Εκκλησία Κύπρου

Η Εκκλησία της Κύπρου κατά τις αραβικές επιδρομές (649 - 963)

Κατά την περίοδο 649-963, οπότε η Κύπρος ζούσε σε καθεστώς ουδετερότητας και συγκυριαρχίας μεταξύ Αράβων και Βυζαντινών πληρώνοντας φόρο και στους δυο, η Εκκλησία της αποκτά περισσότερη δύναμη κοσμική λόγω της μειώσεως ή και εκλείψεως της βυζαντινής κρατικής παρουσίας στο νησί. Η καταστροφή πολλών μεγαλοπρεπών βασιλικών από τον χρόνο, τους σεισμούς και τις αραβικές επιδρομές δημιούργησε μερικό χάσμα στην καλλιτεχνική παράδοση για τον νεότερο παρατηρητή. Η εγκατάσταση στα 653/4 αραβικής φρουράς και Αράβων Μουσουλμάνων εποίκων, μερικοί από τους οποίους ήταν εξισλαμισμένοι Σύροι, από την Μπαάλμπεκ της Συρίας, στην Πάφο, εισήγαγε στο νησί μια νέα θρησκεία, η οποία όμως δεν φαίνεται να αναμείχθηκε προς τη χριστιανική, ούτε να επηρέασε την Εκκλησία. Οι Μουσουλμάνοι ζούσαν παράλληλα και χωριστά από τους Χριστιανούς, αν και είχαν επικοινωνία μαζί τους και γενικά συζούσαν ειρηνικά και φιλικά παρά τις συχνές αραβικές επιδρομές εναντίον της Κύπρου λόγω παροχής από τους Κυπρίους βοήθειας ή πληροφοριών στους Βυζαντινούς για επιθέσεις εναντίον αραβικών επαρχιών εκτός Κύπρου. Και όταν στα 681 η αραβική φρουρά εγκατέλειψε την Κύπρο στα πλαίσια συμφωνίας των δυο υπερδυνάμεων της εποχής, οι έποικοι φαίνεται ότι παρέμειναν, γιατί στα 691, όταν για λόγους στρατηγικούς, φορολογικούς κ.ά. ο μισός πληθυσμός της Κύπρου μαζί με τον αρχιεπίσκοπο Ιωάννη και την ιεραρχία μεταφέρθηκαν στην Κύζικο από τον Ιουστινιανό Β', μαζί τους βρίσκονταν και οι Αραβες Μουσουλμάνοι κάτοικοι, που προφανώς επέστρεψαν και αυτοί στα 698 ή 705 όταν οι μετανάστες επανήλθαν στις εστίες τους, γιατί τους συναντούμε πιο ύστερα να έχουν τους δικούς τους θεσμούς και άρχοντες.

 

Στο μεταξύ ο αρχιεπίσκοπος Σέργιος (642 -655) απέρριψε, όπως κι ο Αρκάδιος στα 638, τα μονοθελητικά - μονοενεργητικά δόγματα, όπως διετυπώθησαν στην Ἒκθεσιν (638) του Ηρακλείου και στον Τύπον (648) του Κώνστα Β', που απαγόρευε κάθε συζήτηση για την θεία θέληση και την θεία ενέργεια. Σχετική επιστολή του Σεργίου του 643 διαβάστηκε στη σύνοδο του Λατερανού λίγο μετά την πρώτη αραβική επιδρομή, τον Οκτώβριο του 649, που καταδίκασε και την Ἒκθεσιν και τον Τύπον. Αυτό σήμαινε αναχρονιστική εξ αντικειμένου προσήλωση της Εκκλησίας της Κύπρου στη Ρώμη, όπου ο πάπας Μαρτίνος πρόβαλε αντίσταση κατά του Κώνσταντος Β', αρνούμενος να ζητήσει την έγκριση του κατά την ενθρόνισή του (5.7.649). Η αντιπαράταξη της Κυπριακής Εκκλησίας στην αυτοκρατορική θεολογία απέρρεε από ισχυρό πνεύ- μα ανεξαρτησίας, ενώ η προσήλωση στη μακρινή Ρώμη, ήδη χωριστή από την Κωνσταντινούπολη από πολλές απόψεις, αποτελούσε αναχρονιστική και αντιρεαλιστική εκτίμηση των γεωπολιτικών πραγματικοτήτων από την Εκκλησία του νησιού, ιδίως εν όψει των «σταυροφοριών» του Ηρακλείου στην Ιερουσαλήμ κατά των Περσών, του κύρους του, της φιλίας του με τους Κυπρίους, αλλά κυρίως εν όψει των θανάσιμων κινδύνων που απειλούσαν τον κυπριακό Ελληνισμό τότε: Περσών και Αράβων που επέβαλλαν συσπείρωση γύρω από το κέντρο ισχύος της Κωνσταντινουπόλεως.

