Εκκλησία Κύπρου

Θρησκευτικό θέατρο και άλλες επαφές

Άλλος τομέας επαφής των δυο Εκκλησιών, Λατινικής και Ορθόδοξης, ήταν και εκείνος του θρησκευτικού θεάτρου. Γύρω στα 1319 ο Κύπριος ποιητής πριμμικήριος τῶν κατά Κύπρον ταβουλαρίων Κωνσταντίνος Ευτελής Αναγνώστης συνέθεσε και αντέγραψε στον κώδικα 367 Palatinum Graecum ένα θρησκευτικό δράμα, που ένας εκδότης του (ο Σπυρ. Λάμπρος) ονόμασε Κυπριακές σκηνοθετικές διατάξεις κι ένας άλλος (ο August Mahr) Cyprus Passion Cycle (1947). Κατά τον Baud-Bovy το έργο αυτό ήταν πιθανώς πειραματική προσπάθεια εγκλιματισμού των δυτικών «μυστηρίων» σε ελληνικό έδαφος και καταπολέμησης της λατινικής θρησκευτικής προπαγάνδας με τα δικά της όπλα, το θρησκευτικό θέατρο. Παρόλα αυτά, το κυπριακό αυτό δράμα δεν είναι δουλική μίμηση των μυστηρίων της δυτικής Ευρώπης, αλλά δημιουργική πρωτότυπη σύνθεση βασισμένη στη βυζαντινή ομιλητική φιλολογία, στις Γραφές, στα Απόκρυφα Ευαγγέλια, στη λαϊκή ποίηση, στους Θρήνους της Παναγίας και άλλες πηγές. Αμφισβητείται αν ποτέ παρουσιάστηκε από σκηνής όπως γίνεται υπαινιγμός στο προοίμιό του (W. Puchner, στην Επετηρίδα του Κ.Ε.Ε., XI, 1981 - 1982, σσ. 224 - 233 και XII, 1983, σσ. 87 - 107). Είναι όμως ένας από τους κρίκους αμοιβαίας επαφής και αλληλεπιδράσεως των δυο Εκκλησιών στην Κύπρο επί Φραγκοκρατίας μαζί με αρκετές άλλες σχετικές εκδηλώσεις (C.P. Kyrris, History of Cyprus, 1985, σσ. 241 242 και ευρύτερα σσ. 228 - 241). Λεπτομερείς περιγραφές των επαφών αυτών μας δίνουν οι χρονογράφοι και άλλες πηγές της εσχάτης Βενετοκρατίας (1489 - 1570), π.χ. ο Στέφανος Λουζινιανός (Chorograffia, 1571,f 19): λιτανείες Καθολικών και Ορθοδόξων αλλά και άλλων «αιρετικών» με στολές γιορταστικές κατά την ημέρα του αγίου Μάρκου. Σ’ αυτές μετείχαν μοναχοί, μοναχές, ιερείς, επίσκοποι και πλήθη λαού, κάθε έθνος ψάλλοντας στη γλώσσα του. Ακολουθούσαν Λατίνοι ιερείς και εφημέριοι με τον αρχιεπίσκοπο, και τέλος ο βασιλιάς φορώντας στέμμα προ του 1489, ενώ μετά το 1489 το τριμελές Regimento (κυβερνητικό συμβούλιο) της Κύπρου.

 

Κατά το 1507 ο Pierre Mesenge είδε στον καθεδρικό ναό του Αγίου Νικολάου στην Αμμόχωστο, όπου λειτουργούσε σχολείο, κληρικούς να λειτουργούν λατινικά, αν και Έλληνες στην εθνικότητα. Μεγάλα σπουδάσια, δηλαδή σχολεία, γυμνάσια για Έλληνες και Λατίνους σπουδαστές υπήρχαν στην Αμμόχωστο, στην Πάφο, στη Λευκωσία κ.α. Σ’ ένα απ' αυτά σπούδασε ο Σολομών Ροδινός (πέθανε το 1586), πατέρας του Νεοφύτου Ροδινού*, γνωστού εκκλησιαστικού συγγραφέα και θεολόγου στην υπηρεσία της Propaganda Fide.

