρωσαν, αφού τους κατεβλήθησαν λύτρα. Την εισβολή των Αιγυπτίων Μαμελούκων στην Κύπρο και τη νίκη τους επί των Φράγκων εκμεταλλεύτηκαν οι Κύπριοι αγρότες, οι οποίοι και επαναστάτησαν κατά των κυριάρχων τους με επικεφαλής τον ρήγα Αλέξη.

 

Έκτοτε οι Μαμελούκοι της Αιγύπτου θεωρούσαν την Κύπρο υποτελή τους και επενέβαιναν στις υποθέσεις της ή διενεργούσαν επιδρομές εναντίον της, όπως στα 1434 κατά του Κολοσσιού, ίσως για τιμωρία των καταλανικών επιδρομών στη Συρία, ή την απειλούσαν με επιδρομές, όπως στα 1435, 1437, 1443.

 

Παρόλα αυτά οι διπλωματικές σχέσεις Λουζινιανών και Μαμελούκων ήσαν καλές. Π.χ. στα 1438 έγινε θερμή υποδοχή στο Κάιρο στον Pero Tafur, πρέσβη του Ιωάννη Β΄. Ο φόρος αρχικά πληρωνόταν σε Μαμελούκους φοροσυλλέκτες που έρχονταν κάθε χρόνο στην Κύπρο, αργότερα όμως ο βασιλιάς ανέλαβε να τους συλλέγει και να τους στέλλει ο ίδιος. Στα 1440 ο αιγυπτιακός στόλος ανεφοδιάστηκε στην Κύπρο καθώς κατευθυνόταν σ' εκστρατεία κατά της Ρόδου, που επενέβαινε στο εμπόριο των υπηκόων του σουλτάνου με την Κύπρο! Στα 1443 ο σουλτάνος πρότεινε ειρήνη με τους Ιωαννίτες της Ρόδου και συμφωνήθηκε η Κύπρος να εξαιρείται από το θέατρο ενδεχομένων εχθροπραξιών μεταξύ Ρόδου και Αιγύπτου.

 

Στα 1447-1448 ο Ιωάννης Β' για να εισπράξει χρήματα για καταβολή του φόρου προς τον σουλτάνο, παρά την υφιστάμενη προνομιακή απαλλαγή τους, φορολόγησε και τους Λευκούς Βενετούς*. Αυτό προκάλεσε απειλή των Βενετών να φύγουν όλοι από την Κύπρο, μ' εξαίρεση των εκπροσώπων των Κορνάρο της Επισκοπής, που θα έμεναν για να στέλνουν ζάχαρη στη Βενετία. Ο Ιωάννης δικαιολογήθηκε ότι η εξαίρεση μόνο των Βενετών δεν μπορούσε να ισχύει πια, γιατί οι πιέσεις του «άδικου και άπιστου» σουλτάνου για καταβολή 100.000 δουκάτων ήταν τεράστιες˙ απειλούσε, αν δεν τα λάβει, να ερημώσει την Κύπρο. Η βενετική Σύγκλητος δέχθηκε πληρωμή με δόσεις για ορισμένο μόνο χρονικό διάστημα (12 χρόνια) χωρίς παραβίαση των προνομίων, αλλά τελικά επανήλθαν στις απαιτήσεις τους, πολύ περισσότερο γιατί ο ανταγωνισμός του γενουατικού μονοπωλίου και οι επιδρομές των Σαρακηνών στην περιοχή της Κύπρου καθιστούσαν το βενετικό εμπόριο επισφαλές και τα κέρδη περιορισμένα.

 

Όταν στα 1458 η Καρλόττα, κόρη του Ιωάννη Β', στέφθηκε βασίλισσα της Κύπρου και καθαίρεσε τον αδελφό της Ιάκωβο τον Νόθο από το αξίωμα του Καθολικού αρχιεπισκόπου Κύπρου, ο τελευταίος ζήτησε τη βοήθεια του σουλτάνου της Αιγύπτου. Με τη βοήθεια αυτή ο Ιάκωβος κατόρθωσε να διώξει την Καρλόττα από το θρόνο και να γίνει κύριος ολόκληρης της Κύπρου, περιλαμβανομένης της Αμμοχώστου, που από το 1373 κατεχόταν από τους Γενουάτες. Βενετία, Ιππότες της Ρόδου και Κύπρος εκμεταλλεύονταν τις αντιθέσεις του σουλτάνου της Αιγύπτου και άλλων δυνάμεων μουσουλμανικών με τον Τούρκο σουλτάνο. Στα 1466 ο Ιάκωβος Β' σχεδίαζε συμμαχία με τον σουλτάνο της Αιγύπτου, τον «Μεγάλο Καραμάνο» και τον εμίρη του Κανδηλώρου, που εγκρίθηκε στα 1470 από το Συμβούλιο του Τάγματος των Ιωαννιτών της Ρόδου, αλλά το σχέδιο δεν τελεσφόρησε.

