Αίγυπτος και Κύπρος

Αγγλοκρατία

Το θέμα της μεταπολίτευσης στην Κύπρο συζητήθηκε ευρύτατα από τους Κυπρίους της Αιγύπτου, όπως προκύπτει και από την έκδοση, στην Αλεξάνδρεια, της προσφώνησης του αρχιεπισκόπου Σωφρονίου στον πρώτο Άγγλο αρμοστή σερ Γκάρνετ Γούλσλεϋ, με ευνοϊκά σχόλια του Ιω. Δ. Καρεμφιλάκη, Κυπρίου της Αιγύπτου, στις 3/5 Αυγ. 1878, ως απάντηση στα όσα είχε γράψει κατά της προσφώνησης ο διδάσκαλος Οικονομόπουλος (=Κύπριος της Αιγύπτου;). Από την έκδοση της προσφώνησης λείπει η επίμαχη φράση που θεωρούσε την αγγλική κατοχή «γέφυραν προς την Ένωσιν», και ίσως αυτό εστιγμάτιζε ο Οικονομόπουλος, πράγμα που δείχνει ισχυρό ενωτικό ρεύμα στους Κυπρίους της Αιγύπτου ήδη στα 1878, ρεύμα που πρέπει να ξεκινούσε από την ίδια την τουρκοκρατούμενη Κύπρο και να εξέφραζε τις επιδιώξεις τουλάχιστον των πιο πολλών Αιγυπτιωτών Κυπρίων. Πιθανότατα, όμως, οι τελευταίοι επηρεάστηκαν προς ενωτικές κατευθύνσεις από την επικοινωνία τους προς τους λοιπούς Αιγυπτιώτες Έλληνες, ιδίως τους μεγαλοαστούς, τους «πρωτοκλασσάτους» και έπειτα τους «δευτεροκλασσάτους», που έβλεπαν τον Ελληνισμό ως ενότητα υπό το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, και ως μεγαλοκεφαλαιούχοι επένδυαν και στην Ελλάδα τα κέρδη τους χωρίς να χάνουν επαφή προς την Αίγυπτο (Μ. Γιαλουράκη, Ἡ Αἰγυπτος τῶν Ἑλλήνων, 1967, σποράδην, π.χ. σσ. 284-312, βλ. τις εργασίες των Κωνστ. Τσουκαλά, Γ. Δερτιλή κ.ά., Στρατή Τσίρκα, Ο Καβάφης και η Εποχή του, Αθήνα, Κέδρος, 19712, σσ. 186-192 κ.ά.). Αυτό ίσως εξηγεί και τις κατηγορίες του σερ Γκάρνετ Γούλσλεϋ κατά της Κυπριακής Αδελφότητας του Καΐρου ότι προσπαθούν να εξελληνίσουν τους κατοίκους της Κύπρου και της Μικράς Ασίας, είδος νέας Φιλικής Εταιρείας με ευρύτερους εθνικούς στόχους.

 

Αργότερα, με την αγγλική κατοχή και της Αιγύπτου (1882 κ.ε.), οι Άγγλοι προσεταιρίζονται τους «δευτεροκλασσάτους» Έλληνες της Αιγύπτου, στην προσπάθεια διείσδυσης των αγγλικών κεφαλαίων στη χώρα. Μ' αυτή τη συνεργασία πλήττουν τα κάστρα του μεγάλου ελληνικού κεφαλαίου των παλαιοτέρων «πρωτοκλασσάτων», που τελικά συναιρούνται με τους νεότερους «δευτεροκλασσάτους» σταδιακά σε κάποια ενότητα παρά τις διαφορές τους. Ανάμεσά τους και οι Κύπριοι.