 

Παρά την ανισότητα των εισοδημάτων των δυο Εκκλησιών - 1 προς 8 υπέρ της Λατινικής - η Ορθόδοξη Εκκλησία όσο πλησιάζει η Τουρκοκρατία ενισχύεται περισσότερο, αν και η εξάρτηση από τη Λατινική Εκκλησία τώρα μετατρέπεται κάποτε σε σχέση δωροδοκίας προς τις βενετικές αρχές. Π.χ. στα 1510 επίσκοπος Αμμοχώστου αναδείχθηκε ο Παπά - Ανδρέας αντί του Παπά - Συμεών που υποστήριζε η Αικατερίνη Κορνάρο, τέως βασίλισσα της Κύπρου από την τιμητική εξορία της στο Άσολο, διότι ο Παπά - Ανδρέας πρόσφερε γενναίο ποσόν στην Σιγνορίαν! Πόσο δυνατή είχε γίνει, ωστόσο, στο μεταξύ η Ορθόδοξη Εκκλησία στο νησί φαίνεται από το ότι ο διδάσκαλος Ιάκωβος Διασσωρίνος* χρησιμοποιεί στην αντιβενετική προπαγάνδα του ως όπλο και την προσήλωσή του στην Ορθοδοξία, γι’ αυτό κι οι Βενετοί τον κατηγόρησαν και για συνωμοσία κατά της Καθολικής Εκκλησίας. Δεν μπορεί, όμως, να βεβαιωθεί αν εν γνώσει ή και με τη συναίνεση του Έλληνα αρχιεπισκόπου - πιθανώς τότε (1561 -1563) την θέση κατείχε ο γέροντας Συμεών, που στα 1570 βοήθησε ενεργά στην οχύρωση της Λευκωσίας - και των άλλων επισκόπων και ιεραρχών, ο ανώνυμος Κύπριος μοναχός χρησιμοποιήθηκε από τον Κρητικό επαναστάτη ως αγγελιαφόρος του προς τον εξάδερφό του Ιάκωβο Βασιλικό δεσπότη - βοεβόδα Μολδαβίας. Στην άμυνα της Λευκωσίας εναντίον των Τούρκων πήραν μέρος ο επίσκοπος Κουρίου Φλακκί (Φλαγγίνης;) και ο επίσκοπος Πάφου Κωνσταντίνος που σκοτώθηκαν κατά την άλωση της πόλης, όπως ο Λατίνος επίσκοπος Πάφου Φραγκίσκος Κονταρίνι, που ενθάρρυνε τους υπερασπιστές της Λευκωσίας με τις έξοχες, ενθουσιώδεις ομιλίες του και το παράδειγμά του, και που επίσης με δικά του έξοδα οδήγησε φάλαγγα ανδρών στη μάχη.  

 

