Εκκλησία Κύπρου

Νέα ακμή μετά τους σεισμούς. Εσχάτη πάλη με τον παγανισμό

Η νέα ακμή που ακολούθησε τους σεισμούς σημαδεύεται και από οργασμό των ναυπηγείων της Κύπρου (354 κ.ε.) αλλά και από οικοδόμηση μεγάλων διαστάσεων πολυδάπανων βασιλικών στην Πάφο, στους Σόλους, στο Κούριον, στη Σαλαμίνα κ.α., πιθανώς και σαν έκφραση προοδεύοντος και ευτυχισμένου χριστιανισμού αλλά και σαν αντίδραση στον υφιστάμενο ακόμη παγανισμό, τον οποίο η ανάδειξη δυνατών εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων στο προσκήνιο, μερικών από το εξωτερικό, δεν αρκούσε για να εξαλείψει. Χαρακτηριστικά ίχνη του παγανισμού έχουμε στα τέλη του 4ου αι. - αρχές του 5ου τα μωσαϊκά του Οίκου του Ευστολίου στο Κούριον, αν και σ’ αυτά εμφανίζεται και χριστιανική επίδραση: ο ελληνιστικού ρυθμού κορμός της Κτίσεως υπαινίσσεται την Δημιουργία του Κόσμου, ενώ στις επιγραφές του Οίκου γίνεται επίκληση στον Χριστό να τον βοηθεί όπως προηγουμένως ο πολιούχος θεός του Κουρίου ∙ σαφής πορεία πέραν της φιλοσοφίας της ζωής των ειδωλολατρικών μωσαϊκών του 3ου - 4ου αιώνα στον Οίκο του Αχιλλέως και στον Οίκο των Μονομάχων στο δυτικό άκρο της νεκρόπολης του Κουρίου. Ο Οίκος του Θησέως στην Κάτω Πάφο, πιθανώς κατοικία του Ρωμαίου κυβερνήτη, με λαμπρά μυθολογικά μωσαϊκά και γλυπτά, του 3ου αι. μ.Χ., παραμένει σε χρήση ώς τον 5ο αι. μ.Χ., όπως και ο παρόμοιος Οίκος του Διονύσου. Στο Ανάκτορο του Υπατικού στην Πάφο, με το μωσαϊκό του κύκλου του Αχιλλέως, της μετά τον Μεγάλο Κωνσταντίνο περιόδου, οπότε το κτίριο ανανεώθηκε, διακρίνεται υπαινιγμός της χριστιανικής σωτηρίας και αθανασίας, ακόμη ένα παράδειγμα συνυπάρξεως και μεταβάσεως από τον παγανισμό στον χριστιανισμό. Η ανοικοδόμηση του θεάτρου της Κωνστάντιας μετά τους σεισμούς ως θεάτρου για μίμους αντί για μονομαχίες αντιστοιχούσε προς την ανοχή των μίμων στην χριστιανική Κωνσταντινούπολη, προσωρινή αναστολή στην άνοδο του ασκητισμού, που όμως δεν είχε βαθύτερη και μονιμότερη επίδραση σε βάρος του. Τα κολοβωμένα αγάλματα θεών που τοποθετήθηκαν στις στοές των ανοικοδομημένων λουτρών του ρωμαϊκού γυμνασίου δείχνουν κάποια ανοχή ακόμη της αρχαίας θρησκείας υπό όρους: την κολόβωση των συμβόλων της, χαρακτηριστική μεταβατική μορφή συνυπάρξεως των δυο θρησκειών. Αφετέρου η τοποθέτηση τοίχου που να αποκρύπτει τη λειτουργία των παλαιότερα ανοικτών αποχωρητηρίων των λουτρών μαρτυρεί οριστική μετάβαση στη χριστιανική ηθική υπό την ισχυρή επίδραση της Εκκλησίας.   Ως τον 5ο αι. ή και πιο ύστερα ακόμη, ωστόσο, συνεχιζόταν η λατρεία του Διός Λαβρανίου στη Φασούλα βόρεια της Λεμεσού. Αυτές οι επιβιώσεις εξηγούν την σκληρή στάση του Τύχωνος Αμαθούντος, διαδόχου του Μνημονίου και χειροτονημένου από τον Επιφάνιο, μετά το 367 βεβαίως, έναντι στους ειδωλολάτρες και στους Ιουδαίους. Περιέργως οι σχέσεις του φανατικού Επιφανίου και του χωρικού Σπυρίδωνος με τους ειδωλολάτρες ήταν μάλλον φιλικές. Ίσως και η ανοχή της λαϊκής αντί της λόγιας γλώσσας από τον τελευταίο όταν επικρίνει τον Τριφύλλιο Λεδρών για χρήση, σε ένα κήρυγμα προς το λαό, της λέξης σκίμπους αντί κράββατος (ΑΚΕΠ , Α', αρ. 125. 3α) τεκμηριώνει ένα κλίμα ομοιογένειας και φιλίας των λαϊκών τάξεων που ακολουθούσαν και τις δυο θρησκείες τότε (μέσα 4ου αι.).

