Εθναρχία

Τουρκοκρατία

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας (1570-1878) βρίσκει την πλήρη εφαρμογή της η εθναρχική ιδιότητα της Κυπριακής Εκκλησίας, όπως και ολόκληρης της ανώτατης ορθόδοξης ιεραρχίας, του οικουμενικού κυρίως, αλλά και των άλλων πατριαρχείων. Ο εθναρχικός ρόλος της ανωτάτης ιεραρχίας επαναλαμβάνεται στην Κύπρο αυτούσιος σε τοπική κλίμακα, τηρουμένων των αναλογιών, με τοπικιστικές ιδιομορφίες (Θ. Παπαδόπουλλος, «Εθναρχικός ρόλος της Ορθοδόξου Ιεραρχίας», Κυπρ. Σπουδ., ΛΕ', 1971, σ. 103), αλλά στην Κύπρο ο ρόλος αυτός συνεχίζει και τις παλαιότερες εμβρυώδεις, μόνο μερικώς ταυτόσημες προς τις νεότερες, εθναρχικές λειτουργίες που ανιχνεύσαμε πιο πάνω.

 

Οι όροι εθνάρχης και εθναρχία, που απαντώνται ήδη στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη και σε αρχαίους και Χριστιανούς συγγραφείς, επικρατούν τώρα για να δηλώσουν τις κοσμικές ευθύνες, την φορολογική - αστική δικαιοδοσία που, πλην της πνευματικής, από αδήριτη ιστορική ανάγκη ανελάμβανε η Εκκλησία επάνω στο ποίμνιό της, με προνομιακούς ορισμούς του Οθωμανού κατακτητή, έναντι στον οποίο καθίστατο υπόλογη για την διεκπεραίωση των ευθυνών της, διατηρώντας το ποίμνιό της σε υποταγή. Οι πρώτες μαρτυρίες για τις ευθύνες αυτές απαντώνται στους Βιλλαμόντ (1589) και Νταντίνι (1596/7), και προφανώς ανάγονται στα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας, και ειδικά στα προνόμια που ο μεγάλος βεζύρης Μεχμέτ Σοκόλλοβιτζ εκχώρησε στους Κυπρίους διά της αποστολής Αμμοχωστιανών Ελλήνων που τον επισκέφθηκε (Σεπτ. 1571), μετά την παράδοση της πόλης τους, ταυτόχρονα διορίζοντας πρώτο αρχιεπίσκοπο ένα Σέρβο, πιθανώς συγγενή του. Οι πηγές δεν αναφέρουν πολλά για το εκκλησιαστικό καθεστώς που ο Σοκόλλοβιτζ καθόρισε για την Κύπρο, παρά μόνο ότι απαγόρευσε τον Καθολικισμό κι επέτρεψε μόνο την Ορθοδοξία και το Ισλάμ, κι έτσι οι επιζώντες Φράγκοι υποχρεώθηκαν να υποκρίνονται, εμφανιζόμενοι είτε ως Ορθόδοξοι είτε ως Μουσουλμάνοι. Αυτό σήμαινε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία ανασυστάθηκε στο προ του 1191 καθεστώς, με 14 επισκοπές, αυτονομία και άλλα προνόμια, τουλάχιστον θεωρητικά. Από τον Βιλλαμόντ όμως μαθαίνουμε συμπληρωματικά ότι κάθε επαρχία έχει τον υποεπίτροπό της για τους Τούρκους, ενώ ο συνοικιακός ιερέας αντιπροσωπεύει τους Χριστιανούς· όλοι αυτοί υποχρεούνται να καταβάλλουν τους φόρους τους στον αρχιεπίτροπο όποτε τους επισκεφθεί. Ο Νταντίνι προσθέτει ότι στο βασίλειο [της Κύπρου] ο  Έλληνας [αρχι]επίσκοπος εισπράττει τους φόρους που οι άλλοι υποχρεούνται να πληρώσουν· εισπράττει κάθε χρόνο από τον καθένα 70 άσπρα. Ο γενίτσαρος δεν διστάζει να δίνει ένα γερό ξύλο σ' όποιους δεν πληρώνουν και δεν δείχνει περισσότερο σεβασμό ή έλεος στους επισκόπους [προφανώς κληρικούς και ιεράρχες εκτός του αρχιεπισκόπου] παρά στους άλλους, σύμφωνα προς τις εντολές του παραλήπτη [του αρχιεπισκόπου]. Αυτός [ο αρχιεπίσκοπος] εισπράττει επίσης 15 ή 20 δουκάτα από κάθε ιερέα που χειροτονεί.