Ο Έλληνας επίσκοπος Λεμεσού - Κουρίου κατά μια εκδοχή αιχμαλωτίστηκε, μαζί με άλλους Λατίνους κληρικούς. Σκοτώθηκαν επίσης πολλοί Ορθόδοξοι κληρικοί, μοναχοί και μοναχές στις μάχες της Λευκωσίας. Η κυριότερη μάχη στην οποία διεκρίθησαν περισσότερο οι Έλληνες κληρικοί και μοναχοί ήταν εκείνη της 9.9.1570, η τελευταία της πολιορκίας της πρωτεύουσας, στην περιοχή του ελληνικού καθεδρικού ναού, δηλαδή της Χρυσοδεητρίας. Η ερρωμένη αντίσταση των εκεί πολλών Ελλήνων μοναχών και ιερέων, με επικεφαλής τους δυο επισκόπους που αναφέραμε ότι σκοτώθηκαν, κατέληξε στη σφαγή τους. Δηλαδή η ελληνική Εκκλησία της Λευκωσίας υπεράσπισε το βενετικό καθεστώς με ηρωισμό. Μπροστά στον κοινό κίνδυνο οι δογματικές διαφορές των δυο χριστιανικών Εκκλησιών, που είχαν ήδη απαμβλυνθεί από καιρό στην καθημερινή ζωή των δυο ποιμνίων, λησμονήθηκαν και κυριάρχησε η ταύτιση και το πνεύμα της αντίστασης, εξ αρχής προδομένης από τα στρατηγικά λάθη του Νικολάου Δάνδολου, κυβερνήτη του νησιού. Άλλοι όμως Έλληνες κληρικοί και μοναχοί, που ήταν έξω από τις πολιορκούμενες πόλεις, βοήθησαν τους Τούρκους εκούσια ή ακούσια. Π.χ. ο τυφλός μοναχός Νικόδημος από την Κέρκυρα, που συνελήφθη από τους Τούρκους, στάληκε στη Λευκωσία με γράμμα που καλούσε τους υπερασπιστές να παραδοθούν. Στα Λεύκαρα, όπου προβλήθηκε αντίσταση αλλά τελικά οι κάτοικοι παραδόθηκαν από μίσος κατά των Βενετών και από το φόβο των Τούρκων, οι τελευταίοι οδηγήθηκαν από Έλληνα ιερέα (Ιούλιος 1570). Δυο γυναίκες προσπάθησαν να σώσουν τον Τίμιο Σταυρό, που μετά από πρόσκαιρη απώλεια ξαναβρέθηκε με «θαύμα». Αρκετά από τα βυζαντινά χειρόγραφα, ευαγγέλια κ.α. κείμενα, που φυλάσσονταν στα Λεύκαρα ως αγροτική έδρα του επισκόπου Κιτίου, Κουρίου, Λεμεσού και Αμαθούντος επί Φραγκοκρατίας και Βενετοκρατίας, σώθηκαν και μελετήθηκαν από το Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (βλ. Επετηρίδα, XII, 1983, σσ. 185194 υπό Κ.Ν. Κωνσταντινίδη). Στην τελική επίθεση κατά της Λευκωσίας (9.9.1570) ένας Κύπριος φράρος, πιθανώς Λατίνος το δόγμα, που παραδόθηκε, στάληκε στους ανθισταμένους να τους υποσχεθεί εκ μέρους του Τούρκου αρχιστράτηγου Λαλά Μουσταφά ασφάλεια. Ενώ η λατινική Αγία Σοφία έγινε τζαμί, η Χρυσοδεήτρια εγκαταλείφθηκε και λόγω του ότι είχε υποστεί μεγάλες ζημιές από τους βομβαρδισμούς, όπως κι άλλες εκκλησίες ορθόδοξες και λατινικές στη Λευκωσία, κατά την σπαρακτική περιγραφή του Θρήνου το αἰχμαλωτισμοῦ τῆς Κύπρου από άγνωστο αυτόπτη των γεγονότων της Λευκωσίας (Κυπρ. Χρον., Γ΄, 1925, και Ἐπετηρίς, VII). Στην Αμμόχωστο ο  Έλληνας και ο Λατίνος επίσκοπος πρόσφεραν βοήθεια στην άμυνα πολλαπλή: στις 29 Ιουνίου οι δυο επίσκοποι κρατώντας τον Εσταυρωμένο στα χέρια τους, μαζί και οι γυναίκες, συνέβαλαν στην άμυνα (Κ.Π. Κύρρη, Ἱστ. τ. Μεσ. Ἐκπαιδ. Αμμοχώστου 1191-1955, 1967, σσ. 220- 221).

 Κ.Π.ΚΥΡΡΗΣ