Εκκλησία Κύπρου

Ο κρίσιμος 4ος αι.

Image

Παρά το κλίμα αυτό, οι κοινωνικές αντιθέσεις μέσα στην γεννώμενη από το αίμα και τις φλόγες των μαρτυρίων και την στάση διαμαρτυρίας εναντίον του ρωμαϊκού «κατεστημένου» Εκκλησία φαίνεται ότι δεν ήσαν αμελητέες και φάνηκαν μόλις αυτή «βρήκε τα πόδια της» επί Μεγάλου Κωνσταντίνου. Η αντίθεση χωρικών και αστών επισκόπων, συνέχιση της διαστάσεως αστικού και αγροτικού βίου καθόλη την αρχαιότητα, εκδηλώνεται και αντανακλάται στην κυπριακή παράδοση ότι οι άλλοι επίσκοποι δεν ήθελαν μαζί τους στην Νίκαια τον άγιο Σπυρίδωνα λόγω της αγραμματοσύνης του και της ιδιότητάς του ως βοσκού, και προσπάθησαν μάταια να εμποδίσουν το ταξίδι του στην πόλη αυτή με φόνο των γαϊδουριών αυτού και του συνοδού του, για να τα αναστήσει ο άγιος το πρωί και να φθάσει στη Σαλαμίνα, από όπου πέταξε στη Νίκαια με το ράσο του γιατί το πλοίο των άλλων επισκόπων είχε στο μεταξύ μόλις αποπλεύσει, όπως αυτοί είχαν προγραμματίσει (ΑΚΕΠ  , Ε', αρ. 171).

 

Οι αγροτικοί επίσκοποι, με έδρες χωριά ή κωμοπόλεις, όντας απλοϊκοί εξέφραζαν τον κόσμο της υπαίθρου και τα προβλήματά του, τις χώρες και τους μικρογεωργούς τους, με την αυθόρμητη χριστιανικότητα και φιλανθρωπία τους, που συνδεόταν και με την φυσική ζωή του κληρικού χωρικού όπως περίπου είναι και σήμερα στην Κύπρο. Π.χ. ο άγιος Σπυρίδων, βοσκός το επάγγελμα, ζούσε στην Τρεμιθούντα με την γυναίκα και τα παιδιά του ∙ έγινε επίσκοπος λόγω της αγνής ζωής του. Η απλοϊκότητά του έκαμε τους άλλους επισκόπους της συνόδου της Νικαίας να μη   θέλουν να τον αφήσουν να μιλήσει! (ΑΚΕΠ , Α΄, σσ. 368 - 378).

 

Καθοριστική για την ιστορική εξέλιξη της Εκκλησίας της Κύπρο υπήρξε η συμμετοχή της στην Α' Οικουμενική Σύνοδο, στην οποία τήρησε φιλορθοδοξη και αντιαρειανή στάση η τριμελής ή δωδεκαμελής αντιπροσωπεία της (ο αρ. 12 μπορεί να προήλθε από σύγχυση προς την σύνοδο της Σαρδικής / Σόφιας στα 343 / 4, στην οποία πράγματι μετέσχαν 12 Κύπριοι επίσκοποι κατά τα Πρακτικά της, Mansi, Concil., Ill, 69. Μεταγενέστεροι Κύπριοι συγγραφείς όπως ο Νεόφυτος Ροδινός και ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός δίδουν τα ίδια δώδεκα ονόματα των αντίπροσώπων στη Σαρδική ως τα ονόματα των αντιπροσώπων στη Νίκαια). Αυτή απετελείτο από τους Κύριλλο Πάφου, Γελάσιο Σαλαμίνος και Σπυρίδωνα Τρεμιθούντος, αλλά κατά νεότερες έρευνες του Κυζίκου Καλλινίκου ( ἩΑ' ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενική Σύνοδος, 1930, σσ. 98 - 99) ο αριθμός τους ήταν πέντε. Πλην των ανωτέρω μετέσχαν και οι Κωνσταντίας (;;) Κυριακός και ο αγνώστου επισκοπής Σιρίκιος (ο Κωνσταντίας μάλλον θα πρέπει να διαβαστεί Καρπασίας, ίσως και Κουρίου ή Κιτίου). Το ότι ο Πάφου Κυριάκος ή Κύριλλος προηγείται του Σαλαμίνος Γελασίου μαρτυρεί προήγηση της Πάφου, ως έδρας της (de facto ακόμη) αρχιεπισκοπής του νησιού, εφόσον η Πάφος ήταν ακόμη και η πολιτική πρωτεύουσα παρά τις κατά καιρούς διεκδικήσεις πρωτείων της Σαλαμίνας. Ιδιαίτερη σημασία ενέχει και η σπουδαία θεολογική μόρφωση και παραγωγή του Πάφου Κυρίλλου, ή κατά την Μυριόβιβλον του Φωτίου Κωνσταντινουπόλεως, Κυριακού (Κυπρ. Σπουδ., Ι, 1946 [1948], σσ. 53 - 57), που θα ήταν και αποτέλεσμα της πνευματικής ακμής της επισκοπής του ως πρωτεύουσας.