 

Η Εκκλησία, προφανέστατα από το 1571 κ.ε., λειτουργεί ως φοροσυλλεκτικός οργανισμός για λογαριασμό του κατακτητή, με δικαιοδοσία μόνο στους Χριστιανούς. Αυτό βεβαιώνεται και από τουρκικές πηγές (Fikret Alasya, Kibris Tarihi, Λευκ., 1933, σσ. 64-66), αλλά και από παπικές πηγές: Στα Ἀνέκδοτα Ἒγγραφα ἐκ τῶν Ἀρχείων τοῦ Βατικανοῦ 1625-1667 (έκδ. Ζαχ. Ν. Τσιρπανλή. Λευκ., Κ.Ε.Ε., 1973) αναφέρεται από τον Λατίνο επίσκοπο Πάφου Πέτρο ντε Βέσπα στα 1629-1630, ότι: πληρώνουν κάθε χρόνο στον αρχιεπίσκοπό τους [οι Έλληνες Κύπριοι] αυτού του βασιλείου 7.000 γρόσια, από τα οποία αυτός ως φόρο και για να μη υφίσταται ενοχλήσεις στις προαναφερόμενες λειτουργίες του [τις εκκλησιαστικές] πλήρωνε στον Τούρκο 3.000. Σ’ άλλο σημείο του ίδιου συγγραφέα μαθαίνουμε ότι ο πασάς της Κύπρου απαγόρευσε στον Πέτρο ντε Βέσπα να βρίσκεται στη Λευκωσία, εκτός αν πλήρωνε το μισό του φόρου που πλήρωνε ο αρχιεπίσκοπος των Ελλήνων, ο οποίος έφθασε να εισπράττει 1.500 γρόσια για όλο τον χρόνο, χωρίς όμως ανακούφιση [δυνατότητα ελαφρύνσεως του ποσού] του πιο πάνω αρχιεπισκόπου των Ελλήνων, ενώ εμείς [ο Πέτρο ντε Βέσπα] είχαμε πληρώσει τα 300 γρόσια στην Πάφο, ελπίζοντας να μείνουμε, αν και δεν υπήρχαν ψυχές λατινικές. Πιο κάτω επαναλαμβάνεται η απαίτηση του πασά, για πληρωμή 1.500 γροσιών φόρου κάθε χρόνο, πράγμα που δεν μπορούσαν να ανθέξουν τα οικονομικά της επισκοπής του. Σ’ άλλο έγγραφο του 1638 (6 Δεκεμβρίου), ο Φραγκισκανός Βενέδικτος ντα Μπασσάνο γράφει ότι ο Έλληνας αρχιεπίσκοπος δεν βρισκόταν στην αρχιεπισκοπή γιατί ήταν έξω περιοδεύοντας τις πόλεις για να συλλέξει χρήματα για να ικανοποιήσει την αχορταγία του σημερινού πασά, που υπερβολικά κακομεταχειρίζεται αυτόν και τους υπό την δικαιοδοσία του επισκόπους και όλο  το νησί.

 

