Εκκλησία Κύπρου

Λατινοκρατία

Η σύγκρουση και ο σταδιακός συμβιβασμός της Ορθόδοξης με την νεοϊδρυμένη μετά το 1192 Λατινική Εκκλησία (βλ. λήμμα Φραγκοκρατία) υπήρξαν τα βασικά μοτίβα στις σχέσεις των δυο Εκκλησιών ως το 1570, οπότε η τουρκική κατάκτηση τερμάτισε τον βίο της δεύτερης και έδωσε ευκαιρία για ανασύσταση της πρώτης στην προ του 1191 ή μάλλον προ της Βούλλα Σύπρια (1260) δομή της. Οι κοινές λειτουργίες Ορθοδόξων και Καθολικών κληρικών και επισκόπων στην πολιορκούμενη Λευκωσία και στην πολιορκούμενη Αμμόχωστο στα 1570/1571, όπως και άλλες εναντίον θανατικών και άλλων δεινών στα μέσα του 14ου αι., είναι ενδεικτικές του κλίματος συμβιβασμού, ιδίως μπροστά στους κινδύνους. Αλλά παράλληλο υπήρξε και το φαινόμενο του εξελληνισμού πολλών Φράγκων υπό την ισχυρή επίδραση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και λόγω επιγαμιών με ντόπιους, έτσι που στα μέσα του 15ου αι. κ.ε. μερικοί επίσκοποι όπως ο της Λεμεσού δεν είχαν σχεδόν καθόλου ποίμνιο καθολικό. Στις τοιχογραφίες των ορθοδόξων εκκλησιών της οροσειράς του Τροόδους συναντώνται πλείστα δείγματα της αναμείξεως αυτής των δυο κοινωνιών, ποικίλλοντα κατά τις περιπτώσεις.

 

Η διαμονή των Ορθοδόξων επισκόπων, που από 14 σταδιακά (με προσκόλληση των χηρευουσών εδρών στην πλησιέστερη πληρωμένη) περιορίστηκαν σε 4, όσοι και οι Λατίνοι, στις ορεινές έδρες που τους καθόρισε η Βούλλα Σύπρια, με δικαίωμα όμως περιοδικής καθόδου στις πόλεις, όπου είχαν και δεύτερη έδρα, εξελίχθηκε σε σχεδόν μόνιμη έδρευση στις πόλεις· αυτό αποτέλεσε το θεμέλιο μιας σχετικής ανάκαμψης της Ορθόδοξης Εκκλησίας υπό την Φραγκοκρατία, με τη βοήθεια της ελληνικής αστικής τάξης. Με τη βοήθεια αυτή ιδρύθηκαν περικαλλείς ορθόδοξοι καθεδρικοί ναοί στη Λευκωσία, στην Αμμόχωστο και αλλού, έναντι και πλάι στους λατινικούς και στους νεστοριανικούς κ.ά. στα μέσα του 15ου αι. κ.ε. (Άγιος Γεώργιος των Ελλήνων στην Αμμόχωστο, Χρυσοδεήτρια στη Λευκωσία κ.ά.).

 

