Βασίλεια Κύπρου- βασιλιάδες

Ο θεσμός της βασιλείας κατά την αρχαιότητα

Image

Ο θεσμός της βασιλείας στην αρχαία Κύπρο είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα θέματα της ιστορίας του νησιού, αλλά και της αρχαίας ιστορίας, γενικότερα.

 

Πράγματι ο θεσμός διαρκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, ουσιαστικά από την εποχή του ελληνικού αποικισμού τον 12ο π.Χ. αι. ως το 312 περίπου π.Χ., οπότε ο Πτολεμαίος ο Λάγου τον καταργεί εντάσσοντας το νησί στο σύνολο της αυτοκρατορίας του. Εξάλλου, στην Κύπρο ο θεσμός παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που δεν παρατηρούνται σ' άλλα τμήματα του ελληνικού κόσμου όπου διατηρείται ο θεσμός της βασιλείας την ίδια περίοδο.

 

Θα πρέπει, ωστόσο, να τονιστεί ότι ο θεσμός παρουσιάζει αρκετά προβλήματα στον ερευνητή, τα οποία μάλιστα δεν βρίσκουν πάντοτε ικανοποιητικές απαντήσεις. Τα προβλήματα αυτά θα μπορούσαν να χωριστούν σε δυο μεγάλες κατηγορίες:

 

α) Προβλήματα γενικά, που σχετίζονται περισσότερο με την προέλευση, τη διατήρηση και την επιβίωση του θεσμού σε μια τόσο μεγάλη χρονική περίοδο, όπως επίσης και ποια από τα στοιχεία του είναι καθαρά ελληνικής ή ανατολικής προέλευσης, ή ακόμη αν είναι αυτούσια κυπριακά, κλπ.

 

β) Προβλήματα ειδικά, όπως για παράδειγμα ο τρόπος λειτουργίας του θεσμού, π.χ. ποιος ήταν ο ρόλος του βασιλιά και της Αυλής του, οι εσωτερικές και εξωτερικές σχέσεις του βασιλείου, η κοινωνική και οικονομική διάρθρωση των βασιλείων, αν ο θεσμός ήταν ενιαίος σ' όλες τις πόλεις - βασίλεια κλπ.

 

Οι λογοτεχνικές και επιγραφικές πηγές που έχουν σχέση με το θέμα, μερικές από τις οποίες θα αναφέρουμε, είναι πολύ αποσπασματικές και άνισα κατανεμημένες μέσα στο χώρο και το χρόνο, πράγμα που δεν μας επιτρέπει εύκολα να έχουμε μια συνολική εικόνα σχετική με το θέμα.

 

Δυο έργα του 4ου αι. π.Χ. που εξέταζαν ειδικά το θέμα της κυπριακής βασιλείας δεν έχουν δυστυχώς σωθεί. Το πρώτο ήταν η «Πολιτεία Κυπρίων» του Αριστοτέλη και το άλλο η «Βασιλεία Κυπρίων» του Θεοφράστου. Γνωρίζουμε την ύπαρξη των έργων αυτών από μεταγενέστερους συγγραφείς. Στο έργο του Αριστοτέλη αναφέρονται τα λεξικά του Αρποκρατίωνος και του Σουίδα (ή Σούδα) στα λήμματα άνακτες, και άνασσαι. Οι λέξεις αυτές αναφέρονται στο λόγο του Ισοκράτη «Ευαγόρας». Αναφέρουν οι δυο λεξικογράφοι:

 

Φαίνεται πως ο ρήτορας [δηλ. ο Ισοκράτης] μνημονεύει κάποια συνήθεια στην Κύπρο. Ο Αριστοτέλης για παράδειγμα στο έργο του "Πολιτεία Κυπρίων» λέγει: «ονομάζονται οι γιοι και αδελφοί του βασιλιά άνακτες και οι αδελφές και γυναίκες του άνασσαι».

 

Ο πατριάρχης Φώτιος, εξάλλου, στο έργο του «Λέξεων συναγωγή» αναφέρει στο λήμμα τιάρα: κόσμημα της κεφαλής... Το ίδιο το ονομάζουν και «κίταρις». Ωστόσο ο Θεόφραστος στο έργο του «Βασιλεία Κυπρίων» αναφέρει ότι η κίταρις ήταν κάτι διαφορετικό.