 

Στη Νίκαια οι Κύπριοι υπεστήριξαν τον νικητή του πρόσφατου εμφυλίου πολέμου του 323/4 Κωνσταντίνο τον Μεγάλο στη αντιαρειανή γραμμή που τελικά υιοθέτησε μετά από δισταγμούς, έτσι εξιλεωμένοι για την υποχρεωτική βοήθεια που είχαν παράσχει στον ηττημένο αντίπαλό του Λικίνιο, αλλά και προσπαθώντας να επιτύχουν ωφελήματα για την Εκκλησία τους από τη γενναιοδωρία του Κωνσταντίνου έναντι των Χριστιανών. Τα ωφελήματα δεν ήταν μόνο υλικά, αλλά προπάντων αφορούσαν την εσωτερική αυτονομία της Εκκλησίας της Κύπρου, που σύμφωνα προς τους γενικούς κανόνες 4,5 και 6 της συνόδου ήταν δεδομένη για όλες τις ως τότε υφιστάμενες μητροπόλεις. Ότι από τότε άρχισε η αντιδικία με την μητρόπολη Αντιοχείας που διεκδικούσε δικαιοδοσία επί της μητροπόλεως = Εκκλησίας Κύπρου, δεν μαρτυρείται ρητά αλλά εικάζεται, από το ότι η Εκκλησία της Κύπρου έσπευσε να συνδέσει το όνομά της με εκείνο της αγίας Ελένης, μητέρας του αυτοκράτορα, γύρω από την οποία δημιουργήθηκε επίσημος θρύλος για τις ανακαλύψεις της στους Αγίους Τόπους στα 326/7. Η Ελένη είχε υβρισθεί από τον Ευστάθιο Αντιοχείας που γι’ αυτό εξορίστηκε κατηγορούμενος από τους φίλους του Κωνσταντίνου επίσκοπο Καισαρείας Ευσέβιο Παμφίλου και Ευσέβιο Νικομηδείας για αιρέσεις. Οι Κύπριοι, εκμεταλλευόμενοι την σύγκρουση αυτή, ανέπτυξαν την παράδοση ότι η Ελένη, στο ταξίδι της προς και από την Ιερουσαλήμ επισκέφθηκε και την Κύπρο, όπου άφησε κομμάτια Τιμίου Ξύλου ως θεϊκό θεμέλιο στην «σταυροπηγιακή βασιλική» μονή Σταυροβουνίου και σ' άλλα ιερά (Τόχνη, Λύμπια), που εκείνη ίδρυσε για να θέσει έτσι τέρμα στην ανομβρία, στην ερήμωση και στην αυξανόμενη παρουσία φιδιών στο νησί. «Οι σταυροί επανέφεραν τον πληθυσμό που είχε φύγει» μαζί με νέους «Ρωμαίους» κατοίκους από τις γύρω χώρες. Αν πράγματι έγιναν επισκέψεις της Ελένης στην Κύπρο, αυτές δεν συνέβαλαν στη θεραπεία των πιο πάνω       δεινών, που δεν προηγήθηκαν του 326 αλλά έγιναν στα 332/333, μετά τον σεισμό που έπληξε την Σαλαμίνα και πολλά άλλα μέρη της Κύπρου και των γύρω χωρών, και κυρίως πόλεις όπως η Αντιόχεια. Η σύνδεση της καταστάσεως των δεινών με την όχι αναγκαστικά απορριπτέα επίσκεψη της βασιλομήτορος, έγινε προφανώς αργότερα, γύρω στα μέσα του 4ου αι. κ.ε., όταν ο «αυτοκρατορικός μύθος» των θαυμαστών ανασκαφών και οικοδομικών δραστηριοτήτων της Ελένης στην Ανατολή σταδιακά διαμορφωνόταν σε ουσιώδες όργανο της «αυτοκρατορικής ιδεολογίας». Έτσι η Εκκλησία της Κύπρου διέπλασε μια από τις πιο αγαπητές παραδόσεις της, που την συνέδεσαν με την ιδεολογία αυτή και εξέφραζαν την προοήλωσή της στο νέο κέντρο εξουσίας, την Κωνσταντινούπολη. Κατά τον σεισμό αυτό, ή κατά τον επόμενο, του 344, που ξανακατέστρεψε τη Σαλαμίνα, εκδηλώθηκε και η φιλανθρωπική δραστηριότητα του Σπυρίδωνος προς πένητες, πάσχοντες και οδοιπόρους, που περιλάμβανε φιλοξενία, παροχή σιταριού επί δανείω χωρίς τόκο και επιείκεια στους κλέφτες - προφανώς τους φτωχούς που έκλεβαν για να επιβιώσουν μετά τον σεισμό - αλλά σκληρή στάση ενάντια στους κερδοσκόπους.