 

Η πιο σημαντική εκκλησιαστική δραστηριότητα του 7ου αι. ήταν η εκπροσώπηση του αρχιεπισκόπου Κωνσταντίας Επιφανίου Β', διαδόχου του Γρηγορίου, διαδόχου του Κωνσταντίνου, διαδόχου του Σεργίου, στην Στ' Οικουμενική Σύνοδο Κωνσταντινουπόλεως από τον Τρεμιθούντος Θεόδωρο στα 680 - 681. Ο Επιφάνιος Β', του οποίου σώζονται έξι σφραγίδες, ήταν πιθανώς ο συγγραφέας της Ἐκθέσεως Πρωτοεκκλησιῶν Πατριαρχῶν τε καί Μητροπολιτῶν, και η αντιπροσώπευση του στη σύνοδο εξέφραζε και την αποδοχή της βυζαντινής κυριαρχίας της Κύπρου από την Εκκλησία της, και βέβαια και από το πλήρωμά της, φυσική μετά την αποχώρηση της αραβικής φρουράς στα 681 με διαταγή του Γιεζίντ, αφού η παρουσία των τριών Κυπρίων επισκόπων στη σύνοδο (ο ένας ήταν ο Θεόδωρος, οι άλλοι δυο ο Κιτίου Τύχων και ο Σόλων Στρατόνικος), έγινε κατά κέλευσιν τοῦ εὐσεβεστάτου καί θεοστέπτου βασιλέως ἡμῶν (Mansi, Concil, XI, 597). Οι Κύπριοι αντιπρόσωποι υπέγραψαν τις αποφάσεις της συνόδου, που καταδίκαζε τον Μονοθελητισμό, καθώς και επιστολή της προς τον πάπα Αγάθωνα ευθύς μετά τους πατριάρχες και τον «βικάριο» του αποστολικού θρόνου της Ρώμης και «ληγατάριο» του πάπα αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης- τεκμήριο υψηλής θέσης της Εκκλησίας της Κύπρου ανάμεσα στο σύνολο των ανεξαρτήτων Εκκλησιών της εποχής τους. Η αντιπροσώπευση του αρχιεπισκόπου Επιφανίου από τον Τρεμιθούντος εξ αντικειμένου έδινε στον δεύτερο κύρος, αλλά δεν είναι βέβαιο αν αυτή έγινε λόγω αναγνωρισμένης «πρωτοκαθεδρίας» του Τρεμιθούντος μετά τον αρχιεπίσκοπο τότε ή προσωπική φιλική σχέση του Επιφανίου με τον Θεόδωρο, ή ακόμη στην γειτνίαση της Κωνσταντίας με την Τρεμιθούντα (το τελευταίο είναι ίσως απίθανο αν θυμηθούμε την αντιπροσώπευση του αρχιεπισκόπου Ολυμπίου από τον αρκετά μακρινό Επιφάνιο Σόλων). Στα Πρακτικά της συνόδου του 681 ο Τρεμιθούντος Θεόδωρος υπογράφει αμέσως μετά τον Καισαρείας, όπως ακριβώς ο Κωνσταντίας Κωνσταντίνος στη σύνοδο του 787 (βλ. πιο κάτω).