Οι φοροσυλλεκτικές αρμοδιότητες του εθνάρχη και των επισκόπων του, που ασκούνταν σε συνεργασία με τον δραγομάνο του Σεραγίου (βλ. λήμμα δραγομάνος), ασκούνταν σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, όπως δείχνουν οι πιο πάνω μαρτυρίες κι άλλες πολλές από την ιστορία της Εκκλησίας στα υπόλοιπα χρόνια της Τουρκοκρατίας (βλ. λήμμα Εκκλησία Κύπρου). Η Εκκλησία για να ανταποκριθεί στα καθήκοντα αυτά ανέπτυξε πολύπλοκο αλλά πρακτικό λογιστικό σύστημα, όπως φαίνεται από τις εκατοντάδες των καταστίχων της, που κρατούσαν γραμματικοί, αρχιμανδρίτες και άλλα πρόσωπα, συχνά σε συνεργασία με τον δραγομάνο. Κάποτε τα ίδια πρόσωπα με διπλή ή διφορούμενη ιδιότητα ανήκαν και στα δυο εναλλασσόμενα ή συναπτόμενα λογιστικά συστήματα, της Αρχιεπισκοπής και του δραγομάνου του Σεραγίου. Οι αξιωματούχοι των δυο συστημάτων ανήκαν στις διακεκριμένες οικογένειες του νησιού, όπως κι οι αρχιεπίσκοποι και επίσκοποι, καταγωγής μεσαιωνικής, από τα γένη που επέζησαν και ανέλαβαν τα ηνία της κυπριακής κοινωνίας. Η «κάστα» αυτή περιστοίχιζε τον αρχιεπίσκοπο και τους επισκόπους, και κυριαρχούσε στον εθναρχικό θεσμό μέχρι τέλους της Τουρκοκρατίας, συνεργαζόμενη ή συγκρουόμενη με τους Τούρκους, αναλόγως των περιστάσεων. Κατά τις σφαγές του 1821 και με τις μεταρρυθμίσεις του 1830, 1856 κ.α. (τανζιμάτ), αρκετές αρμοδιότητες της Εκκλησίας ελαττώθηκαν θεωρητικά, αλλά στην πράξη παρέμειναν σχεδόν άθικτες ως την Αγγλοκρατία (1878), οπότε πράγματι περικόπηκαν. Ανάμεσα στις αρμοδιότητες και υπηρεσίες της εθναρχίας-Εκκλησίας προς την ελληνική κοινότητα ήταν η φροντίδα για την παιδεία, η οποία υπήρξε σημαντική και κάποτε απαράμιλλη, καρπός συνειδήσεως ευθύνης και διαθέσεως δημιουργίας. Αυτό διαφαίνεται π.χ. στα ενθουσιώδη κίνητρα του αρχιεπισκόπου Κυπριανού* που τον οδήγησαν στην ίδρυση της Ελληνικής Σχολής Λευκωσίας αγνοώντας την Σχολήν - Ελληνομουσείον του Χρυσάνθου (1808), στον ενθουσιασμό των Λεμεσιανών και άλλων Κυπρίων προκρίτων και του ιδίου του Κυπριανού για την ίδρυση της Ελληνικής Σχολής Λεμεσού στα 1819, στην υιοθέτηση του πνεύματος του Διαφωτισμού από την Εκκλησία και στα δυο «κόμματα» στα οποία ήταν διαιρεμένη η ιεραρχία και οι λαϊκοί πρόκριτοι - στελέχη της στα τέλη του 18ου-α΄ μισό του 19ου αι., το κόμμα του Χρυσάνθου και το κόμμα του Κυπριανού.

 

Από την εθναρχούσα Εκκλησία στο ρόλο της ως προστάτιδας του ποιμνίου της προήλθε η ενωτική κίνηση του 1825 και του 1828 και εφεξής, με πρωτεργάτη τον εξωμότη Ανδρέα Σολομωνίδη - Χουρσίτ αγά! Από αυτήν προέρχονται και οι συντηρητικές φωνές εναντίον των εξ Ελλάδος επανερχομένων στα 1830 κ.ε. με ελληνικά διαβατήρια Κυπρίων και Ελλαδιτών αγωνιστών του 1821 «ταραχοποιών», τους οποίους ο αρχιεπίσκοπος Πανάρετος θεωρούσε επικίνδυνους για την ηρεμία του τόπου, που έπρεπε να επιβιώσει υπό συνθήκες αναπόφευκτης συνέχισης της δουλείας σε συνεργασία με τους Τούρκους, μετά την αποτυχία του Καποδίστρια να μνημονεύσει καν την Κύπρο στις τελικές διεκδικήσεις του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους. Από την ίδια Εκκλησία προήλθαν και οι σχεδόν συνεταιριστικοί - σοσιαλιστικοί λαϊκοί θεσμοί διαχειρίσεως της εκκλησιαστικής περιουσίας σε μερικές περιπτώσεις στην ύπαιθρο (C.P. Kyrris, 'The Communal Character of the Administration of Church Properly in Cyprus under Ottoman Rule', Balkan Studies, 12, 2, 1971, σσ. 463 - 478) και η αδιαφορία για τις μυριάδες των εξωμοτών - λινοβάμβακων χωρικών, που αφέθησαν μετά το 1878 στο έλεος της μοίρας και τελικά τούρκεψαν και έγιναν φανατικοί, εκδικούμενοι για την ασύγγνωστη εγκατάλειψή τους, τόσο την εθναρχία όσο και ολόκληρη την ελληνική κυπριακή κοινότητα στον νέο τους καταλυτικό ρόλο της  αδιάλλακτης, ανθελληνικής τουρκοκυπριακής κοινότητας! Η τακτική αυτή εξηγείται ως εκδήλωση ταξικού - «αριστοκρατικού» πνεύματος που διέπνεε την «κάστα», η οποία αποτελούσε και στελέχωνε την Εκκλησία λόγω καταγωγής, αλλά και από επαρχιώτικη μυωπικότητα και έλλειψη ιστορικής προοπτικής.

Κ.Π.ΚΥΡΡΗΣ