Οι εργασίες της  Α' Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια της Βιθυνίας έληξαν στις 25 Ιουλίου 325 κατά την οποία καθιερώνεται το Σύμβολο της Πίστεως ("Πιστεύω") και η μέθοδος του υπολογισμού του Πάσχα.

Αμφιταλαντεύσεις μεταξύ Κωνσταντινουπόλεως και Ρώμης - Αλεξανδρείας στον 4ο αι.: Η στροφή προς την Κωνσταντινούπολη έγινε όχι χωρίς δισταγμούς. Στη σύνοδο της Σαρδικής (343/4) παρέστη δωδεκαμελής κυπριακή αντιπροσωπεία, που υποστήριξε τη Ρώμη. Σώζονται τα ονόματα των μελών της αντιπροσωπείας στα Πρακτικά της συνόδου, αλλά χωρίς τα ονόματα των επισκοπών τους: 1) Αυξίβιος [πιθανώς Σόλων], 2) Φώτιος, 3) Γεράσιος [ή Γελάσιος όπως και στη Νίκαια, προφανώς Σαλαμίνος, ίσως αρχιεπίσκοπος ήδη, αν «αρχιεπίσκοπος» δεν ήταν de facto, λόγω της προηγήσεώς του στη σειρά υπογραφής των Πρακτικών ο υπ. αρ. 1 Αυξίβιος, ή αν υπήρχε καν τότε ο θεσμός του αρχιεπισκόπου], 4) Αφροδίσιος, 5) Ειρηνικός, 6) Νουνέχιος, 7) Αθανάσιος, 8) Μακεδόνιος, 9) Τριφύλλιος [προφανώς ο Λεδρών ή αργότερα Λήδρας], 10) Σπυρίδων [ο Τρεμιθούντος], 11) Νορβανός, 12) Σωσικράτης. Η αντιπροσωπεία αυτή τάχθηκε υπέρ των απόψεων του αντιαρειανίζοντος επισκόπου Ρώμης και του συμμάχου του επισκόπου Αλεξανδρείας, που στηρίζονταν στον αυτοκράτορα της Δύσεως Κώνστα, και εναντίον του στρατοπέδου του αρειανίζοντος επισκόπου Αντιοχείας που υποστηριζόταν από τον Κωνστάντιο Β', αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως και του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους. Όταν οι «Ανατολικοί» διασπάστηκαν και έφυγαν στην Φιλιππούπολη, όπου σε χωριστή σύνοδο καταδίκασαν τον Ρώμης Ιούλιο, τον Αλεξανδρείας Αθανάσιο, τον Όσιο Κορδούης (σύμβουλο και του Μεγάλου Κωνσταντίνου ως τον θάνατό του στις 21.5.337, τον Μάρκελλο Αγκύρας κ.ά., οι Κύπριοι έμειναν στην Σαρδική όπου υπέγραψαν «μαζικά» τις αντιαρειανικές αποφάσεις της. Προφανώς οι Κύπριοι ιεράρχες πίστευαν τότε ότι η Δύση ήταν ακόμη το κέντρο της εξουσίας και όχι το Ανατολικό κράτος, του οποίου την μονιμότητα δεν είχαν ακόμη συνειδητοποιήσει, παρά την πολιτική εξίσωση των δυο κέντρων που είχε αρχίσει να εφαρμόζει στα 342/3 ο