Εκκλησία Κύπρου

Πνευματική και πολιτική κατάσταση στον κρίσιμο 7ο αιώνα

Image

Οι σχέσεις της Εκκλησίας Κύπρου και των Κυπρίων ασκητών, θεολόγων και ιεραρχών προς τις γύρω χώρες της Εγγύς Ανατολής εντείνονται κατά τον 7ο αι. Ο ερημιτικός και ο κοινοβιακός ασκητισμός, που μαρτυρείται ήδη από τον 4ο αι. και εξής στην Επισκοπή (Ιλαρίων), στη Σαλαμίνα, στις Δάδες (= ακρωτήρι Πύλας), κ.ά. (βλ. και λήμμα ασκητές), αναπτύσσεται τώρα περισσότερο στους κόλπους της Εκκλησίας ή σε σχετική ανεξαρτησία από την ιεραρχία της και σε στενή πάντα επαφή προς τις γύρω χώρες, από τις οποίες εισάγονται και διαμετακομίζονται προς ποικίλες κατευθύνσεις ιδέες και τρόποι εκφράσεως, αλλά και στις οποίες εξάγονται ή επανεξάγονται άλλες μέσω Κύπρου ή από την Κύπρο. Η περίπτωση του Νεστοριανού Συρο - Πέρση Γρηγορίου του «Κυπρίου», «ορθολογιστή» και ταυτόχρονα μυστικιστή, πατέρα και της χριστιανικής και της μουσουλμανικής μυστικής θεολογίας, που άντλησε πολλά από τα μυστικά βιώματα - βάσεις της φιλοσοφίας του από τα «οράματα» που είχε δει στα χρόνια που είχε ζήσει στην Κύπρο (επί Αρκαδίου Α' αρχιεπισκόπου, 625/6 - 642/3) είναι χαρακτηριστική της περιόδου αυτής (αυτ.).

 

Στα 626 ο ηγούμενος Παύλος μεταφράζει στην Κύπρο στα συριακά τα Έργα του Γρηγορίου Ναζιανζηνού. Στην Κύπρο επίσης έζησαν για κάποιο διάστημα ο διαπρεπής φιλόσοφος - θεολόγος Μάξιμος ο Ομολογητής, σφοδρός αντίπαλος της μονοθελητικής εκκλησιαστικής πολιτικής του αυτοκράτορος του Βυζαντίου Κώνστα Β' (641- 668) και υποστηρικτής του πάπα Μαρτίνου, ο Ιωάννης Μόσχος συγγραφέας του Λειμώνος, και ο φίλος του Σωφρόνιος αργότερα αντιμονοθελητής πατριάρχης Ιεροσολύμων (634 - 638). Τόσο ο Σωφρόνιος όσο και ο Μόσχος ήταν στενοί φίλοι και βιογράφοι του Κυπρίου πατριάρχη Αλεξανδρείας Ιωάννη του Ελεήμονος, γόνου επιφανούς οικογένειας της Αμαθούντος, γιου του μόνου κατά τον 6ο αι. γνωστού Βυζαντινού διοικητή της Κύπρου Επιφανίου, που φαίνεται ότι έδρευε εκεί τότε (βλ. λήμμα Αμαθούς ). Ο Ιωάννης ανήλθε στο θρόνο Αλεξανδρείας στα 609 / 610 μετά από πίεση του Ηρακλείου, που είχε βρει στήριγμα στην Κύπρο κατά την επαναστατική πορεία του προς την Κωνσταντινούπολη, στα πλαίσια αυτής της σχέσεως Ηρακλείου - Κύπρου, όταν αρχιεπίσκοπος του νησιού ήταν ο Πλούταρχος (590 - 625 / 6), που κατά σχετικές επιγραφές κατασκεύασε τουλάχιστον δεκαεννέα αψίδες του υδραγωγείου Κωνσταντίας στα 620 (3), 621 (1 ή πολλές), 625 (10) και πάλι 625 (5), προσθέτοντας στις επτά αψίδες που είχε κατασκευάσει στα 610 ο Ηράκλειος διερχόμενος από την Κύπρο. Άλλες αψίδες κατασκεύασε ο Αρκάδιος, διάδοχος του Πλουτάρχου στα 627 ή 628 ∙ και αυτού και του Πλουτάρχου η οικοδομική δραστηριότητα θυμίζουν εκείνη του Οφελλίου * και είναι εκφράσεις της κοσμικής λειτουργίας της Εκκλησίας σε συνεργασία με την αυτοκρατορική εξουσία ή/ και εκπροσωπώντας την. Παράλληλη ήταν και η σχέση του Αρκαδίου με τον αντιφατικό μεγαλοεφοπλιστή Φιλέντολο, στην κηδεία του οποίου ο ασκητής από την περιοχή του Σινά Καϊουμάς πρόβαλε την ανατολική ιδέα του ενδιάμεσου χώρου μεταξύ Παραδείσου και Κολάσεως, ισοδύναμη προς το ισλαμικό και ανατολικό ΑΙ Araf (βλ. λήμματα ασκητές και εθναρχία). Ανάλογες είναι και οι καλλιτεχνικές σχέσεις των κυπριακών εκκλησιών και μοναστηριών προς εκείνες της νότιας Μικράς Ασίας, της Συρίας - Παλαιστίνης και της Κωνσταντινουπόλεως.

 

Λόγος για την ανάμειξη του Πλουτάρχου και του Ιωάννη Ελεήμονος στο Μονοφυσιτικό ζήτημα γίνεται στο λήμμα Ασπαγούριος και του Αρκαδίου Α' στο Μονοθελητικό (αυτ., και λήμματα Αρκάδιος Α΄ και Βυζάντιο και Κύπρος). Η τελευταία υπήρξε σημαντικότερη γιατί η προσπάθεια προσέλκυσης του Αρκαδίου στα 626 απέβλεπε στη χρησιμοποίηση της Εκκλησίας της Κύπρου από τον Ηράκλειο ως πεδίου θεολογικού πειραματισμού, από τον οποίο, θα αντλούσε μαθήματα τρόπων συμφιλιώσεως των Μονοφυσιτών της υπόλοιπης αυτοκρατορίας και κυρίως της Συρίας, Παλαιστίνης και Αιγύπτου με την Ορθοδοξία σε καιρούς δύσκολους, όταν οι μονοφυσιτίζουσες αυτές επαρχίες κινδύνευαν από τους Πέρσες και τους Άραβες και εύκολα προσχωρούσαν σ’ αυτούς από αντίθεση προς την επίσημη θεολογική ορθοδοξία της Κωνσταντινουπόλεως. Στο πείραμα κάποιος ρόλος θα επιφυλάχθηκε και στους 3.350 Αρμενίους εποίκους που είχαν εγκατασταθεί στην Κύπρο στα 578 επί Ιουστίνου Β' ως φρουροί και μικρογεωργοί. Η αποτυχία του πειράματος λόγω ερρωμένης αντιστάσεως του Αρκαδίου Α' και του διαδόχου του Σεργίου (642 -655- ;), καθώς και του Αρκαδίου Β' (668 - 680-;), μαρτυρεί τη δυνατότητα διαφωνίας της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Κύπρου με την κεντρική εξουσία της αυτοκρατορίας, δυνατότητα που δεν έπαψε να υπάρχει και κατά τη διάρκεια των αραβικών επιδρομών.

 

Κ.Π.ΚΥΡΡΗΣ