 

Οι τρεις «Κυπριακοί λόγοι» του Ισοκράτη, τέλος, (δηλαδή Ευαγόρας, Νικοκλής, ή Κύπριοι, Προς Νικοκλέα) εκτός του ότι αναφέρονται σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα στο βασίλειο της Σαλαμίνος, από τον ίδιο τον εγκωμιαστικό τους χαρακτήρα δεν μας επιτρέπουν να γνωρίσουμε όσα θα θέλαμε χωρίς, ωστόσο, να παραγνωρίζουμε τη συμβολή τους.

 

Ύστερα και η ίδια η αρχαιολογία, παρ' όλες τις σημαντικές ανακαλύψεις που έκανε, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, δεν μπορεί να συμβάλει παρά μερικώς. Ίσως η σημαντικότερη προσφορά της είναι η ανακάλυψη των βασιλικών τάφων της Σαλαμίνος που μας έκαναν γνωστά μερικά έθιμα (ταφικά και άλλα) όπως και την επιβεβαίωση του πλούτου των βασιλιάδων της Σαλαμίνος (ίσως και των άλλων βασιλείων) στη διάρκεια της ασσυριακής κατάκτησης του νησιού. Ωστόσο μέχρι σήμερα δεν βρέθηκε το παλάτι κάθε βασιλείου. Πράγματι εκτός από εκείνο του Βουνιού που βρίσκεται σ' ένα λόφο κοντά στους Σόλους, κανένα άλλο δεν αποκαλύφθηκε μέχρι σήμερα. Έτσι, το βασιλικό παλάτι της Σαλαμίνος που θα ήταν και το πιο σπουδαίο, ιδιαίτερα την εποχή της βασιλείας του Ευαγόρα Α'* (411 - 374 π.Χ.), αυτού του υπέρμαχου του ελληνισμού στην Κύπρο, δεν είδε ακόμη το φως παρ' όλες τις συστηματικές ανασκαφές που διεξάγονταν εκεί από τον 19ο αιώνα και στις οποίες έθεσε τέρμα η τουρκική εισβολή του 1974.

 

Ας έλθουμε τώρα στην εξέταση του ίδιου του θεσμού. Γιατί πρώτα - πρώτα κάθε πόλη ήταν και βασίλειο; Γιατί η Κύπρος σαν νησί δεν αποτελούσε μια ενιαία κρατική οντότητα όπως συνέβαινε πριν από την παρουσία των Ελλήνων;

 

Σήμερα γενικά πιστεύεται ότι πριν από τον ελληνικό αποικισμό η Κύπρος αποτελούσε ένα ενιαίο βασίλειο, εκείνο της Αλάσιας που είχε ομοιότητες με τα μεγάλα βασίλεια της Ανατολής. Αυτό τουλάχιστον μας μαρτυρούν οι αιγυπτιακές και βορειοασσυριακές πηγές. Ο «βασιλιάς της Αλάσιας» φαίνεται να ήταν ίσος με τους μεγάλους μονάρχες της Ανατολής αφού όταν ήταν υποχρεωμένος να επικοινωνήσει μαζί τους, τους προσφωνούσε ως ίσος. Εξάλλου μια κοινωνική και οικονομική ζωή παρόμοια μ' εκείνη της Ανατολής θα έπρεπε να επικρατούσε και στην Κύπρο την εποχή αυτή. Άλλωστε τα ίδια φαινόμενα παρατηρούνται και στη μυκηναϊκή Ελλάδα όπως φάνηκε από την ανάγνωση της Γραμμικής Β' γραφής:

— Οικονομικό σύστημα με κέντρο το βασιλικό ανάκτορο.

— Συγκέντρωση όλων των εξουσιών, πολιτικών, διοικητικών, θρησκευτικών, στρατιωτικών στα χέρια του μονάρχη.

— Διατήρηση γραφέων, όπως στην Ανατολή και την Αίγυπτο, για την καταγραφή κάθε μορφής δραστηριότητας. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι στην Κύπρο έχουν διατηρηθεί παρόμοιοι γραφείς (ή αγορανόμοι;) ακόμη και στην Κλασσική εποχή όπως μαρτυρούν αγαλμάτια που σώθηκαν. Με τη μετέπειτα διαίρεση του νησιού σε μικρά βασίλεια δεν καταργήθηκαν. Αντίθετα, ήσαν απαραίτητοι για την καλύτερη διεκπεραίωση των βασιλικών υποθέσεων.