αρειανίζων Κωνστάντιος Β' κηρύσσοντας ισοδύναμους τους θεσμούς Κωνσταντινουπόλεως και Ρώμης. Η εξίσωση ήταν πολύ πρόσφατη για να γίνει κατανοητή η σημασία της από τους Κυπρίους ιεράρχες στη Σαρδική. Ουσιώδης λόγος σύμπραξής τους με τη Ρώμη και την Αλεξάνδρεια πρέπει να ήταν η σύμπραξη της Αντιόχειας με τους Αρειανούς που υπεστήριζε η Κωνσταντινούπολη και ο Κωνστάντιος Β΄.

 

Η ύπαρξη υπόκωφης, αρχικά, σύγκρουσης Κύπρου - Αντιοχείας, που πρέπει να υφίστατο εμβρυακά από την εποχή της συνόδου της Νικαίας (325), καθίσταται σχεδόν βέβαιη από το ότι οι κανόνες 4,5 και 6 της Νικαίας, που σταθεροποιούσαν την υφιστάμενη από τα μέσα του 3ου αι. δομή της εκκλησιαστικής διοικήσεως στο Ρωμαϊκό κράτος, συνεπαγόμενοι την αυτονομία της κάθε επαρχιακής μητροπόλεως, ερμηνεύθηκαν νωρίς διαφορετικά από την Κύπρο και την Αντιόχεια. Ειδικότερα ο 6ος κανόνας, που καθόριζε τη δικαιοδοσία των μεγάλων μητροπόλεων Αλεξανδρείας, Ρώμης και Αντιοχείας ώστε να καλύπτουν επαρχίες η καθεμιά περισσότερες από την αυστηρά δική τους περιφέρεια και να έχουν κάποιο είδος πρεσβείων έναντι των λοιπών θρόνων, ερμηνεύθηκε από την Κυπριακή Εκκλησία ότι σήμαινε την πλήρη αυτονομία της, όπως και την αυτονομία και σχετική τοπική διάκριση και αίγλη όλων των επαρχιακών μητροπόλεων - κάτι που έχει επικυρωθεί από τη νέα έκδοση των κανόνων της Νικαίας από τον Ε. Schwartz. Παρ’ όλα αυτά η Αντιόχεια ακριβώς στον 6ο κανόνα στήριξε τις διεκδικήσεις της για δικαιοδοσία στην Εκκλησία της Κύπρου όπως στις Εκκλησίες της Συρίας, της Κιλικίας και της Μεσοποταμίας. Αργότερα οι πατριάρχες Αντιοχείας θα χρησιμοποιήσουν την αραβική μετάφραση των κανόνων της Νικαίας, που ευνοούσε τις απαιτήσεις τους, αλλά των οποίων η γνησιότητα ανέκαθεν αμφισβητείται. Η «νίκη» του δυτικού Κώνστα στη Σαρδική ήταν αυτόματα και νίκη των Κυπρίων, που συμφωνούσαν και προς την επιστολή των δυτικών επισκόπων προς τον Κωνστάντιο, με την οποία ζητούσαν την απαγόρευση αναμείξεως των πολιτικών αρχών στις εκκλησιαστικές υποθέσεις - αίτημα σταθερά επαναλαμβανόμενο τόσο από την Κυπριακή Εκκλησία όσο και από την Εκκλησία ως σύνολο στους επόμενους αιώνες.