 

Περαιτέρω ακμή υπό τον Επιφάνιο και τους διαδόχους του: Η αναφορά 15 επισκόπων της Κύπρου στα τέλη του 4ου αι. από τον Θεόφιλο Αλεξανδρείας (400 μ.Χ.) εξέφραζε περαιτέρω ακμή της Εκκλησίας ώς τότε. Στην Β' Οικουμενική Σύνοδο Κωνσταντινουπόλεως στα 381 η Κυπριακή Εκκλησία εκπροσωπήθηκε από τέσσερις επισκόπους και όχι από τον αρχιεπίσκοπο (= μητροπολίτη) Επιφάνιο, που όμως παρέστη στη σύνοδο της Ρώμης τον επόμενο χρόνο, ίσως αφού ανεχώρησε από την Κωνσταντινούπολη πριν από τη λήξη των εργασιών της εκεί συνόδου, γι’ αυτό και δεν υπέγραψε τα Πρακτικά της. Η παρουσία του Επιφανίου στην σύνοδο της Ρώμης, που καταδίκασε τον Απολλινάριο και πάλι, συνέβαλε στην απόρριψη από τον πάπα Δάμασο (366 - 384) των Πρακτικών της Β' οικουμενικής συνόδου που αναφέρονταν στην Αντιόχεια, αλλά δεν εμπόδισε τους μετέχοντες Κυπρίους επισκόπους να υπογράψουν τα Πρακτικά της, των οποίων ο 2ος κανόνας ευνοούσε την αυτονομία της Εκκλησίας της Κύπρου με το να αναγνωρίζει όλες τις μητροπόλεις ως αυτοκέφαλες. Οι έδρες των (δεκαπέντε) επισκόπων της Κύπρου στα χρόνια αυτά ήσαν οι εξής: Αρσινόη, Πάφος, Τρεμιθούς, Ταμασσός, Κίτιον, Σαλαμίς - Κωνσταντία, Λέδραι [ή Λήδραι], Χύτροι, Αμαθούς, Καρπασία, Κούριον, Λάπηθος, Σόλοι, Κερύνεια, Νεάπολις. Αυτές πρέπει να εννοεί ο Θεόφιλος με την απαρίθμηση των κατόχων τους χωρίς να κατονομάζει καμιά από αυτές. Μερικές πρέπει να ήταν ίσως ταπεινές αγροτικές επισκοπές ή χωρεπισκοπές όμοιες και ίσως βαθμολογικά λίγο κατώτερες από την έδρα Τρεμιθούντος όπως έγινε διάσημη με τον απλοϊκό Σπυρίδωνα. Τα ονόματα των επισκόπων κατά τον Θεόφιλο στα 400 μ.Χ. ήταν: Επιφάνιος [μητροπολίτης = αρχιεπίσκοπος Κωνσταντίας], Μαρκιανός, Αγαπητός, Βοήθιος, Ελπίδιος, Ευτάσιος, Νορβανός, Μακεδόνιος, Αρίστων [ίσως ο Αρσινόης που αναφέρει ο άγιος Νεόφυτος, Κυπρ. Σπουδ., ΚΖ, 1963, σσ. 193 196, 210], Ζήνων, Ασιατικός, Ηρακλειδάς [Ταμασσού;], άλλος Ζήνων, Κυριακός και Αφρόδιτος.

 

Η παλαιά αυτοδιοίκηση των πόλεων τώρα σε σημαντικό βαθμό περιέρχεται και στους επισκόπους. Η προσωπικότητα του Επιφανίου άφησε βαθιά ίχνη στη ζωή της Κυπριακής Εκκλησίας και της Ορθόδοξης Ανατολικής αλλά και της καθόλου Εκκλησίας. Οι διεθνείς επαφές και θεολογικές και εκκλησιαστικές δραστηριότητες του Επιφανίου έδωσαν στην Εκκλησία του νησιού διεθνές κύρος, δύναμη και προβολή, και συνέβαλαν και μετά τον θάνατό του (402) στην ενίσχυση των επιχειρημάτων της στους μακρούς αγώνες της για αυτονομία και ανεξαρτησία από την δικαιοδοσία της έδρας της Αντιοχείας. Η συμπόρευση του Επιφανίου με την Αλεξάνδρεια και τον δαιμόνιο επίσκοπό της Θεόφιλο, ο οποίος τον παρέσυρε σε βιαιότητες εναντίον της μνήμης και των συγγραμμάτων του μεγάλου φιλοσοφούντος θεολόγου της έδρας εκείνης Ωριγένη, η απρεπής έριδά του με τον Ιεροσολύμων Ιωάννη για τον Αρειανισμό (394) και η συμμετοχή του στην καταδίωξη του μεγάλου θεολόγου και ιεράρχη Κωνσταντινουπόλεως Χρυσοστόμου, που βαθύτατα φθονούσε ο πάτρωνας του Επιφανίου Θεόφιλος, ήταν μερικές από τις αρνητικές δραστηριότητες του Επιφανίου, που όμως δεν αμαύρωσαν το τεράστιο έργο του, αν και δημιούργησαν θόρυβο γύρω από το όνομα του. Προς το τέλος της ζωής του, 100 ετών, έπλευσε στην Κωνσταντινούπολη στα 402 για να υποχρεώσει τον Χρυσόστομο να αποκηρύξει τον Ωριγένη και να απαγορεύσει την ανάγνωση του έργου του όπως είχε ήδη πράξει ο ίδιος σε τοπική σύνοδο στην Κωνστάντια στα 402 (ή 399). Στην Κωνσταντινούπολη υπό την γλυκείαν επιρροή του Χρυσοστόμου ο φανατικός επαρχιώτης μητροπολίτης που διεκδικούσε παγκόσμια δύναμη και επιρροή, κατάλαβε το λάθος του και την τυφλή υποταγή του στον Θεόφιλο. Επιστρέφοντας στην Κύπρο πέθανε στις 12 του Μάη 402 μέσα στο πλοίο καθώς πλησίαζε στην Κωνστάντια.

 Κ.Π.ΚΥΡΡΗΣ