 

Το βασίλειο της Αλάσιας παύει να υπάρχει, όπως γενικά πιστεύεται, γύρω στον 12ο αι. π.Χ. όταν και η Κύπρος υπέστη την εισβολή των Λαών της Θάλασσας και όταν ο ελληνικός αποικισμός βρισκόταν προς το τέλος του. Με την παρουσία των Ελλήνων η προηγούμενη κοινωνική δομή αλλάζει: Κτίζονται απ' αυτούς νέες πόλεις που, όπως και στη μυκηναϊκή Ελλάδα, είναι βασίλεια με συγκεκριμένο χωρικό έδαφος που κατανέμεται συνήθως από τη μορφολογία του εδάφους. Το βασίλειο δηλαδή διαθέτει μια πόλη που είναι η έδρα του βασιλιά, έχει σαν κέντρο το βασιλικό ανάκτορο, καθώς κι ένα χωρικό έδαφος στο οποίο υπάρχουν διάφοροι συνοικισμοί καθώς και γη για καλλιέργεια ή δασικός και ορυκτός πλούτος.

 

Η προέλευση, λοιπόν, του θεσμού οφείλεται, χωρίς αμφιβολία, στην παρουσία των Ελλήνων στην Κύπρο. Αυτοί, όπως ήταν επόμενο, μεταφύτευσαν στο νησί τους δικούς τους πολιτικούς, οικονομικούς, θρησκευτικούς και άλλους θεσμούς. Άλλωστε πολλά ίχνη που είναι καθαρά μυκηναϊκής προέλευσης διατηρήθηκαν και αργότερα, στην Κλασσική περίοδο, όταν ο θεσμός, κάτω από την επίδραση των ανατολικών κατακτήσεων του νησιού, έγινε αυταρχικός.

 

Τέτοια μυκηναϊκά κατάλοιπα είναι για παράδειγμα:

— Η χρήση της συλλαβικής γραφής* (που διατηρείται μέχρι την Ελληνιστική εποχή) για την απόδοση της ελληνικής γλώσσας, κατ' ακρίβεια της αρκαδοκυπριακής διαλέκτου.

— Η χρήση ενός «αρχαϊκού» πολιτικού και θρησκευτικού λεξιλογίου.

— Η χρήση ταφικών εθίμων, όπως η ταφή του νεκρού με το άρμα και τα άλογά του.

— Η χρήση πολεμικών τακτικών που στην ίδια την ηπειρωτική Ελλάδα καταργήθηκαν από πολύ καιρό. Αναφέρουμε ενδεικτικά την χρήση πολεμικών αρμάτων ακόμη και τον 5ο αι. π.Χ. ενώ στην Ελλάδα σταμάτησαν ήδη τον 7ο αι. με τη δημιουργία της φάλαγγας των οπλιτών.

 

 

Με όσα έχουν αναφερθεί φαίνεται καθαρά ότι η προέλευση του θεσμού είναι μυκηναϊκή. Γιατί όμως ο θεσμός έχει επιβιώσει για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα; Μπορεί κάποιος να υποστηρίξει χωρίς να υπερβάλλει ότι στ' ακρότατα όρια του αρχαίου ελληνικού κόσμου διατηρήθηκαν συντηρητικοί θεσμοί όπως για παράδειγμα στη Μακεδονία, την Κυρήνη, τη Σικελία και αλλού. Άλλωστε η ανάπτυξη και εξέλιξη του ελληνικού πολιτισμού δεν ήταν παντού η ίδια ούτε και στον ίδιο βαθμό. Η ανομοιογένεια αυτή διαπιστώθηκε άλλωστε και από τους ίδιους τους αρχαίους (Θουκ. 1,5,3). Ωστόσο στην περίπτωση της Κύπρου θα πρέπει να λάβουμε υπόψη και τους παράγοντες γεωγραφία και ιστορία.

 

Η γεωγραφική θέση του νησιού θα είχε βοηθήσει και συντείνει κατά πολύ στην επιβίωση του θεσμού. Όπως γνωρίζουμε σ' όλο αυτό το διάστημα η Κύπρος, εκτός ίσως από ένα σύντομο χρονικό διάστημα, ήταν πάντα κάτω από την εξουσία των μεγάλων μοναρχιών της Ανατολής. Η μεγάλη στρατηγική σπουδαιότητα του νησιού, ο φυσικός, ορυκτός και γεωργικός πλούτος θα τράβηξαν επίσης την προσοχή τους. Παρόλο ότι αρκούνταν στην πληρωμή φόρου υποτελείας αφήνοντας τους Κυπρίους δυνάστες να διαχειρίζονται τα εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα των βασιλείων τους και να διατηρούν ακόμη και δικό τους νόμισμα, ήταν εντούτοις επόμενο πως η παρουσία των μοναρχιών αυτών στο νησί θα επηρέασε το κεφάλαιο των θεσμών. Η διατήρηση επομένως της βασιλείας θα οφείλεται από τη συνάρτηση των παραγόντων γεωγραφία /ιστορία.

