Εκκλησία Κύπρου

Οι σκοτεινοί αιώνες 1ος- 3ος μ.Χ.

Η σφαγή (240;) χιλιάδων Σαλαμινίων από τους Εβραίους επαναστάτες του 115/6 μ.Χ. (ο αριθμός 240 χιλιάδες που δίδει ο Δίων Κάσσιος Ιxνiii, 32, 2-3 είναι προφανώς υπερβολικός) δυνατό να είχε και κάποιο αντιχριστιανικό νόημα άνκαι αυτό δεν δηλώνεται πουθενά. Η εξέγερση εκείνη βασικά στρεφόταν κατά των Ελλήνων και στην Κύπρο και στην Αίγυπτο και αλλού. Η ανοικοδόμηση από τον Αδριανό* της πόλεως ως ειδωλολατρικής συνδυάστηκε, ωστόσο, με κατάργηση των ανθρωποθυσιών, βήμα προς τις χριστιανικές αντιλήψεις, που πρέπει κάπως να βοήθησε εξ αντικειμένου την ανάπτυξη της νέας θρησκείας στην πόλη και στο νησί. Αφετέρου η σύνδεση του υδραγωγείου της Σαλαμίνος που ανοικοδόμησε ο Σεπτίμιος Σεβήρος* (153 - 211 μ.Χ.) προς την δεξαμενή και τον τάφο του αποστόλου Βαρνάβα, θα σήμαινε και κάποια ανοχή του χριστιανισμού, για την οποία διεκρίνετο ο αυτοκράτορας αυτός. Αλλά οι λαϊκές κατάρες της Ρωμαϊκής εποχής (3ου μ.Χ. αι.) που συναντώνται σε επιγραφές στον    Άγιο Σέργιο, στο Κούριον κ.α., όλες ειδωλολατρικής εμπνεύσεως (βλ. λήμμα Αμμόχωστος) αν και η δομή και η φιλοσοφία τους αφομοιώθηκαν από τους Χριστιανούς, δείχνουν ότι ακόμη τότε η ειδωλολατρία κυριαρχούσε στο λαό παρά την αυξανόμενη δύναμη του χριστιανισμού. Η ανοδική αυτή πορεία της νέας θρησκείας έμμεσα μαρτυρείται και από την τολμηρή συμπεριφορά των Χριστιανών μαρτύρων που προσάγονταν στον Ρωμαίο διοικητή Κύπρου Antistius Sabinus (293 -305) στην Σαλαμίνα για ανάκριση λίγο πριν από την οριστική επικράτηση της νέας θρησκείας επί Μεγάλου Κωνσταντίνου.

 

Χαρακτηριστικό της πάλης των δυο θρησκειών μπορεί να θεωρηθεί το περιεχόμενο της επιγραφής του 3ου αι. μ.Χ. από την Αμαργέτη Πάφου: Θεοῖς συννάοις πᾶσι καί πάσαις, αφιέρωμα σε όλους τους θεούς και τις θεές, προφανώς σε αντιπαράθεση προς τους αγίους και μάρτυρες του γεννωμένου χριστιανισμού, που και στην Κύπρο ήσαν   πολλοί και ένδοξοι από τον 1ο ήδη αιώνα. Οι μάρτυρες του 293 - 305 ήταν το αποκορύφωμα μιας σειράς που γεμίζει τους τρεις- τέσσερις πρώτους αιώνες σύμφωνα προς το τοπικό αγιολόγιο και τους Κυπρίους συγγραφείς όπως ο άγιος Νεόφυτος που μεταξύ άλλων μας πληροφορεί και για τον επίσκοπο και μάρτυρα του 1ου αι. μ.Χ. Κόνωνα (ΑΚΕΠ , Α', αρ. 114), τους ασκητές του 4ου - 5ου αι. στην Πάφο Θεοσέβιο και Αρκάδιο και τους επισκόπους Πάφου Νίκωνα και Αρσινόης Αρίστωνα συγχρόνους των δυο πρώτων (ο Αρκάδιος διεδέχθη τον Νίκωνα στην επισκοπή Πάφου), κ.α. (Κ.Π. Κύρρης, Κυπρ. Σπουδ., ΚΖ', 1963, σσ. 193- 216).

 

Το ότι στην Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας το 325 μ.Χ. η Εκκλησία της Κύπρου αντιπροσωπεύεται από ισχυρή αντιπροσωπεία τριών τουλάχιστον επισκόπων κατά τα Πρακτικά της συνόδου και τον ιστορικό Σωκράτη, ή δώδεκα κατά την κυπριακή παράδοση, δείχνει ότι ήταν ήδη ακμαία παρά τους διωγμούς, ή εξαιτίας τους, αφού και ο άγιος Σπυρίδων Τρεμιθούντος, ο περίπυστος χωρικός επίσκοπος που στην σύνοδο εκείνη θαυματουργικά «απέδειξε» λανθασμένη θεολογία του αιρεσιάρχη Αρείου (κεραμιδιού σύσταση = τριάς ενιαία), είχε υποστεί βασανισμό στα μεταλλεία επί Γαλερίου Μαξιμιανού (309 - 310 μ.Χ.) και έφερε τα ίχνη τους στην σύνοδο. Το κλίμα βασανιστηρίων και διωγμών στο οποίο εκινήθη και έζησε η Εκκλησία ωσότου αρκετό καιρό μετά το Διάταγμα του Μεδιολάνου (Ιανουάριος 313) απαλλάγηκε από αυτούς, τεκμηριώνεται από περαιτέρω πληροφορίες για εξορία προς καταναγκαστική εργασία τολμηρών οργανωμένων μαρτύρων και ομολογητών από την Παλαιστίνη, όπου εργάζονταν υποχρεωτικά σε μεταλλεία, στον Λίβανο και στην Κύπρο σε διαφορετικά έργα αναλόγου είδους (ΑΚΕΠ , Α', αρ. 119. Δ', β', αρ. 231 και Δ', α', αρ. 231). Ο Θεόδοτος Κυρηνεἰας, επίσκοπος, υπέστη φρικτά βασανιστήρια επί Λικινίου, ο οποίος μόλις στις 13 Ιουνίου 313 δημοσίευσε το Διάταγμα του Μεδιολάνου στη Νικομήδεια, την έδρα του ως μόνου αυτοκράτορα της Ανατολής μετά την νίκη του κατά του Μαξιμίνου (30 Απριλίου 313). Όταν αποφυλακίστηκε λόγω των πληγών που είχε υποστεί πέθανε σε δυο χρόνια (315) (ΑΚΕΠ , Α', αρ. 120, 120.2), ή, κατά το Μηναίον της 19 Φεβρ., τελικά εσφάγη (αυτ., αρ. 120.1).

 Κ.Π.ΚΥΡΡΗΣ