Εκκλησία Κύπρου

Υστερη Βυζαντινή περίοδος (963/4 - 1191)

Image

Η μεταφορά των οστών του αγίου Λαζάρου από το Κίτιον στην Κωνσταντινούπολη στα 901, κατ’ εντολή του αυτοκράτορα Λέοντος ΣΤ ', μαρτυρεί απλώς στενή πολιτική σχέση Κύπρου - Βυζαντίου, όχι εκκλησιαστική υποταγή, η δε ανάκτηση της Κύπρου από τους Βυζαντινούς στα 963 / 4 έγινε στα πλαίσια και ως συνέπεια αυξανομένου βυζαντινού ελέγχου του νησιού σ’ όλους τους τομείς, αλλ’ όχι και στον εκκλησιαστικό, παρά την εντολή του Νικηφόρου Φωκά στα τέλη του 963 να αναζητηθεί παντού στο νησί ο Αθανάσιος ο Αθωνίτης, που είχε διαφύγει εδώ για να μη αναλάβει αξίωμα στον Αθω, όπως ήθελε ο αυτοκράτορας. Η εντολή είχε πολιτικό και όχι εκκλησιαστικό νόημα, αν και προετοίμαζε από μια άποψη το καθεστώς της προχειρήσεως του αρχιεπισκόπου Κύπρου από τον αυτοκράτορα μετά την ανάκτηση. Οι μαρτυρίες για την προχείρησιν είναι πολλές και ποικίλες. Ρητά ο βιογράφος του Ευθυμίου Α', αρχιεπισκόπου Κύπρου, λέγει ότι ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β' (976-1025) ἐξώθησε βίαια τόν Εὐθύμιο νά αναλάβει τήν διοίκηση [της μητροπόλεως] ἐκείνης (Anal. Bolland., 36/37, 1917 - 1919, σ. 40). Ο αρχιεπίσκοπος Νικόλαος Μουζάλων (1106/7 - 1110/1111) επίσης αναφέρει την προχείρησιν ονομαστικά, όπως και ο αρχιεπίσκοπος Νεόφυτος στα 1222/3 (ὁ θρόνος οὗτος ...ὁ κορυφάρχων Βαρνάβα οὐχ ὑπόκειται τῷ Οἰκουμενικῷ  ἀλλά τῆς ἁγίας βασιλείας προχείρησίς ἐστι καί αὐτοκέφαλος ...Κἀγώ δέ δοῦλος καί εὐχέτης σου ἒλαβον τήν προχείρησιν παρά τοῦ ...βασιλέως (Νέος Ἑλληνομνήμων, ΙΔ΄, 1917 - 1920, σ. 43, Κυπρ. Σπουδ. ΙΕ', 1951, σ. 76).

 

Ενώ στους 7ο - 10ο αι. ώς το 964, όταν κατά διαστήματα η Κύπρος υπέκειτο στον έλεγχο ή στην επικυριαρχία του Βυζαντινού αυτοκράτορα με τη θέλησή της, και με πρωτοβουλία της Εκκλησίας της, ποτέ δεν υπήρξε εξάρτηση της τελευταίας από την Κωνσταντινούπολη, ούτε η Κωνσταντινούπολη το επεδίωξε. Ο αυτοκράτορας επέβαλε την εξάρτηση από τον εαυτό του και όχι από τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως μόνο μετά την κατάληψη του νησιού (963/4), ως αποτέλεσμά της και στα πλαίσια ευρύτερων πολιτικοστρατιωτικών αναγκών και στόχων, που δεν απέβλεπαν στην κατάργηση του αυτοκεφάλου. Τα κοσμικά καθήκοντα και οι πολιτικές - οικοδομικές και άλλες λειτουργίες που η Εκκλησία εξ ονόματος του αυτοκράτορος εκτελούσε ώς το 653/4 (σ’ αυτά ας προστεθεί και το δικαίωμα του ασύλου που με ἒδικτον εκχωρούσε ο αυτοκράτορας σ’ έναν επίσκοπο), συνεχίστηκαν κατά την Αραβική περίοδο με έμφαση στην αυτονομιστική ροπή. Η αυτοκρατορική προέλευση των κοσμικών λειτουργιών είχε τυπική μόνο σημασία πια, και αυτές ασκούνταν αυτοδικαίως από την Εκκλησία ως ιστορική ανάγκη, όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και σ’ άλλες επαρχίες με παρόμοιες συνθήκες, όπου και πάλι κατάγονταν από αυτοκρατορική εκχώρηση ήδη από τον 4ο αι. (π.χ. Αίγυπτο). Ιδιαίτερα η απονομή δικαιοσύνης υπέκειτο στην επισκοπική  έγκριση παλαιόθεν με βάση τη βυζαντινή Novella 86.I.2,3. Η περίπτωση του αγίου Δημητριανού ως διπλωμάτη - «εθνάρχη» μπορεί να παραλληλιστεί προς εκείνη των επισκόπων Σόλων του 7ου αι. Κύρου και Επιμάχου, που σε σφραγίδα αποκαλούνται ο πρώτος στρατηλάτης και ο δεύτερος ἀπ’ ὑπάτων. Το βυζαντινό Δίκαιον που εφαρμοζόταν από την Εκκλησία στο νησί στους 7ο -10 αι. - Νοβέλλες Ιουστινιανού, Γεωργικός Νόμος, Πρόχειρον (όχι η Εκλογή του Ισαύρου)-ενσωματώθηκε στις ασσίζες του βασιλείου της Ιερουσαλήμ και της Κύπρου είτε κατ’ ευθείαν στην κυπριακή παραλλαγή του είτε στη λίγο προγενέστερη, ιεροσολυμιτική, πιθανώς μέσω εθιμικής χρήσεως και πρακτικής. Η απουσία της Ἐκλογῆς από το κυπριακό Δίκαιον θεωρείται απόρροια της αντι - εικονοκλαστικής θέσεως των Κυπρίων (Α. Δικηγορόπουλος στο The Greek Orthodox Theological Review, X12, Winter 1965 -1966, σσ. 263 - 266), που ήταν και έκφραση ανεξαρτησίας από την Κωνσταντινούπολη στις ειδικές περιπτώσεις που εκδηλώθηκε. Αυτή η ανεξαρτησία τώρα περιεστάλη μετά το 963/4.

 

Για την ιστορία της Κυπριακής Εκκλησίας στην περίοοδο 963/4 -15ο αι. βλ. λήμματα Αμμόχωστος, Βούλλα Σύπρια, Αλέξανδρος Δ ' πάπας, εθναρχία, Βυζάντιο και Κύπρος, αρχιεπίσκοποι .