 

Απ' όσα έχουν λεχθεί αντιλαμβάνεται κάποιος πόσο δύσκολο είναι να παρακολουθήσουμε, σ' όλες του τις λεπτομέρειες, το θεσμό της βασιλείας στην Κύπρο και ως προς τον τρόπο λειτουργίας του, αλλά και ως προς την εξέλιξή του μέσα στο χώρο και το χρόνο. Κι αυτό γιατί, όπως κιόλας αναφέρθηκε, εκτός του ότι οι πηγές στη διάθεσή μας είναι αποσπασματικές, δεν αναφέρονται σ' όλα τα βασίλεια. Η Σαλαμίς, για παράδειγμα, παίρνει τη μερίδα του λέοντος σ' ό,τι αφορά τις λογοτεχνικές αλλά και τις αρχαιολογικές πηγές.

 

Έχοντας υπόψη τις δυσκολίες που αναφέραμε θα προσπαθήσουμε να δώσουμε ένα γενικό θεωρητικό διάγραμμα του θεσμού της βασιλείας όπως τον γνωρίζουμε στη Σαλαμίνα τον 5ο π.Χ. αι., προβάλλοντας ωστόσο, κάθε φορά, τις τυχόν διαφορές που υπήρχαν στις άλλες πόλεις -βασίλεια.

 

Κεντρική μορφή του συστήματος ήταν ο βασιλιάς, απόλυτος μονάρχης που συγκέντρωνε όλες τις εξουσίες. Εξαίρεση στον κανόνα αποτελούσε το βασίλειο του Ιδαλίου. Οι βασιλικές εξουσίες εδώ ήταν μειωμένες γιατί και η ίδια η πόλη είχε ένα μέρος των ευθυνών, όπως φαίνεται ολοκάθαρα από την περίφημη χάλκινη επιγραφή του Ιδαλίου:

 

.... ο βασιλιάς Στασίκυπρος και η Πόλη είχαν καλέσει το γιατρό Ονάσιλο...

....ο βασιλιάς και η Πόλη συμφώνησαν να δώσουν στον Ονάσιλο και στ' αδέλφια του ...από τον Οίκο του βασιλιά και από την Πόλη ένα τάλαντο αργύρου ....

 

(Σημ. Για πλήρη μετάφραση βλ. λήμμα αγροτική ζωή). Ήταν με βάση την επιγραφή αυτή που ο Κ. Σπυριδάκις είχε υποστηρίξει ότι εισχώρησαν στην Πόλη δημοκρατικά στοιχεία που οφείλονταν στη μεσολάβηση των Αθηναίων, θέση που παραδέχτηκε αργότερα και ο Άγγλος ιστορικός της Κύπρου G.F. Hill.

 

Η βασιλεία ήταν κληρονομική όπως μαρτυρούν οι πηγές ότι ίσχυε στις πόλεις Σαλαμίνα, Σόλους και Πάφο. Πράγματι ο Νικοκλής όταν απευθύνεται στους Σαλαμινίους αναφέρει: ... κατέχω αυτή την εξουσία όχι σαν σφετεριστής ή ενάντια στο δίκαιο αλλ' εξαιτίας των αρχαίων μου προγόνων και του πατέρα μου (Ισοκρ., Νικοκλής, 13).

 

Ο βασιλιάς ήταν η προσωποποίηση του κράτους. Οι εξουσίες του ήσαν απεριόριστες, σ' αντίθεση με άλλες περιοχές του ελληνισμού όπου διατηρήθηκε ο ίδιος θεσμός (π.χ. Μακεδονία, Σπάρτη), πράγμα που μας κάνει να στραφούμε προς τις ανατολικές μοναρχίες.