 

Οι Άγγλοι βλέπουν την Αίγυπτο και την Κύπρο ως γεωπολιτική στρατηγική ενότητα στα πλαίσια της επεκτατικής αυτοκρατορικής τους πολιτικής. Η Κύπρος αποτελεί γι' αυτούς στρατηγικό και εφοδιαστικό συμπλήρωμα της Αιγύπτου, αν και μερικοί Βρετανοί διαφωνούν απορρίπτοντας τη χρησιμότητα της Κύπρου για την αυτοκρατορική άμυνα και για την άμυνα της ίδιας της Αιγύπτου (π.χ. ο Η. A.L. Fisher στα 1919 κι ο βασιλιάς Γεώργιος Ε' στα 1915, βλ. G.S.Georghallides, A Political and Administrative History of Cyprus, 1918-1926, Nicosia, 1979, σσ. 14, 88, 95, 119, 133, 137,156). Αυτή η θεώρηση είναι μια από τις βασικές αιτίες απόρριψης από τους Άγγλους της ενωτικής αξίωσης των Κυπρίων, καθώς και της εχθρότητας των Άγγλων κατά των πρωτοπόρων Κυπρίων της Αιγύπτου.

 

Η δραστηριότητα του Γ.Ι. Κηπιάδη στην Αίγυπτο καλύπτει ριζικά θέματα της χώρας. Το έργο του «Ἓλληνες ἐν Αἰγύπτῳ ἢ Συγχρόνου Ἑλληνισμοῦ Ἐγκατάστασις καί καθιδρύματα Ἐθνικά, 1766-1892», ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, 1892, είναι πολύτιμη ερευνητική και μαζί κοινωνιολογική κριτική-αξιολογική εργασία. Μεταξύ άλλων ο Κηπιάδης, επισείοντας τον κίνδυνο καταστροφής του ελληνικού στοιχείου στην Αίγυπτο, κατηγορεί τους φίλαγγλους «δευτεροκλασσάτους» Έλληνες και Κυπρίους αστούς για εγωισμό και «ἐθνοβόρον τῦφον» (σσ. 14,66,77). Ο Κηπιάδης, στην εκλογή πατριάρχη Αλεξανδρείας στα τέλη του 1899, τάχθηκε κατά του Φωτίου Ναζαρέτ που τελικά εκλέχθηκε, κι αυτό του στοίχισε την άρνηση της θείας κοινωνίας!

 

Στη διάρκεια του αρχιεπισκοπικού ζητήματος στην Κύπρο, ο Φώτιος επενέβη ως μεσολαβητής (τέλη του 1901), μαζί με τους Ιεροσολύμων Δαμιανό και Κωνσταντινουπόλεως Ιωακείμ. Ο αντιπρόσωπος του Αλεξανδρείας Φωτίου τάχθηκε με την κιτιακή παράταξη, τους λεγόμενους «Μασώνους», που ήσαν σφοδροί πολέμιοι της αγγλικής κατοχής, διαφωνώντας προς τους αντιπροσώπους των δυο άλλων πατριαρχών που ήθελαν εκλογή τρίτου υποψηφίου, απορρίπτοντας και τον Κυρηνείας Κύριλλο. Ο Φώτιος ήλθε κι ο ίδιος στην Κύπρο στα 1907 και μέχρι της τελικής λύσεως του αρχιεπισκοπικού ζητήματος (Απρίλιος του 1910), διαδραμάτισε ουσιώδη ρόλο στην όλη υπόθεση, πάντα στο πλευρό του Κιτίου Κυρίλλου Παπαδοπούλου ή Κυριλλάτσου, τον οποίο τελικά αναγνώρισε και το οικουμενικό πατριαρχείο που υποστήριζε μέχρι τότε τον Κυρηνείας Κύριλλο Βασιλείου, ή Κυριλλούδιν. Το αξιοσημείωτο είναι ότι ο Φώτιος στην Αίγυπτο πολεμήθηκε από τους «πρωτοκλασσάτους» εχθρούς των Άγγλων μ' επικεφαλής τον Κύπριο Γεώργιο Ι. Κηπιάδη, και στην Κύπρο υποστήριξε τους κιτιακούς εχθρούς των Άγγλων.

 

Λίγο πριν από τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο, οι Τουρκοκύπριοι, φοβούμενοι την τότε (1912) θρυλούμενη ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, ζήτησαν από τη Μεγάλη Βρετανία είτε να ενσωματωθεί η Κύπρος στην αυτοκρατορία της είτε να προσαρτηθεί στην Αίγυπτο (Hill, IV, σ. 519, 18.12.1912, C.P. Kyrris,  Peaceful Co-existence in Cyprus under British Rule (1878-1959) and after Independence, An Outline, Nicosia, 1977, σσ. 40-41).