Εκκλησία Κύπρου

Η χριστιανική Κωνσταντία πρωτεύουσα και μητρόπολη

Οι καταστροφές από τους σεισμούς του 332/3 και του 344, αμέσως μετά την σύνοδο της Σαρδικής, υπήρξαν μεγάλες και έπληξαν και τα εκκλησιαστικά καθιδρύματα, που είχαν ανεγερθεί κυρίως μετά το Διάταγμα του Μεδιολάνου (π.χ. η μονή Ιερέων από τον άγιο Ευτύχιο, ΑΚΕΠ  , Α', αρ. 131). Η ανοικοδόμηση της Σαλαμίνος ως Κωνσταντίας, πόλεως χριστιανικής πλέον, και μεγαλύτερης από πριν, ως πρωτεύουσας του νησιού, έδωσε στην επισκοπή της κύρος ώστε σύντομα να αναδειχθεί γι’ αυτό στην μητρόπολη της Κύπρου. Πότε ακριβώς έγινε αυτό δεν γνωρίζουμε. Παρά τον ρόλο του ως πράκτορα του αυτοκράτορα στην ανοικοδόμηση κτιρίων της πόλεως αντί του διοικητή ή consularis  ο επίσκοπος Οφέλλιος, antistes urbis (= επίσκοπος της πόλης) κατά τις δυο επιγραφές του 346, δεν φαίνεται να ήταν κανονικά ο αρχιεπίσκοπος. Ο ρόλος του όμως αυτός σίγουρα συνέβαλε στην οριστική άνοδο της Κωνσταντίας σε εκκλησιαστική μητρόπολη του νησιού, αργότερα (αρχές 6ου αι.) αρχιεπισκοπή. Η κοσμική δύναμη και λειτουργία του Οφελλίου τον παρουσιάζουν να υπερέχει και του διοικητή και εφεξής οι αρχιεπίσκοποι Κωνσταντίας όπως και οι άλλοι επίσκοποι συχνά αναλαμβάνουν κοσμικές - οικοδομικές κ.α. πρωτοβουλίες, που τους οδηγούν στην εθναρχική ιδιότητα (βλ. λήμμα εθναρχία).

 

Με την άρση των δυσκολιών που δημιουργούσαν οι διωγμοί, που πρακτικά εμπόδιζαν την επίσημη πρωτοκαθεδρία, παρέχεται τώρα και ευκαιρία ασκήσεως της με την άμεση ή έμμεση, πάντως εξ αντικειμένου ουσιώδη, συμβολή της κρατικής εξουσίας. Η θέση της μητρόπολης του νησιού, που διεκδικείται ήδη και από την ειδωλολατρική Πάφο και την ειδωλολατρική Σαλαμίνα, τώρα δικαιωματικά και φυσιολογικά περιέρχεται στην χριστιανική Σαλαμίνα - Κωνσταντία και ως κοσμικό και ως εκκλησιαστικό κέντρο της Κύπρου. Η εννοιολογική συνέχεια στη χρήση του όρου μητρόπολη είναι μια από τις γέφυρες συνδέσεως της χριστιανικής προς την ειδωλολατρική πολιτική και θρησκευτική ζωή και φιλοσοφία. Η μητροπολιτική θέση και διεκδίκηση της επισκοπής Κωνστάντιας λόγω και της πολιτικής θέσης της αντιστοιχεί προς τις υπέρμετρες διεκδικήσεις των διαμορφουμένων τώρα πατριαρχείων σε ευρύτερες περιοχές για τον ίδιο λόγο.