 

Ήταν αρχηγός του στρατού και συμμετείχε προσωπικά στις εκστρατείες και στον πόλεμο. Απένεμε επίσης τη δικαιοσύνη όπως μαρτυρείται και πάλι από τον Νικοκλή:

 

... Τα δικά μου λόγια να τα θεωρείτε σαν νόμους και να προσπαθείτε να τους τηρείτε. Να γνωρίζετε πως εκείνοι από σας που θα εκτελέσουν καλύτερα τις επιθυμίες μου θα έχουν πιο πολύ τη δυνατότητα να ζουν σύμφωνα με την επιθυμία τους. Συγκεφαλαιώνω όσα είπα ˙ τα αισθήματα που κατά τη γνώμη σας οι άρχοντες πρέπει να έχουν απέναντι στους υπηκόους τους, τα ίδια πρέπει κι εσείς ν' αναγνωρίζετε για τη δική μου εξουσία (Ισοκρ., Νικοκλής, 62).

 

Στο βασίλειο της Πάφου, τουλάχιστον, ο βασιλιάς ήταν επίσης αρχιερέας της Αφροδίτης (ἱερεύς τᾶς Fανάσσας).

 

Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, ο βασιλιάς ήταν επίσης ο μόνος υπεύθυνος. Υπενθυμίζουμε απλώς τις σχέσεις του Ευαγόρα Α'* με την Αθήνα*, ή με τον Άκορι* της Αιγύπτου. Ο ίδιος επέτρεπε την εγκατάσταση ξένων στη χώρα του ή μάλλον στο έδαφος του βασιλείου του. Όσοι είχαν το προνόμιο αυτό αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της Αυλής του. Τους παραχωρούσε γη για εκμετάλλευση με βάση το σύστημα των δωρεών. Αναφέρουμε την περίπτωση του Ευαγόρα όπως τη μαρτυρεί ο Ισοκράτης:

 

...Μα να η μεγαλύτερη απόδειξη του ήθους και του σεβασμού του προς τους θεούς ˙ πολλοί Έλληνες, άριστοι πολίτες, εγκατέλειψαν τις ιδιαίτερες πατρίδες τους για να έρθουν να κατοικήσουν στην Κύπρο, θεωρώντας πως η βασιλεία του Ευαγόρα ήταν πιο ανεκτή και πιο έντιμη παρά εκείνη των πολιτευμάτων της πατρίδας τους. Να τους αναφέρω όλους θα ήταν μεγάλη προσπάθεια. Αλλά ποιος δεν ξέρει τον Κόνωνα ο οποίος πρώτευσε απ' όλους τους Έλληνες στην αρετή, πως όταν ηττήθηκε η πόλη του διάλεξε απ' όλους τους άλλους και ήρθε στον Ευαγόρα; Πίστευε πως κοντά του η προσωπική του ασφάλεια ήταν καλύτερα εξασφαλισμένη και πως ο Ευαγόρας πολύ γρήγορα θα γινόταν στήριγμα για την πόλη του... (Ισοκρ., Ευαγόρας, 51-52). (Άλλα κείμενα βλ. στο λήμμα Αθήνα και Κύπρος).

 

Ο βασιλιάς επίσης ήταν μεγάλος γαιοκτήμονας, και το μεγαλύτερο μέρος της γης που βρισκόταν στην περιοχή του βασιλείου του, όπως και ο δασικός και ορυκτός πλούτος, ήταν δική του περιουσία. Τούτο φυσικά δεν απέκλειε και την ύπαρξη ιδιωτικής γης. Χαρακτηριστικό είναι ένα κείμενο του Ερατοσθένη όπως μας το παραδίδει ο Στράβων (Γεωγραφικά, XIV, 684, 6,5):

 

Ο Ερατοσθένης λέει πως την παλαιά εποχή οι πεδιάδες της Κύπρου ήσαν καλυμμένες με δάση και δεν μπορούσαν να καλλιεργηθούν. Τα δέντρα που έκοβαν για την καύση του χαλκού και του αργύρου στα μεταλλεία, λίγο ωφελούσαν [δηλαδή για τη μείωση των δασών]. Ούτε και αργότερα, όταν τα χρησιμοποιούσαν για την ναυπήγηση των στόλων ταξιδεύοντας άφοβα στη θάλασσα και με ισχυρές ναυτικές δυνάμεις. Βλέποντας πως δεν τα εξολόθρευαν, επέτρεψαν σε όσους επιθυμούσαν και μπορούσαν να κόβουν δέντρα, να έχουν ιδιόκτητη και χωρίς φόρους τη γη που καθάριζαν.