 

Η επόμενη σημαντική εκκλησιαστική εξέλιξη του 7ου αι. ήταν η υποχρεωτική μετανάστευση των μισών Κυπρίων στη νέα Ιουστινιανούπολη κοντά στην Κύζικο του Ελλησπόντου και στις γύρω περιοχές (θέματα Οψίκιον και στα κατόπιν Θρακήσιον [741/2] και Κιβυρραιωτών [732]), υπό τον αρχιεπίσκοπο Ιωάννη και την εκκλησιαστική τους ηγεσία, τουλάχιστον το μέγιστο μέρος της, στα 691, ενώ οι άλλοι μισοί - πλην κάποιου αριθμού που παρέμειναν στο νησί - μετεφέρθησαν στη Συρία από τους Άραβες, άγνωστο αν με ή χωρίς κάποιο τμήμα του κλήρου τους που δεν είχε μεταφερθεί στον Ελλήσποντο και τις γύρω περιοχές. Ένας από τους στόχους του Ιουστινιανού ήταν οι Κύπριοι να υποταγούν καθαρῶς τοῖς σκήπτροις τοῦ Χριστιανικωτάτου κράτους [Βυζαντίου], που μπορεί να σημαίνει και απομάκρυνσή τους από τη δικαιοδοσία του χαλίφη αλλά και περικοπή των αυξανομένων αυτονομιστικών πολιτικών ροπών των Κυπρίων με επίκεντρο την Εκκλησία τους, πέραν της εσωτερικής αυτονομίας της που συνεπαγόταν το επικυρωμένο από τον Ζήνωνα (488) αυτοκέφαλόν της. Η εξόριστη ιεραρχία της Κυζίκου υπό τον Ιωάννη μετείχε στην Πενθέκτη ή εν Τρούλλω Οικουμενική Σύνοδο (691/2) η οποία με τον 39ο κανόνα της επανεπεκύρωσε το αυτοκέφαλόν της στην εξορία: τήν νέαν Ἰουστινιανούπολιν τό δίκαιον [= τα προνόμια του αυτοκεφάλου] ἒχειν τῆς Κωνσταντινουπόλεως [μερικοί γράφουν Κωνσταντιουπόλεως ή Κωνσταντίας] καί τόν ἐπ' αὐτῇ καθιστάμενον θεοφιλέστατον [αρχι]ἐπίσκοπον πάντων προεδρεύειν τῶν τῆς Ἑλλησποντίων ἐπαρχίας καί ὑπό τῶν οἰκείων [όχι μόνο των Κυπρίων, νομίζουμε] ἐπισκόπων χειροτονεῖσθαι κατά τήνρχαίαν [των Κυπρίων] συνήθειαν - τά γάρ ἐν ἑκάστῃ  ἐκκλησίᾳ  ἒθη καί οἱ θεοφόροι πατέρες ἡμῶν παραφυλάττεσθαι διεγνώκασι –τοῦ τῆς Κυζικηνῶν πόλεως ἐπισκόπου ὑποκειμένου τῷ προέδρῳ τῆς εἰρημένης Ἰουστινιανουπόλεως, μιμήσει τῶν λοιπῶν  ἁπάντων ἐπισκόπων τῶν ὑπό τόν λεχθέντα θεοφιλέστατον πρόεδρον Ἰωάννην, ὑφ' οὗ, χρείας καλούσης, καί ὁ τῆς αὐτῆς Κυζικηνῶν πόλεως ἐπίσκοπος χειροτονηθήσεται. Το καθεστώς αυτό, μείγμα προνομίων του οικουμενικού θρόνου και της κυπριακής αυτοκεφαλίας, διατηρήθηκε προφανώς μόνο κατά το χρονικό διάστημα της διαμονής των Κυπρίων στον Ελλήσποντο, κι έληξε με την επιστροφή τους στα 698 ή μάλλον στα 705, οπότε οι επισκοπές του Ελλησπόντου επανήλθαν στη δικαιοδοσία του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, όπως γράφει ο σχολιαστής των κανόνων Αριστηνός. Από τον καιρό αυτό προφανώς διατηρήθηκε στον τίτλο του αρχιεπισκόπου Κύπρου η φράση Νέας Ιουστινιανής [αντί Ιουστινιανουπόλεως] [και πάσης Κύπρου], παρά τις αντιρρήσεις μερικών ερευνητών. Η μαρτυρία του 39ου κανόνος της Πενθέκτης και των Πρακτικών της είναι αναντίρρητη. Ο ρόλος των Κυπρίων στην περιοχή Ελλησπόντου πρέπει να ήταν και στρατιωτικός - ναυτικός και όχι απλώς φορολογικός ∙ οι πολλές μολύβδινες σφραγίδες της περιόδου αυτής (7ος – 8ος αι.) από την περιοχή της δυτικής και νότιας Μικράς Ασίας (στη συλλογή των Zacos - Veglery), που αναφέρονται σε ανδράποδα, στρατιώτες, δούλους και άλλα είδη πληθυσμών, που εγκαθίσταντο από τις βυζαντινές αρχές εκεί για στρατηγικούς λόγους κυρίως, δίνουν το ευρύτερο πλαίσιο του συμπλέγματος αιτίων και στόχων της εκεί εγκαταστάσεως και των Κυπρίων, που αφετέρου πληρούσαν και πληθυσμιακό κενό το οποίο προκλήθηκε από τις καταστρεπτικές αραβικές επιδρομές στη δυτική και τη νότια Μικρά Ασία τότε.

