Αίγυπτος και Κύπρος

Τουρκοκρατία

Image

Μετά την οθωμανική κατάκτηση, «νομικά» φυσικό αποτέλεσμα και στρατιωτική υλοποίηση των «δικαιωμάτων» που απέρρευσαν για τους Τούρκους μετά την ήττα των Αιγυπτίων Μαμελούκων, οι σχέσεις Κύπρου-Αιγύπτου μετατοπίζονται πάλι στο εκκλησιαστικό και στο πολιτιστικό πεδίο, με τη διαμεσολάβηση της ισχυρής ελληνικής παρουσίας στη χώρα του Νείλου.

 

Η αθρόα εγκατάσταση Ελλήνων Κυπρίων στην Αίγυπτο (όπως κι αλλού στις ακτές της Μεσογείου) μετά την τουρκική κατάκτηση, συνέβαλε στην ανάδειξη πολλών Κυπρίων σε ανώτερες και ανώτατες θέσεις στο πατριαρχείο Αλεξανδρείας. Απ' όσους διετέλεσαν εκεί πατριάρχες, ενδεικτικά αναφέρουμε τον Ιωαννίκιο (1645-1657), τον Παΐσιο (1657-1678), τον Παρθένιο Α' (1678-1688), που διαδέχθηκαν ο ένας τον άλλο, δηλαδή για μισό αιώνα το πατριαρχείο ήταν υπό κυπριακό έλεγχο. Σ' αυτούς και σε άλλους Κυπρίους ιεράρχες και κληρικούς οφείλεται η ύπαρξη πολλών κυπριακών χειρογράφων και βιβλίων στην βιβλιοθήκη του πατριαρχείου, που αξίζουν ειδική έρευνα. Αυτά και πολλά άλλα είναι ενδεικτικά μιας πλατιάς και αξιόλογης επικοινωνίας των δυο εκκλησιαστικών κλιμάτων, Αλεξανδρείας και Κύπρου, κατά την Τουρκοκρατία και μπορούν να πολλαπλασιαστούν με ειδικότερες έρευνες στις πηγές.

 

Με την άφιξη των Γάλλων στην Αίγυπτο υπό τον Ναπολέοντα, οι Έλληνες της Αιγύπτου, που αρχικά υπηρέτησαν τους Μαμελούκους, βλέπουν στο πρόσωπο του Ναπολέοντα τον πιθανό ελευθερωτή της πατρίδας τους και τίθενται στη διάθεσή του (1798). Ανάμεσά τους και Κύπριοι, που μαζί με άλλους Έλληνες έκτοτε εισρέουν, εγκαθίστανται και ακμάζουν στην Αίγυπτο σε συμπαγείς συχνά παροικίες. Απήχηση στην Κύπρο της ναπολεόντειας εκστρατείας στην Αίγυπτο έχουμε σ' επιστολή του Αντωνίου Βοντιτζιάνου (του 1801), με την οποία ζητεί προαγωγή του σε γενικό πρόξενο της Βρεττανίας στην Κύπρο για υπηρεσίες του προς τους Άγγλους στην Αίγυπτο, ειδικά για την έξωση των Γάλλων από αυτήν στα 1799 κ.ε. και την παράδοση της Αλεξάνδρειας (Κ.Π. Κύρρη στην Επετηρίδα ΚΕΕ, IX, 1977- 1978, σσ. 278-279 αρ. Xiii, σσ. 318-319). Σ' άλλη επιστολή του Λαρνακέως Ιερωνύμου Καρύδη, της 10.3.1800, τονίζονται τα δεινά της Κύπρου εξαιτίας της γαλλικής «εφόδου» στην Αίγυπτο, που συνέπεσε προς ταραχές στην Κύπρο, εκφράζεται χαρά για την «θριαμβικήν» επανείσοδο των τουρκικών στρατευμάτων στη χώρα, και λύπη και φόβος μη τυχόν η Κύπρος καταληφθεί από τους Γάλλους (Κύρρης, αυτ., σσ. 307-308 αρ. xxxxi, σσ. 313-324).