 

Η βασιλική οικογένεια πιθανό να έπαιζε ενεργό ρόλο στις πολιτικές υποθέσεις ορισμένων βασιλείων όπως εκείνου της Σαλαμίνος. Πράγματι, όταν ο Ευαγόρας αναγκάστηκε να πάει στην Αίγυπτο προκειμένου να ζητήσει βοήθεια από τον σύμμαχό του Άκορι (383/81 π.Χ.) τον αντικατέστησε ο γιος του Πνυταγόρας που χειριζόταν όλες τις υποθέσεις:

 

Όμως επειδή [ο Ευαγόρας] έκρινε καλό να συνεχίσει τον πόλεμο, άφησε το γιο του Πνυταγόρα γενικό υπεύθυνο για όλες τις υποθέσεις στην Κύπρο, κι αυτός με δέκα τριήρεις χωρίς να τον πάρουν είδηση οι εχθροί, απέπλευσε από τη Σαλαμίνα και ήρθε στην Αίγυπτο... (Διόδωρος, XV, 4,3).

 

Όπως έχουμε κιόλας αναφέρει, εξάλλου, οι γιοι και αδελφοί του βασιλιά ονομάζονταν άνακτες και οι θυγατέρες και γυναίκες άνασσαι. Αυτό μας κάνει να υποθέσουμε ότι η βασιλική οικογένεια αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο ένα είδος συμβουλίου με τη στενή έννοια του όρου. Διαφορετικά η προσφώνηση θα αφορούσε μόνο μια κατηγορία συγγενών, π.χ. μόνο τα τέκνα.

 

Εκτός από το ρόλο της βασιλικής οικογένειας δεν πρέπει επίσης να παραγνωρίσουμε και το ρόλο των ευγενών. Όπως συνέβαινε με παρόμοια καθεστώτα ο Κύπριος μονάρχης στηριζόταν στις αριστοκρατικές οικογένειες που απολάμβαναν κάθε είδους προνόμια. Ήταν από το περιβάλλον τους που επέλεγε τους συνεργάτες του όπως μαρτυρεί ο Ισοκράτης (Νικοκλής, 60): ...Να μη ζηλεύετε εκείνους που κατέχουν τις πρώτες θέσεις στο περιβάλλον μου, αλλά να προσπαθείτε να τους συναγωνιστείτε και να εξισωθείτε μαζί τους. Θεωρείτε σαν υποχρέωσή σας ν' αγαπάτε και να τιμάτε εκείνους που αγαπά και ο βασιλιάς σας, ώστε να έχετε και από μένα την ίδια συμπεριφορά...

 

Στην Πάφο, μάλιστα, όπως μαθαίνουμε από μια συλλαβική επιγραφή του 4ου αι. π.Χ. που βρέθηκε στα Κούκλια, η παφιακή αριστοκρατία έδινε όρκο πίστεως στο βασιλιά και τους δικούς του.

 

Για το ρόλο της αριστοκρατίας έχουμε μια πολύτιμη μαρτυρία του Κυπρίου συγγραφέα της αριστοτελικής σχολής Κλεάρχου από τους Σόλους. Το απόσπασμα διασώθηκε από τον Αθήναιο (Δειπνοσοφισταί , VI, 255f - 256 a - b) και αναφέρει τα ακόλουθα: Όλοι οι μονάρχες της Κύπρου έχουν παραδεχτεί σαν χρήσιμη την τάξη των κολάκων ευγενικής καταγωγής. Γιατί η απόκτησή τους είναι σύμφωνη με το πνεύμα της απολυταρχίας. Όπως και για μερικούς Αρεοπαγίτες έτσι και γι' αυτούς κανείς δεν γνωρίζει ούτε τα πρόσωπα ούτε τον πραγματικό αριθμό, εκτός από τους πιο διάσημους. Οι κόλακες στη Σαλαμίνα, από τους οποίους έχουν την αρχή τους εκείνοι της άλλης Κύπρου, είναι χωρισμένοι σύμφωνα με τη συγγένειά τους, στους Γεργίνους και τους Προμάλαγγες. Απ' αυτούς οι Γεργίνοι που αναμειγνύονται με το πλήθος μέσα στην πόλη, στα μαγαζιά και τις αγορές, ωτακουστούν, παίρνοντας θέση κατασκόπων. Ό,τι ακούσουν κάθε μέρα το αναφέρουν στους λεγόμενους άνακτες. Οι Προμάλαγγες πάλι εξετάζουν αν κάτι απ' αυτά που ανέφεραν οι Γεργίνοι φαίνεται άξιο να ελεγχθεί, γιατί αυτοί είναι ένα είδος ανακριτών. Και η συναναστροφή τους μ' όλο τον άλλο κόσμο γίνεται με τόση τέχνη και πειστικότητα, ώστε μου φαίνεται, όπως κι αυτοί ισχυρίζονται, πως απ' αυτούς έχει διαδοθεί κι έξω από την Κύπρο ο σπόρος των διασήμων κολάκων. Και γι' αυτό το επάγγελμα νιώθουν υπερβολική υπερηφάνεια γιατί τους δίνει τιμές κοντά στους βασιλιάδες.