 

Άλλο σημαντικό πρόβλημα που αναμείχθηκε από την εκκλησιαστική παράδοση στις αφηγήσεις για την αγία Ελένη είναι η μεταφορά από αυτή ή από τον «πρωτοδούκα» της Κύπρου Καλόκαιρο πληθυσμού στην Κύπρο ἀπό τήν Τῆλον, των λεγομένων Τηλλύρων. Σε ειδικές μελέτες του υπογράφοντος, το θέμα αυτό έχει ερευνηθεί και το πόρισμά τους είναι το εξής: Μετά τον σεισμό του 332/3 η καταστροφή και η δυστυχία που προκλήθηκαν έδωσαν στον Καλόκαιρο την ευκαιρία να οργανώσει χωριστικό κίνημα στο νησί, που κατέστειλε ο στενός συγγενής και ευνοούμενος του Κωνσταντίνου Καίσαρ Δαλμάτιος ο οποίος συνέλαβε και έκαψε ζωντανό τον Καλόκαιρο. Είτε ο Καλόκαιρος, είτε πιθανότερο ο Δαλμάτιος, πάντως όχι η Ελένη, στα 327 οπότε η Κύπρος άκμαζε - αλλιώς πώς θα έστελλε ισχυρή αντιπροσωπεία στη Νίκαια; - ανάμεσα στα μέτρα εσωτερικής ειρήνευσης και άμυνας του νησιού κατά των παραδοσιακών πειρατών της Κιλικίας και Λυκίας, μετέφεραν στην Κύπρο αριθμό πολεμιστών Ιλλυριών φρουρών και τους εγκατέστησαν στα βορειοδυτικά παράλια, ακριβώς έναντι των φωλεών των πειρατών για την αντιμετώπισή τους, στις ακτές της Ιλλυρίας - Τηλλυρίας (βλ. και λήμμα Αλβανοί και Κύπρος) πλάι στην γνωστή από παλαιά νησίδα Ιλλυρίς, όπου πρέπει από προηγουμένως να υπήρχαν άλλοι Ιλλυριοί στρατιώτες. Αυτή ήταν η πρώτη περιορισμένη στρατιωτικοποίηση του νησιού, μάλλον με ενίσχυση της υφιστάμενης αστυνόμευσης των θαλασσών, της εσωτερικής τάξης και της ειρηνικής οικονομικής ζωής της Κύπρου, που βοήθησε και την περαιτέρω ανάπτυξη της Εκκλησίας (βλ. Κ. Π. Κύρρη, «Χαρακτηριστικά της Κυπριακής Ιστορίας κατά την Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο», Πρακτικά του Συμποσίου Κυπριακής Ιστορίας [Λευκωσία 2 - 3 Μαΐου 1983], έκδ. Κ.Ε.Ε και Τμ. Ιστορίας Πανεπιστ. Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 1984, σσ. 17   40).

 Κ.Π.ΚΥΡΡΗΣ