 

Η εισροή συνεχίζεται υπό τον Μωχάμετ Άλι που στηρίχτηκε πολύ στους ξένους για την ανοικοδόμηση της Αιγύπτου και που από τον Απρίλιο του 1822 έλαβε από τον Οθωμανό σουλτάνο την Κύπρο υπό τη στρατιωτική αμυντική ευθύνη του και έστειλε και στρατό υπό τον «λογικό» Σαλίχ μπέη, που εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό με το επιτελείο του και οργάνωσε την άμυνα κυρίως της νότιας Κύπρου. Αλλά ο στρατός του ήταν απειθάρχητο μπουλούκι, στασίασε κι εβάδισε προς τη Λάρνακα, λεηλατώντας στο δρόμο τους χωρικούς, Έλληνες και Τούρκους (Μάιος 1822). Στη Λάρνακα επετέθησαν κατά μερικών προξενείων. Στόχος των στρατευμάτων ήταν να πάνε στη Συρία να εργαστούν, γιατί στην Κύπρο δεν πληρώνονταν καλά! Στο μεταξύ ο Σαλίχ είχε αποκλειστεί στη Λευκωσία από τον απαίσιο κυβερνήτη Κουτσιούκ- Μεχμέτ, για να μη μάθει τις ατασθαλίες του και τις καταγγείλει στον Μωχάμετ Άλι και στον σουλτάνο. Όταν τυχαία έμαθε τη στάση των ανδρών του, αυτοί είχαν φθάσει στην Αμμόχωστο κι απ' εκεί αρκετοί στη Συρία. Μάζεψε όσους μπορούσε, αλλά η συμπεριφορά του Κουτσιούκ είχε καταγγελθεί στην Πύλη από τον Μωχάμετ Άλι, που πέτυχε την αντικατάστασή του με τον Σαΐντ Μεχμέτ, και έστειλε και αντικαταστάτη του Σαλίχ τον «βάρβαρο» Μεχμέτ Μπέη (τέλη του 1823), εχθρό του Καπουτάν Πασά της αυτοκρατορίας, που είχε διορίσει τον Σαΐντ. Ο Μεχμέτ έφθασε στη Λάρνακα με πέντε πολεμικά πλοία του αιγυπτιακού στόλου για να αντιμετωπίσει τα ελληνικά καταδρομικά που δρούσαν στην περιοχή και είχαν ήδη χτυπήσει, τον Φεβρουάριο του 1825, ένα αιγυπτιακό πλοίο κοντά στη Λεμεσό. Στα 1826 έντεκα ελληνικά πειρατικά εμφανίστηκαν στη Λάρνακα, αλλά έφυγαν λόγω των εκεί αιγυπτιακών δυνάμεων (Hill, Hist. of Cyprus, IV, 1952, σσ. 146-150). Η καταδρομική αυτή επιχείρηση ήταν τμήμα ευρύτερων επιχειρήσεων των επαναστατημένων Ελλήνων στην ανατολική Μεσόγειο κατά το καλοκαίρι του 1825 (Χρονικά της Λαπήθου, Ι, ii ,Iούλ. -Δεκ. 1970 [Μάρτης 1971], σσ. 218-229 κ.ε. Εμμ. Γ. Πρωτοψάλτη, Η Κύπρος εις τον αγώνα του 1821, Αθήναι, 1971), που, όπως και η εκστρατεία του Ιμπραήμ Πασά, θετού γιου του Μωχάμετ Άλι στην Πελοπόννησο, δεν επηρέασε την φιλική έναντι των Ελλήνων της Αιγύπτου στάση του τελευταίου (Μανώλη Γιαλουράκη, Η Αίγυπτος των Ελλήνων, Αθήνα, 1967, σσ. 285-287). Χαρακτηριστικά, ο Μωχάμετ Άλι επισκέφθηκε μάλιστα την αιγυπτιοκρατούμενη Κρήτη συνοδευόμενος από τον Μιχαήλ Τοσίτσα, Μετσοβίτη επιχειρηματία και στενό του συνεργάτη, (αυτ.).