 

Πιθανότατα όχι άσχετοι προς την Εκκλησία ήταν οι τρεις ἒνδοξοι Κύπριοι οἱ Φαγγουμεῖς, που μετά βασιλικοῦ τινος [απεσταλμένου] μετέβησαν στον ἀμερουμνῆν [χαλίφη] τοῦ Βαγδάτ για να διαπραγματευθούν την επιστροφή των Κυπρίων εξόριστων από τη Συρία πρώτα και από την Κύζικο έπειτα - τεκμήριο βυζαντινής υπεροχής. Οι εκκλησιαστικές σχέσεις όμως Κυζίκου - Κύπρου συνεχίστηκαν όχι στον τομέα της δικαιοδοσίας αλλά των επαφών μοναστών και κληρικών. Στα 817 ο Θεοφάνης της μονής του Μεγάλου Αγρού Κυζίκου ίδρυσε στον Αγρό της Κύπρου ομώνυμο μοναστήρι, άλλοι δε εικονολάτρες μοναχοί ίδρυσαν άλλα, όπως των Καθάρων, του Στύλου = Αγίου Νικολάου Ακρωτηρίου κλπ.

 

Ως το 787, οπότε έχουμε την επόμενη σημαντική εκκλησιαστική εξέλιξη, η Κύπρος υπέστη αριθμό αραβικών επιδρομών, που μερικώς σχετίζονται και με θρησκευτικά θέματα. Παρά τις φιλικές σχέσεις των Μουσουλμάνων και των Ελλήνων της Κύπρου στα 723 (κατά τον Βίλλιμπαλντ), στα 726 έγινε αραβική επιδρομή που πιθανώς σχετιζόταν προς κάποια παραβίαση της συνθήκης ουδετερότητας που συνήφθη στα 705 ή 692 κατά την επιστροφή των Κυπρίων, αντίγραφο εκείνων του 688 και του 653/4. Η παραβίαση μπορεί να οφειλόταν είτε σε στρατιωτικοποίηση της Κύπρου από τον Λέοντα Γ' (717-741) είτε σε παρέμβασή του για να περιορίσει τις εικονολατρικές τάσεις των Κυπρίων (βλ. λήμμα εικονολατρία και εικονομαχία). Όμοια η επιδρομή του 743 με εντολή του χαλίφη Βαλίντ Β' *, που προκάλεσε και αιχμαλωσία πολλών Κυπρίων, συσχετίζεται προς κυπριακή υποστήριξη, με εκκλησιαστική συμμετοχή, στην εξέγερση του σφετεριστή του θρόνου εικονοφίλου Αρταβάσδου, κόμη του Οψικίου - με το οποίο λόγω της προσωρινής μετανάστευσης του 691 - 698 ή 705 οι σχέσεις της Κύπρου δεν διακόπηκαν, όπως είδαμε. Η επιστροφή των αιχμαλώτων στα 744 θεωρείται συνέπεια της ήττας του Αρταβάσδου, που ισοδυναμούσε στα μάτια των Αράβων (χαλίφη Γιεζίντ Γ' *) με επάνοδο της Κύπρου στην ουδετερότητα.