 

Το απόσπασμα αυτό του Κλεάρχου μπορεί να μας δώσει ανάγλυφη την εικόνα της δημόσιας ζωής των βασιλείων. Ο φόβος και η καχυποψία είχαν γίνει συνηθισμένο φαινόμενο.

 

Παράλληλες συνήθειες μπορούμε φυσικά να εντοπίσουμε κι έξω από την Κύπρο, εκεί που ίσχυαν οι ίδιες συνήθειες. Για παράδειγμα ο Ιέρων, ο τύραννος των Συρακουσών, εφάρμοζε παρόμοιες μεθόδους. Μάλιστα για τη συλλογή πληροφοριών χρησιμοποιούσε γυναίκες! Αλλά προπάντων είναι ανάμεσα στους Πέρσες, και τούτο δεν είναι τυχαίο, που συναντούμε την ίδια τακτική. Αυτοί, κυρίως, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ευνοούσαν αυτού του είδους τις συνήθειες.

 

Οι βασιλιάδες περνούσαν μια ζωή γεμάτη από απολαύσεις και κάθε είδους χαρές. Το διαπιστώνουμε από μια σειρά ανέκδοτα που μας έχουν παραδώσει διάφοροι αρχαίοι συγγραφείς και μας φανερώνουν τη ζωή της Αυλής. Αναφέρουμε για παράδειγμα πώς ζούσαν οι βασιλιάδες και οι πρίγκιπες στην Πάφο:

 

Στη συνέχεια διηγείται [ο Κλέαρχος ο Σολεύς] για κάποιο νεαρό Πάφιο την καταγωγή και βασιλιά στην τύχη και λέει: αυτός ο νέος [δεν αναφέρει τ' όνομά του] ήταν πλαγιασμένος από την υπερβολική του μαλθακότητα πάνω σε κρεβάτι που είχε τα πόδια ασημένια και που ήταν στρωμένο από κάτω με απαλό χαλί από τα πιο ακριβά που φτιάχνουν στις Σάρδεις. Είχε στηριγμένο πάνω του ένα κόκκινο μαλλιαρό χαλί ντυμένο από τις δυο πλευρές μ ' ένα κάλυμμα της Αμοργού. Για προσκεφάλι είχε τρία λινά μαξιλάρια, με πορφύρα στις άκρες. Αλλάζοντας το ένα με τ' άλλο απέφευγε τη ζέστη. Είχε και δυο μαξιλάρια στα πόδια απ' αυτό που λεν δωρικό. Ήταν πλαγιασμένος πάνω σ' αυτά φορώντας μια άσπρη πουκαμίσα...

 

Ξακουστές, άλλωστε, είχαν γίνει οι αντιδικίες του βασιλιά της Σιδώνος Στράτωνος και του Νικοκλή της Σαλαμίνος για το ποιος θα ξεπεράσει τον άλλο σε πολυτέλεια και ασωτία. Ας μη ξεχνούμε πως κι ο ίδιος ο Ευαγόρας βρήκε το θάνατο σ' ένα επεισόδιο χαρεμιού και δολοφονήθηκε από ένα ευνούχο. Αυτά τουλάχιστον μας αναφέρει ο ιστορικός Θεόπομπος και παραδίδει ο Φώτιος στην ιστορική του Βιβλιοθήκη:

 

...Περιέχει ο δωδέκατος λόγος [του Θεοπόμπου] ...και για τον Νικοκρέοντα, με ποιο τρόπο συνωμότησε, πώς αποκαλύφθηκε και πώς διέφυγε. Και πώς πλάγιαζε με την κόρη του ο Ευαγόρας καθώς κι ο γιος του Πνυταγόρας, κρυφά ο ένας με τον άλλο. Με ποιο τρόπο ο Θρασυδαίος ο ευνούχος, που καταγόταν από την Ηλεία, τους κανόνιζε με τη σειρά την ακολασία τους με τη νέα. Και πώς αυτή η ακολασία τους είχε γίνει αφορμή της καταστροφής τους, γιατί ο Θρασυδαίος κατάφερε να τους σκοτώσει και τους δυο...

