Εκκλησία Κύπρου

Η συνύπαρξη και αμοιβαία ανοχή Λατινικής και Ορθόδοξης εκκλησίας (15ος αι. κ.ε.)

Η απόφαση της συνόδου της Φλωρεντίας (1439) για ένωση των Εκκλησιών ευνοούσε αυτή την εξέλιξη. Χαρακτηριστική του πόσο επικίνδυνη για τη Λατινική Εκκλησία και πόσο ευνοϊκή για την Ορθόδοξη φαίνεται ότι ήταν η «ένωση» εκείνη από μερικές απόψεις, είναι η διαταγή του πάπα Νικολάου Ε' στις 3 Αυγ. 1447 στον Δομινικανό Αντρέα ντα Πέρα, Λατίνο αρχιεπίσκοπο Ρόδου που απέστειλε ως ληγάτο στην Ανατολή, να διαψεύδει τους ισχυρισμούς των Ελλήνων επισκόπων Ρόδου, Κύπρου και άλλων μερών, ότι στη Φλωρεντία οι αντιπρόσωποί τους είχαν αρνηθεί να δεχθούν το λατινικό δόγμα, αλλά αντιθέτως οι Λατίνοι είχαν υποχρεωθεί να ασπασθούν το ελληνικό. Στα 1441 ωστόσο μερικοί Κύπριοι ιεράρχες, αντίθετα προς τον πιο πάνω ισχυρισμό, παραπονούνταν ότι οι Λατίνοι δεν τηρούσαν τα συμφωνημένα στη Φλωρεντία, και στα 1447 άλλοι απαιτούσαν από τους Λατίνους συναδέλφους τους μερίδιο από τα κέρδη των γαμήλιων τελετών, των κηδειών, των λιτανειών κλπ. ως προϋπόθεση για άρση των αμφισβητήσεων για την εγκυρότητα της ενώσεως, και ο πάπας Ευγένιος διέταξε να γίνει σχετική έρευνα.

 

Οι κοινές λατρευτικές εκδηλώσεις και τελετές έγιναν κάτι το όχι ασυνήθιστο στα τέλη του 15ου αι. Στα 1473 ο Φέλιξ Φάμπερ διαπιστώνει ότι ένας ιερέας λειτουργούσε σε δυο εκκλησίες, μια ελληνική και μια λατινική στο Σταυροβούνι. Στο δεύτερο κλίτος της ορθόδοξης εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη Λαμπαδιστή στον Καλοπαναγιώτη, κτίστηκε λατινικό παρεκκλήσι για το λατινικό ποίμνιο της περιοχής, και οι τοιχογραφίες του έχουν ισχυρή ιταλική επίδραση. Πρόκειται για τον τύπο του δίκλιτου ναού που συναντάται στο Αιγαίο, στην Πελοπόννησο και στην Κύπρο του εσχάτου Μεσαίωνα. Το λατινικό κλίτος ήταν συνήθως το μισό του ορθοδόξου, που καλυπτόταν με βυζαντινό τρούλλο λόγω της αριθμητικής υπεροχής των Ελλήνων πιστών. Η συνύπαρξη των δυο δογμάτων στην ίδια εκκλησία ήταν η αρχιτεκτονική έκφραση της ισοτιμίας τους όπως την διατυπώνει ο Κύπριος χρονογράφος του Μεσαίωνα Λεόντιος Μαχαιράς στο Χρονικόν του, που παρά την προσήλωσή του στους Λουζινιανούς βασιλιάδες της Κύπρου, τους οποίους ο Λεόντιος, όπως και αρκετοί άλλοι Έλληνες της τάξης του, υπηρετούσαν ως διπλωμάτες, αυλικοί, κλπ., ωστόσο στο βάθος είχαν ορθόδοξη σκέψη και συνείδηση.