Εκκλησία Κύπρου

Σχέσεις με τον βυζαντινό κόσμο- Ελένη Παλαιολογίνα

Ενδιαφέρουσες είναι οι θεολογικές σχέσεις Γεωργίου Λαπίθη* και άλλων Κυπρίων λογίων του 14ου αι. με Βυζαντινούς θεολόγους, μοναχούς, λογίους και ιεράρχες για τις οποίες βλ. λήμματα Αγαθάγγελος Καλλιστράτου και Ακίνδυνος Γρηγόριος. Οι Κύπριοι αντιπαλαμίτες όπως ο Γ. Λαπίθης δρούσαν κατά της ανατολιζούσης φιλοσοφίας του Γρηγορίου Παλαμά, προφανώς υπό την επίδραση του πνεύματος των Φράγκων λογίων του βασιλείου της Κύπρου, ενώ άλλοι Κύπριοι όπως ο Ι. Μαντζάς Αμμοχώστου - Καρπασίας αλληλογραφούσαν με Παλαμίτες, όπως ο τέως αυτοκράτορας Ιωάννης Στ' Καντακουζηνός, ο πατριάρχης Κάλλιστος Α' Κωνσταντινουπόλεως κλπ. Ο τελευταίος, σε γράμμα του προς Κυπρίους, ονόμασε μάρτυρες τα θύματα του επεισοδίου του 1359/1360 κατά το οποίο Κύπριοι επίσκοποι, ανάμεσά τους και ο Ι. Μαντζάς, αναγκάστηκαν να δεχθούν το κουφερμιάρισμα, δηλαδή την επικύρωση της εκλογής τους από τον παπικό ληγάτο Πέτρο Θωμά, για να το αποκηρύξουν ύστερα μέσα σε σκηνές διαμαρτυρίας του πλήθους έξω από την Αγία Σοφία Λευκωσίας. Πολλοί αντιπαλαμίτες εύρισκαν καταφύγιο στην Κύπρο με την βοήθεια των εδώ ισχυρών ομοϊδεατών τους. Όμοια και Ορθόδοξοι μοναστές όπως ο Άγιος Σάββας ο κατά Χριστόν Σαλός βρήκε καταφύγιο στην Κύπρο περιφρονούμενος από τους Λατίνους και θαυμαζόμενος από τους Έλληνες για την αγιότητά του.

 

Οι διωγμοί του 1231 (Κανταριώτες μοναχοί), του 1316, του 1326, του 1359 κλπ. κατά των Ορθοδόξων (εκείνοι του 1359 χωρίς τη θέληση του βασιλιά Πέτρου Α' [1358- 1369]) ενίσχυσαν το ορθόδοξο φρόνημα του λαού και συνέβαλαν στην εισδοχή λειτουργικών, συνοδικών, τελετουργικών και νομικών κειμένων από το Βυζάντιο στη ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας του νησιού, δηλαδή στη στερέωση του βυζαντινού της χαρακτήρα. Η εισδοχή αυτή αρχίζει από τον 13ο αι. - συνεχίζοντας παλαιά παράδοση - μέσω της αυτοκρατορίας της Νικαίας (1204 - 1261), με την οποία οι σχέσεις της Κύπρου ήταν στενές. Χαρακτηριστικές είναι οι δεήσεις και οι πολυχρόνιοι για τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες σε κυπριακά εκκλησιαστικά χειρόγραφα όπως ο Cod. Paris. Craec. 1590, f. 13, του 14ου αι. από τη μονή Φορβίων ( J. Darrouzes, RÉB, 7,1950, σ. 173 και Κυπρ. Σπουδ., 17, 1953, σ. 86).

 

Η αποτυχία της προσπάθειας μυστικής ενώσεως της Κυπριακής Εκκλησίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο στα 1406 - 1412 κράτησε μόνο διοικητικά την Κύπρο μακριά από αυτό, όχι και ψυχικά ∙ η ψυχή της ήταν πάντα βυζαντινή, κι ας υπήρχαν στους κόλπους της και λατινίζοντες, όπως ο Λεμεσού στα 1406, ή επαμφοτερίζοντες όπως ο Μακάριος Αμμοχώστου την ίδια εποχή. Κι αν ο φανατικός καλόγηρος Ιωσήφ Βρυέννιος* απέρριψε τη μυστική ένωση που πρότειναν οι Κύπριοι, οι τελευταίοι δεν την εγκατέλειψαν.