Οι αυστηρές ποινές που ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος της Κύπρου Φίλιππος ντε Σιαμπαράκ στα 1350 επέβαλε κατά των μεικτών γάμων μαρτυρεί την έλξη της Ορθοδοξίας στους Λατίνους εποίκους και τον σταδιακό εξελληνισμό αρκετών απ' αυτούς, πράγμα που συνεχίζεται και κατά τον 15ο αι. Στα 1459 ο Λατίνος επίσκοπος Λεμεσού Πέτρος ντε Μανάτιις δεν είχε ποίμνιο για να ποιμάνει, διότι του το αφαίρεσε ο    Ελληνας επίσκοπος Λεμεσού, και ο μητροπολιτικός λατινικός ναός είχε σχεδόν καταρρεύσει ∙ γι’ αυτό ο ντε Μανάτιις παραιτήθηκε. Η έδρα του Λεμεσού και του Κιτίου είχαν συμψηφισθεί σε μια, από το 1260, με έδρα τα Λεύκαρα, αλλά η συστηματική παρουσία του κατόχου της έδρας στη Λεμεσό (κάποτε και στη Λάρνακα) αποτελούσε το χαρακτηριστικό της εκκλησιαστικής κατάστασης της περιοχής, που επηρέασε τους Λατίνους πιστούς. Ο Σολίας, που είχε και έδρα στη Λευκωσία, αρχικά την εκκλησία του Αγίου Βαρνάβα κατά την Βούλλα Σύπρια, αργότερα την Χρυσοδεήτρια κολλητά στη λατινική αρχιεπισκοπική εκκλησία της Αγίας Σοφίας, κατοικούσε σχεδόν μόνιμα στη Λευκωσία, και παρ' όλο που κατά την Βούλλα εθεωρείτο απλός επίσκοπος υποκείμενος στον γεωγραφικά αντίστοιχό του Λατίνο αρχιεπίσκοπο, ωστόσο στη συνείδηση του ελληνικού ποιμνίου του ήταν ο Ορθόδοξος αρχιεπίσκοπος του νησιού. Οι αξιωματούχοι της επισκοπής Λευκωσίας, που είχε συγχωνευθεί τυπικά με την επισκοπή Σολίας από το 1260, ήταν διάφοροι και από εκείνους της αρχιεπισκοπής και από εκείνους της Σολίας, όπως βλέπουμε σε πληρεστάτην ἀπόφασιν του 1306 που ομιλεί περί του Λεοντίου ἐπισκόπου Σόλων καί προέδρου πόλεως καί ἐνορίας Λευκουσίας, τοῦ Κύρ Παπᾶ Λέοντος τοῦ Πρέπη καί Χαρτοφύλακος τῆς ἐπισκοπῆς Λευκουσίας, τοῦ θεοφιλεστάτου ἱερέως κυροῦ Λέοντος  Ὁρκωμοσιάτου καί πρωτονοταρίου ἐπισκοπῆς Λευκουσίας καί ἐκπροσώπου τοῦ αὐθέντου ἡμῶν τοῦ δεσπότου, προφανώς του Έλληνα αρχιεπισκόπου Λεοντίου που αναφέρθηκε πριν ως ἐπίσκοπος Σόλων καί πρόεδρος πόλεως καί ἐνορίας Λευκουσίας. Ταυτόχρονα στην ίδια απόφαση αναφέρονται ο θεοφιλέστατος ἱερεύς κυρός Θεόδωρος ὁ  Ἁγιοαθανασίτης καί χαρτοφύλαξ τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου, ὁ θεοφιλέστατος ἱερεύς κυρός Παῦλος καί Πρωτοϊερεύς τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς, ὁ Κυρός Ἰωάννης ἱερεύς καί δευτερεύων τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς ὁ  Ἀμπετελμεσήχ, αλλού απλώς δευτερεύων χωρίς το   Ἀρχιεπισκοπῆς. Από αυτό συνάγουμε ότι και οι επόμενοι άλλοι τέσσερις ιερείς κλπ. ανήκαν κι αυτοί στην αρχιεπισκοπή καθαυτή. Δηλαδή αν και ο επίσκοπος Σολίας, αρχιεπίσκοπος Κύπρου ίσως de facto σιωπηρά κατά τους Λατίνους, de jure κατά τους Ορθοδόξους, έδρευε στη Λευκωσία, ωστόσο ο διοικητικός μηχανισμός της τελευταίας διατηρήθηκε αρκετόν καιρό χωριστά από τον μηχανισμό της αρχιεπισκοπής, που πιθανώς εγκαθιδρύθηκε μετά την κάθοδο του Σολίας στη Λευκωσία μεταξύ 1260 και 1306.

 

Πότε πρέπει να επήλθε, αν επήλθε ποτέ, κάποια συγχώνευση των θεσμών των τριών χωριστών επισκοπικών εδρών δεν γνωρίζουμε. Θεωρούμε πιθανό ότι κάποιου είδους συγχώνευση έγινε μετά την οικοδόμηση της Χρυσοδεητρίας ή Χρυσοδηγητρίας, του ελληνικού καθεδρικού ναού Λευκωσίας, του οποίου το Στιχηράριον δεν αναφέρει την Σολέα αλλά αποκλειστικά ἐπισκοπήν Λευκωσίας (Cod. Paris. Graec. 1589), που την κατέχουν ο Μιχαήλ στα ή πριν τα 1396 -12.1.1402, και από 16.2.1402 ο Ιωάννης Γαλάτης τέως οικονόμος της Οδηγητρίας. Της τελευταίας μόνο οι ἑβδομαδάριοι, οἰκονόμοι, ὁρκωμοσιάται και λοιποί αξιωματούχοι αναφέρονται στο Στιχηράριον (Κυπρ. Σπουδ., ΙΖ', 1953 [1954], σσ. 88 - 92, ΙΘ', 1955 [1956], σσ. 27 - 29). Αλλού αναφέρονται εκκλησιαστικά στελέχη της επισκοπής Σολίας (Σολέας) στη Μαραθάσα (Κυπρ. Σπουδ., ΙΖ', σσ. 88,96 - 99). Λίγο πριν από το 1306, στα 1295 -1296 σε συνοδική πράξη στον κώδικα Διονυσίου 489, που θεωρείται πλαστή, μνημονεύεται ο Μαρίνος (ή αλλού Μάρκος) Καρπασίας, Αμμοχώστου και Κωνσταντίας και αρχιεπίσκοπος Κύπρου, ένδειξη των συνεχιζόμενων αμφισβητήσεων του ποια από τις τέσσερις έδρες που είχαν απομείνει μετά το 1260 θα έπρεπε να διεκδικήσει τον τίτλο της αρχιεπισκοπής.  Προφανώς ο Καρπασίας  -   Αμμοχώστου ήθελε να συνεχίσει τον παλαιό αρχιεπισκοπικό ρόλο του Κωνσταντίας - Αμμοχώστου ωσότου λίγο πριν από και στα 1306 κ.ε. η Λευκωσία - Σολία υπερίσχυσε λόγω προφανώς της ανάγκης να βρίσκεται η ελληνική αρχιεπισκοπή στην πρωτεύουσα, όπου και η αντίστοιχη λατινική (πρβλ. Κ.Π. Κύρρη, Ίστ. τ. Μ. Εκπαίδευσ. Αμμοχώστου 1191 - 1955. Λευκ., 1967, σσ. 7 - 8, 218 -219. J. Darrouzès, στην Revue  des  Études  Byzantines, 37, 1979, σσ. 5 -122 και κυρίως σσ. 39, 53).