 

Στα 1472 ο Ιάκωβος Β' είπε στο Βενετό απεσταλμένο ότι βρισκόταν ανάμεσα σε δυο σουλτάνους, της Αιγύπτου των Μαμελούκων και της οθωμανικής αυτοκρατορίας, σαν μεταξύ δυο σαγονιών λύκου. Κατά τον Απρίλιο του 1473 απαγόρευσε την είσοδο στην Αμμόχωστο βενετικών πλοίων με όπλα που θα χρησιμοποιούνταν κατά των Μαμελούκων, στους οποίους όφειλε το θρόνο του και στους οποίους έδωσε στρατιωτική βοήθεια λίγο πριν. Οι Μαμελούκοι απειλούσαν να διώξουν τους Βενετούς, που τους έβλεπαν ως εχθρούς των, από τη Συρία που κατείχαν, και στη θέση τους να φέρουν Γενουάτες. Ο Ιάκωβος προσφέρθηκε να μεσολαβήσει για να αποτραπεί η εκδίωξη και έτσι να φανεί πιστός και στη Βενετία. Όταν στα 1485 η Βενετία υποχρέωσε τη βασίλισσα της Κύπρου, σύζυγο του Ιακώβου Β', Αικατερίνη Κορνάρο, θετή «θυγατέρα» της, να εγκαταλείψει το θρόνο της και να φύγει σε τιμητική εξορία παραδίνοντας την Κύπρο στη βενετική κυριαρχία με προσάρτηση, βενετική αντιπροσωπεία πήγε στο Κάιρο να εξηγήσει τους λόγους της αλλαγής καθεστώτος. Αρχικά (Απρίλιος 1489) έτυχε κακής υποδοχής, αλλά μια νέα αντιπροσωπεία, που είχε σαφείς οδηγίες να δικαιολογήσει τη μεταβολή σαν αίτημα της βασίλισσας για προστασία του νησιού κατά των απειλητικών Οθωμανών (διότι με ειδική συμφωνία οι τελευταίοι αναλάμβαναν να μη επιτεθούν κατά τόπων όπου κυμάτιζε η βενετική σημαία!), και για να απαλλαγεί η ίδια από τοπικούς εχθρούς της στο νησί, βρήκε κατανόηση και συμφώνησε με το σουλτάνο της Αιγύπτου να εκχωρήσει το βασίλειο της Κύπρου στη Βενετία, υπό τον όρο καταβολής του συνήθους ετήσιου φόρου των 8.000 δουκάτων (Φεβρ. 1490).

 

Υπήρχαν συχνά παράπονα των σουλτάνων για την πληρωμή του φόρου, ιδίως όταν καταβαλλόταν σε είδος, υφάσματα, καμελότες, κλπ., που οι Μαμελούκοι συχνά τα έκριναν χαμηλής ποιότητας, ή όταν καθυστερούσε να σταλεί, οπότε ο σουλτάνος τον απαιτούσε από τον Βενετό πρόξενο στην Αλεξάνδρεια και τους εκεί Βενετούς εμπόρους. Ο κοινός φόβος των Οθωμανών Τούρκων έφερνε πιο κοντά τους Βενετούς της Κύπρου προς το σουλτάνο της Αιγύπτου, ο οποίος στα 1501 διέταξε την ελευθέρωση και επιστροφή στην Κύπρο των Κυπρίων σκλάβων που πούλησαν στην Αίγυπτο τα τουρκικά (κουρσάρικα κυρίως) πλοία (4 Οκτ. 1501). Τον Οκτώβριο του 1501 ο Οθωμανός σουλτάνος Βαγιαζίντ μήνυσε στον σουλτάνο της Αιγύπτου Kansuh al - Ghuri ότι με την άδειά του, και μόνο κατά τον επόμενο χρόνο θα καταλάμβανε την Κύπρο. Όταν ο τελευταίος απέρριψε κατηγορηματικά το αίτημα, γιατί η Κύπρος του ανήκε και πλήρωνε φόρο σ' αυτόν, ο Βαγιαζίντ ξαναμήνυσε στον al-Ghuri όταν ήταν πρόθυμος να καταβάλλει τον ετήσιο φόρο. Η απάντηση δεν είναι γνωστή, αλλά πρέπει να ήταν και πάλι αρνητική.

 

Στα 1516 ο σουλτάνος λογάριαζε να έλθει στην Κύπρο για να εγκαταστήσει άλλον έμπιστο υποτελή αντί των Βενετών. Οι Βενετοί κινήθηκαν εσπευσμένα να οργανώσουν την άμυνα του νησιού, αλλά δεν χρειάστηκε. Τα δικαιώματα των Μαμελούκων σουλτάνων στην Κύπρο εκμηδενίστηκαν στα 1516, όταν στις 24 Αυγούστου ο Σελίμ Α' σουλτάνος των Οθωμανών, νίκησε τον Kansuh al -Ghuri, που έπεσε στη μάχη, και κατέλαβε τη Συρία. Τότε πια οι Οθωμανοί απαίτησαν τον φόρο της Κύπρου από τη Βενετία διά του δραγομάνου Αλή. Όταν ο διάδοχος του Ghuri, Tumanbai, νικήθηκε κι εκτελέστηκε (15 Απριλίου 1517) κι η δυναστεία των Μαμελούκων εξέλιπε, ο φόρος πια πληρωνόταν από τους Βενετούς κατ' ευθείαν στην Κωνσταντινούπολη, στους κληρονόμους των δικαιωμάτων της, Οθωμανούς σουλτάνους.