 

Η Ελένη Παλαιολογίνα και ο εξελληνιστικός της ρόλος: Πολύ σύντομα αγνοώντας πολλά ανάλογα προηγούμενα της πρακτικής του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που δεχόταν ως ανάγκη την αποκρυφία, επί Ιωάννη Β' Λουζινιανού (1432 - 1458) οι Έλληνες Κύπριοι είχαν την ευκαιρία να κυβερνηθούν από μια Ελληνίδα βασίλισσα, την Ελένη Παλαιολογίνα, που υπεστήριζε σε σημαντικό βαθμό την Ορθόδοξη Εκκλησία του νησιού, αν και η ίδια   ζούσε στο λατινικό περιβάλλον του παλατιού και των λατινικών Ταγμάτων που το περιστοίχιζαν. Η Ελένη σταμάτησε κάθε διωγμό κατά της Ορθοδοξίας, ακύρωσε την Βούλλα Σύπρια του 1260 και δημιούργησε εστίες ορθόδοξης εκκλησιαστικής και πνευματικής ζωής, όπως η μονή Μαγγάνων στη Λευκωσία. Σ’ αυτή κατέφυγαν μοναχοί από την Κωνσταντινούπολη μετά την άλωσή της από τους Τούρκους (29.5.1453), που την έκαμε να κλάψει βαθιά (Λ. Μαχαιράς παρ. 711). Ο πιο μεγάλος εχθρός της Ελένης, λόγω της φιλορθόδοξης πολιτείας της, ήταν ως το θάνατό του (Φεβρουάριος 1451) ο παπικός ληγάτος Δομινικανός Αντρέα ντα Πέρα, ο οποίος είχε λάβει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί βία κατά των Ελλήνων επισκόπων για να τους υποχρεώσει να είναι πιστοί στον Παπισμό και ν’ αποκηρύξουν την Ορθοδοξία σύμφωνα με τη στάση τους στη σύνοδο της Φλωρεντίας. Ο άλλος θανάσιμος εχθρός της ήταν ο Γαλήσιος ντε Μοντολίφ, παπικός υποψήφιος για τη λατινική αρχιεπισκοπή Κύπρου, στην οποία η Ελένη έκαμε ό,τι μπορούσε για ν’ ανεβάσει έναν Κύπριο. Στο τέλος ο ντε Μοντολίφ υποχρεώθηκε από την Ελένη να φύγει από την Κύπρο (1447). Παράλληλα η Ελένη προσπάθησε να διορίσει τον αδελφό της Θωμά καρδινάλιο, αλλά αυτός δολοφονήθηκε από τον Ιάκωβο Νόθο σ’ αντίποινο για τον ρόλο του στον θάνατο του συζύγου της αδελφής του Καρλόττας στα 1456. Όταν πέθανε η Ελένη τάφηκε στο μοναστήρι των Δομινικανών εναντίον της θέλησής της, που ήταν να ταφεί στα αγαπημένα της Μάγγανα (11.4.1458).

 

Ιάκωβος Β' ο Νόθος: Παρόλο που ο Ιάκωβος Β', διορισμένος πρώτα από τον πατέρα του Λατίνος αρχιεπίσκοπος Κύπρου σε ηλικία 16 χρόνων, γρήγορα έγινε βασιλιάς του νησιού (1464 -1473) αφού υπερίσχυσε της Καρλόττας, δεν φαίνεται να ευνόησε εκκλησιαστικά άμεσα τους Έλληνες της Κύπρου, ούτε οι «μεταρρυθμίσεις» του βοήθησαν στη βελτίωση της ζωής των Ελλήνων Κυπρίων δουλοπαροίκων. Οι όροι όμως παραδόσεως της Αμμοχώστου από τους Γενουάτες σ’ αυτόν στα 1464, ύστερα από κατοχή 91 χρόνων, περιλάμβαναν την ελεύθερη άσκηση των καθηκόντων τους και από τον Έλληνα και από τον Λατίνο επίσκοπο της πόλης ∙ πράγμα που σημαίνει ότι δεν έπαψαν και οι δυο να κατέχουν την έδρα τους στην πόλη σ’ όλο το διάστημα από το 1373, όπως και στη Λευκωσία εξακολουθούσε να εδρεύει ο Σολίας - Λευκωσίας (στα 1458 - 1473 ο Νικόλαος πίσκοπος ὁ Ρωμαῖος).

 

Στα 1472 ο πάπας Σίξτος Δ' αναφέρει «παρανομίες» που διέπρατταν οι Έλληνες επίσκοποι, όπως ο Σολίας στη Λευκωσία, και τους απαγορεύει να ασκούν οποιαδήποτε δικαιοδοσία στις πόλεις - πράγμα που σημαίνει ότι ασκούσαν ελκύοντας και Λατίνους, όπως μας διδάσκει η περίπτωση του Πέτρου ντε Μανάτιις Λεμεσού (1458).

  Κ.Π.ΚΥΡΡΗΣ