 

Στην Οικουμενική Σύνοδο του 787 στη Νίκαια για αναστήλωση των εικόνων, η Κυπριακή Εκκλησία μετείχε με τον αρχιεπίσκοπο Κωνσταντίας Κωνσταντίνο και τους επισκόπους Σόλων Ευστάθιο, Κιτίου Θεόδωρο, Τρεμιθούντος Γεώργιο, Χύτρων Σπυρίδωνα και Αμαθούντος Αλέξανδρο. Ο Κωνσταντίνος τιτλοφορείται στα Πρακτικά της συνόδου ως ὁσιώτατος ἐπίσκοπος Κύπρου ή της Κυπρίων νήσου, και μόνος αυτός λαμβάνει τον λόγο σ’ όλη τη διάρκεια των συζητήσεων, χωρίς την πρόσθετη φράση Νέας Ιουστινιανουπόλεως που είχε προσλάβει κατά το 691 στον Ελλήσποντο. Προφανώς ο τίτλος μετά την επιστροφή στην Κύπρο περιορίστηκε να δηλώνει μόνο την κυπριακή δικαιοδοσία του (αρχι)επισκόπου Κύπρου, διότι εξέλιπε κάθε δικαιοδοσία στην επαρχία Κυζίκου, που επομένως αναφερόταν μόνο στην περίοδο της εκεί διαμονής της κυπριακής αποικίας και δεν είχε μονιμότητα. Άλλο αν αργότερα, επί Τουρκοκρατίας κυρίως, ο τίτλος περιέλαβε και πάλι τιμητικά την φράση Νέας Ιουστινιανής. Ο Κωνσταντίνος υπογράφει τα Πρακτικά όγδοος, μετά τον Εφέσου Ιωάννη που εκπροσωπούσε τη διοίκηση της Ανατολής, ενώ οι λοιποί Κύπριοι επίσκοποι υπογράφουν ως απλοί επίσκοποι μεταξύ των άλλων συναδέλφων τους που μετέχουν στη σύνοδο. Ο Κωνσταντίνος ήταν από τους βασικούς συζητητές της συνόδου, μετείχε ενεργά στις κριτικές έρευνές της γύρω από την εικονομαχία με μεγίστη σταθερότητα, επιβεβαιώνοντας την κυπριακή αφοσίωση στην εικονολατρία, που είχε «κηλιδωθεί» στην εικονοκλαστική σύνοδο του 754, οπότε η διδασκαλία του Γεωργίου του Κυπρίου υπέρ των εικόνων είχε καταδικαστεί στην απουσία των Κυπρίων – σ’ αυτήν δεν μετέσχε κανένας Κύπριος ιεράρχης. Ο Κωνσταντίνος λαμβάνει τον λόγο αμέσως μετά τον πατριάρχη Ταράσιο (784 - 806), κυπριακής καταγωγής, και συνηγορεί υπέρ της εισδοχής στις συνεδρίες των εικονοκλαστών επισκόπων για να εξηγήσουν τη θέση και τις απόψεις τους- δείγμα αντικειμενικότητας και της ευρύτητος πνεύματος ενός επαρχιακού αρχιεπισκόπου. Σε κανένα θέμα ο Κωνσταντίνος δεν παραμένει σιωπηλός: κατευθύνει, σχεδόν, με πολλή ευθύτητα και συγκαταβατικότητα, αλλά και πειθαρχία, τη συζήτηση με προφανή πνευματική υπεροχή και δυναμισμό, με γνώση των κειμένων της Πατερικής φιλολογίας, ανάμεσα σ' αυτά και έργων Κυπρίων θεολόγων. Η δυναμική αυτή παρουσία της Εκκλησίας της Κύπρου στην αποφασιστική εκείνη σύνοδο μαρτυρεί έντονη εσωτερική εκκλησιαστική, πνευματική και ειδικά θεολογική καλλιέργεια στο νησί και απαλλαγή από την αραβική κυριαρχία ή κατοχή κατά την περίοδο αυτή, καθώς και, προφανώς, επικοινωνία της Εκκλησίας της Κύπρου με το Οικουμενικό Πατριαρχείο μέσω του Ταρασίου και του προκατόχου του Κυπρίου επίσης πατριάρχη Παύλου (780 - 784), πάντως όχι σε εξάρτηση από αυτό. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αναφορές του Κωνσταντίνου στις ζωγραφικές παραστάσεις σε εκκλησίες στην Κωνσταντία και στο Κίτιον, και στα θαύματα με τα οποία τιμωρήθηκαν οι βεβηλωτές τους. (Mansi, Consil.,13, στήλ. 77, Βλ. επίσης λήμματα Βυζάντιο και Κύπρος και εικονολατρία και εικονομαχία).