 

Μόλις στα τέλη του 1829 τα αιγυπτιακά στρατεύματα, που είχαν τόσο καταπιέσει τον πληθυσμό, άρχισαν να αποσύρονται από την Κύπρο, αλλά η τουρκική κακοδιοίκηση ωθούσε πολλούς Κυπρίους σε μετανάστευση και στην Ελλάδα, που μόλις είχε μερικά ελευθερωθεί και με την οποία οι Κύπριοι απέβλεπαν να ενωθούν, και στην Αίγυπτο, όπου η διακυβέρνηση του Μωχάμετ Άλι τους είλκυε, όντας προτιμότερη από την τουρκική. Στις 6 Μαρτίου 1830 ο αρχιεπίσκοπος Πανάρετος γράφει στους Κυπρίους του Καΐρου να επιστρέψουν, υποσχόμενος εκ μέρους του Τούρκου διοικητή όριο ετησίου φόρου 30 παράδες (Κυπρ. Χρονικά Λάρνακας, Χ, 1934, σσ. 126-127). Δεν είναι γνωστά τα αποτελέσματα της επιστολής, ούτε αν οι διοικητικές μεταρρυθμίσεις του Νοεμβρίου 1830 επηρέασαν τους Κυπρίους της Αιγύπτου να επανέλθουν στην πατρίδα τους. Πάντως, ένας από τους στόχους της εξέγερσης του Μωχάμετ Άλι στα 1831 κ.ε. κατά του σουλτάνου, ήταν και η κατάληψη της Κύπρου, όπου υπήρχαν φήμες ότι θα εισέβαλλαν αιγυπτιακά στρατεύματα με στόλο που απειλούσε τη μεταφορά κριθαριού στο Ικόνιο της Μ. Ασίας. Ένας από τους όρους του Άλι για ειρήνη, μετά τις επιτυχίες του στα 1832, ήταν και η εκχώρηση προς αυτόν της Κύπρου, της Κρήτης, της Συρίας και της Αιγύπτου. Αλλά ο σουλτάνος προσφέρθηκε να δώσει την Κύπρο και την Κρήτη στην Αγγλία ως εγγύηση για τη διαπραγμάτευση της ειρήνης. Η Αγγλία απέρριψε την προσφορά και ο Άλι δέχθηκε τελικά, στη συνθήκη της 5 Μαΐου 1833, να εγκαταλείψει τις απαιτήσεις του στην Κύπρο, αλλά όχι στην Κρήτη. Αλλά το θέμα δεν έληξε εδώ. Στις 5 Οκτωβρίου 1840 η Πύλη πρόσφερε πάλι την Κύπρο ως κληρονομικό πασαλίκι στον Suliman Pasha, εξισλαμισμένο Γάλλο (Ο. J. Anselme Shelve) συνταγματάρχη στην υπηρεσία του Άλι, αλλά αυτός απέρριψε την προσφορά και ειδοποίησε γι’ αυτό τον κύριό του. Στα 1841, μετά τη λήξη του πολέμου στη Συρία και την αποχώρηση των Αιγυπτίων, αυξήθηκε το βρεττανικό ενδιαφέρον για την Κύπρο και την Παλαιστίνη, τις οποίες η βρεττανική πολιτική και η κοινή γνώμη στην Αγγλία διεκδικούσαν σαν αμοιβή για τη βοήθεια της χώρας στην οθωμανική αυτοκρατορία στον πόλεμο κατά του Άλι στη Συρία, όπως σημείωσε ο Disraeli στο βιβλίο του Tancred (βιβλ. IV κεφ. I. Hill, IV, σσ. 153-156 κ.ε., 183, 190-191). Στα 1845 υπήρχαν ακόμη φήμες ότι η Κύπρος θα εκχωρηθεί στη Μ. Βρεττανία, κι η εκχώρηση του 1878 θεωρείται από μερικούς ότι πηγάζει από την ανακίνηση του θέματος στα 1840-1841 κ.ε. (αυτ.).