 

Από καιρό σε καιρό οι Κύπριοι βασιλιάδες προσκαλούσαν στα συμπόσια τους Έλληνες καλλιτέχνες και φιλοσόφους. Πολλές φορές τα συμπόσια αυτά τέλειωναν με μια σειρά από παρεξηγήσεις. Αναφέρουμε μια μαρτυρία του Διογένη Λαέρτιου (Βίοι φιλοσόφων, II, 129-30):

 

Για την παρρησία του [ο Μενέδημος ο φιλόσοφος] κινδύνευσε στην Κύπρο κοντά στον Νικοκρέοντα μαζί με το φίλο του Ασκληπιάδη. Γιατί όταν ο βασιλιάς έκανε γιορτή στην αρχή του μήνα, τους προσκάλεσε κι αυτούς μαζί με άλλους φιλοσόφους και είπε ο Μενέδημος πως αν ήταν ωραίο να συγκεντρώνονται τέτοιοι άνθρωποι [δηλαδή φιλόσοφοι] τότε έπρεπε η γιορτή να γίνεται καθημερινά. Αλλιώτικα ήταν περιττή και τώρα. Σ' αυτό ο βασιλιάς απάντησε πως μόνο αυτή τη μέρα μπορεί ν' ακούει φιλοσόφους. Τότε εκείνος [ο Μενέδημος] επέμενε ν' αποδείξει πως έπρεπε σε κάθε ευκαιρία ν' ακούει φιλοσόφους. Όμως παρά λίγο να έχαναν τη ζωή τους αν ένας αυλητής δεν τους έδιωχνε. Για τούτο, όταν τους έπιασε τρικυμία μέσα στο πλοίο, λένε πως είπε ο Ασκληπιάδης ότι ενώ η αγάπη του αυλητή προς τις Μούσες τους έχει σώσει, η ελευθεροστομία του Μενέδημου τους έχει θανατώσει.

 

Το παλάτι του Βουνιού που κτίστηκε, όπως πιστεύεται, μετά την επανάσταση του 499/98 π.Χ., μπορεί να μας δώσει μια εικόνα της βασιλικής κατοικίας. Οι ανατολικές επιδράσεις στην κατασκευή του καθώς και η αρχιτεκτονική του σύλληψη, που είναι βασισμένη στις αρχές της αξονικότητας, της μετωπικότητας και της συμμετρίας, αντικατοπτρίζουν τον χαρακτήρα του θεσμού. Η αρχιτεκτονική των «βασιλικών τάφων» επίσης. Από τη μνημειακή κατασκευή τους, τη μορφή και τα πλούσια κτερίσματά τους ξεχωρίζουν από εκείνους των «κοινών» ανθρώπων. Αυτό μας βοηθά να αντιληφθούμε καλύτερα τη θέση του βασιλιά μέσα στην κοινωνική ιεραρχία. Τέτοιοι μνημειακοί τάφοι βρέθηκαν στην Αμαθούντα, στο Κίτιον, στην Ταμασσό, στην Ξυλοτύμπου, στον Τράχωνα (περιοχή Καρπασίας), στο Ιδάλιον και φυσικά στη Σαλαμίνα. Σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα υπήρχαν δυο διαφορετικές νεκροπόλεις: η μια ήταν αποκλειστικά για την ταφή των βασιλιάδων και των ευγενών και η άλλη για τον απλό κόσμο. Ο διαχωρισμός αυτός μας δίνει ανάγλυφα το κοινωνικό χάος που χώριζε το μονάρχη και το περιβάλλον του από τον απλό λαό. Είναι, εξάλλου, γι’ αυτό το λόγο που σ' όλη τη διάρκεια της ύπαρξης των βασιλείων δεν μαθαίνουμε τίποτε για τον απλό λαό, σαν να ζούσε χωριστά, σ' ένα δικό του κόσμο.

 

Η άγνοιά μας εκτείνεται επίσης και στον τομέα της δουλείας, που θα ’πρεπε ν' αποτελεί, όπως παντού άλλωστε στον αρχαίο κόσμο, μια από τις θεμελιακές βάσεις της κυπριακής κοινωνίας στην αρχαιότητα. Εκτός από μερικές νύξεις σ' ελάχιστες λογοτεχνικές πηγές, τίποτ' άλλο δεν μας παραδόθηκε.

 

Λ. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