 

Η απειλή εξορίας εικονοδούλων μοναχών στην Κύπρο από τον Λαχανοδράκοντα στα 770 και άλλα σχετικά προς την εικονολατρία και εικονομαχία ζητήματα αναφέρονται στο σχετικό λήμμα. Για τη θέση του αρχιεπισκόπου Κωνσταντίας Ευθυμίου υπέρ του Ιγνατίου και κατά του Φωτίου, στα 870, βλ. λήμμα Βυζάντιο και Κύπρος.

 

Η επόμενη σημαντική εκκλησιαστική εξέλιξη ήταν η εθναρχικού χαρακτήρα διπλωματική δραστηριότητα του Χύτρων Δημητριανού στη Βαγδάτη, στα 913, μετά την επιδρομή του εξωμότη Νταμιάνα (βλ. λήμματα Βυζάντιο και Κύπρος, Δημητριανός άγιος και εθναρχία). Σημαντική για το εκκλησιαστικό καθεστώς της Κύπρου τότε είναι η είδηση του Βίου του αγίου Δημητριανού ότι αυτός εξελέγη επίσκοπος τῆς Χυτρίδων πόλεως στα 885 όταν ο προκάτοχός του Ευστάθιος εξελέγη αρχιεπίσκοπος υπό πάντων τῶν ὑπό τήν Κυπρίων τελούντων νῆσον ὁσιωτάτων ἐπισκόπων συμψήφων καί ὁμογνωμόνων γεγονότων · σαφής μαρτυρία του αυτοκεφάλου, σύμφωνα και προς άλλες μαρτυρίες της εποχής, όπως η Notitia του Βασιλείου εξ Ιαλιμβάνων, αντίθετα προς την άποψη μερικών (όπως ο Γ. Κονιδάρης) ότι η Εκκλησία του νησιού τότε εξαρτάτο από το Οικουμενικό Πατριαρχείο διότι το αυτοκέφαλον εξ ανάγκης λόγω των δύσκολων περιστάσεων (αραβικών επιδρομών κλπ.), χωρίς να καταργηθεί, περιήλθε σε ύπνωση. Η παράθεση επίσης του 39ου κανόνος της εν Τρούλλω συνόδου, που επικυρώνει το αυτοκέφαλον, από τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο (De Administrando Imperio, κεφ. 48) κατά τον 10ο αι., θα ήταν αδύνατο να γίνει αν τότε το αυτοκέφαλον είχε καταργηθεί. Η τιμητική θέση του Κωνσταντίνου στη σύνοδο του 787 είναι ένδειξη και του σεβασμού προς τον αρχιεπίσκοπο μιας αυτοκέφαλης Εκκλησίας, της οποίας το αρχαίο καθεστώς δύσκολα θα μπορούσαν να δεχθούν να καταργηθεί, ή έστω να περιπέσει σε λήθαργο, δυο οικουμενικοί πατριάρχες κυπριακής καταγωγής, οι Παύλος και Ταράσιος. Η Notitia Episcopatuum της εποχής του Ιωάννη Τσιμισκή, που ο Γ. Κονιδάρης επικαλείται, με άλλα επιχειρήματα ως ενισχυτικά της θεωρίας περί εξαρτήσεως από την Κωνσταντινούπολη, προφανώς αναφέρεται στην περίοδο μετά το 963/4, οπότε και πάλι το αυτοκέφαλον δεν καταργήθηκε αλλά υπέστη κάποιου είδους πολιτική, όχι εκκλησιαστική, επέμβαση του αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως στα πλαίσια ευρύτερης πολιτικής έναντι των Εκκλησιών των νεοκαταλαμβανομένων από τους Άραβες επαρχιών που σκοπούσε στην περιστολή των αυξημένων, λόγω της μακράς ελλείψεως κεντρικού αυτοκρατορικού ελέγχου σ’ αυτές, τοπικιστικών - αυτονομιστικών ροπών τους με επίκεντρο την Εκκλησία. Τότε, κατά τη σχετική Notitia, οι αρχιεπισκοπές Βουλγαρίας και Κύπρου υπέκειντο στην επίβλεψή του.