Εκκλησία Κύπρου

Βρετανική περίοδος (1878 - 1960)

Οι Βρετανοί κατάργησαν την ουσιαστική αφορολογησία της Εκκλησίας, τα δικαστικά δικαιώματά της σε θέματα οικογενειακού δικαίου, ελάττωσαν την αντιπροσώπευση της Εκκλησίας ex οfficio στα διάφορα διοικητικά συμβούλια, την προστασία των κληρικών από σύλληψη και τιμωρία ταπεινωτική για το σχήμα τους (1879 κ.ε.), και προπάντων την κρατική συνοδεία και υποστήριξη των εισπρακτόρων της Εκκλησίας στη συλλογή των κανονικών δοσιμάτων, ζητειών, λειτουργικών δικαιωμάτων και του προσωπικού φόρου 3 1/2 γρόσια από κάθε πιστό της Εκκλησίας, κι αυτό κατά παράβαση του ενθρονιστηρίου βερατίου του 1865 προς τον Σωφρόνιο, που ακόμη ίσχυε μια και η Κύπρος δεν ανήκε κατά κυριαρχία στη Μεγάλη Βρετανία. Έτσι τα έσοδα των μητροπόλεων μειώθηκαν πολύ, στο ένα τρίτο των προ του 1878. Γι’ αυτό η Εκκλησία αναγκαστικά περιόρισε τις εισφορές της για την εκπαίδευση και τη φιλανθρωπία. Οι διάδοχοι όμως του πρώτου Άγγλου αρμοστή σερ Γκάρνετ Γούλσλεϋ φέρθηκαν πιο φιλικά στον αρχιεπίσκοπο Σωφρόνιο και έδειξαν εκτίμηση στον Κιτίου Κυπριανό, πολιτική φυσιογνωμία του τόπου ως τον θάνατό του (1888). Ο Κυπριανός είχε διατυπώσει πιο ακραίες εθνικές θέσεις στην προσφώνησή του προς τον σερ Γκάρνετ κατά την πρώτη επίσημη υποδοχή του στη Λάρνακα παρά ο Σωφρόνιος, ο οποίος τόνιζε την εθνική καταγωγή και το ελληνικό φρόνημα του ποιμνίου του και τις αξιώσεις του για ελευθερία, που σήμαινε την ένωση με την Ελλάδα. Ο Σωφρόνιος πρωταγωνίστησε σ’ όλες τις εθνικές πολιτικές εκδηλώσεις του τόπου ως τον θάνατό του, όπως στην υποβολή των δυο υπομνημάτων προς τη βρετανική κυβέρνηση για ένωση και βελτιώσεις στο Σύνταγμα (οι Τούρκοι απεχώρησαν από τη σύνταξη του υπομνήματος του 1895 διαφωνώντας με την ένωση). Ο Σωφρόνιος δεχόταν, ωστόσο, τη συνεργασία με τους Άγγλους ως ανάγκη επιβιώσεως των Ελληνοκυπρίων, αποφεύγοντας να τους προκαλέσει, σ’ αυτό ακολουθώντας την μετριοπαθή προσαρμοστική νοοτροπία που είχε επικρατήσει επί Τουρκοκρατίας και διακατείχε τις γενιές που είχαν ανδρωθεί στη διάρκειά της, ιδιαίτερα στην πρωτεύουσα Λευκωσία, το κέντρο της τουρκικής παρουσίας και αυθαιρεσίας. Η κυριότερη παράλειψη, ωστόσο, του Σωφρονίου και αρκετών άλλων ιεραρχών της περιόδου 1878 - 1955 ήταν η αδυναμία τους να συλλάβουν σε ιστορική προοπτική το ουσιώδες θέμα των Λινοβαμβάκων* και να διευκολύνουν την επάνοδό τους στην πατρώα θρησκεία και εθνικότητα, από την οποία μόνο φαινομενικά είχαν αποσκιρτήσει επί Τουρκοκρατίας ∙ απεναντίας, τους παραμέλησαν ή ενεργά τους απέρριψαν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αντίθετα προς την Παπική Εκκλησία που εγκατέστησε αποστολή στη Λεμεσό για να επαναφέρει τους Λινοβάμβακους στον Καθολικισμό.

 

Το αρχιεπισκοπικό ζήτημα, ο χαρακτήρας και οι συνέπειές του: Το αρχιεπισκοπικό ζήτημα* (1900 - 1910) που προέκυψε μετά τον θάνατο του Σωφρονίου (Μάιος 1900) δεν ήταν απλώς μια έριδα διαδοχής, αλλά σύγκρουση δυο νοοτροπιών και ιδεολογιών με βαθιές ρίζες: του εχθρού των ακροτήτων, προσαρμοστικού στις νέες συνθήκες συντηρητισμού των παλαιών ηγετικών κύκλων της Λευκωσίας, συνεχιστή σε κάποιο βαθμό της οθωμανικής προελεύσεως ιδεολογίας του Σωφρονίου, και του ανυποχώρητου ριζοσπαστικού νεοαστικού ενωτικού εθνικιστικού φιλελευθερισμού της Λάρνακος και της Λεμεσού, που εξαπτόταν από τους μασώνους και τους Ελλαδίτες μετοίκους πολιτικούς (Νικόλαο Καταλάνο, Φίλιο Ζαννέτο    κλπ.) και άλλους ομόφρονες Κυπρίους. Ο Κύριλλος (Κυριλλάτσος) Κιτίου, που τελικά θα αναλάβει τον αρχιεπισκοπικό θρόνο στα 1910, ήταν θείος του Μακαρίου Β' Μυριανθέως (Αύγουστος 1947 - 28.6.1950), και εξέφραζε όπως και ο ανεψιός του το πιο αδιάλλακτο ενωτικό ρεύμα στον τόπο, ασυμβίβαστο πέραν και ασχέτως κάθε γεωπολιτικής πραγματικότητας. Από το αρχιεπισκοπικό ζήτημα κινδύνευε το αυτοκέφαλον της Κυπριακής Εκκλησίας, αφού στα 1908 ο Κύριλλος (Κυριλλούδιν) Κυρηνείας εξελέγη συνοδικώς στην Κωνσταντινούπολη παμψηφεί αρχιεπίσκοπος, για να απαγορευθεί από τον Βρετανό μεγάλο αρμοστή (28.3.1908) η ενθρόνιση και η είσοδός του στο αρχιεπισκοπικό μέγαρο, και να θεσπισθεί στις 25.5.1908 από το Νομοθετικό Συμβούλιο Νόμος περί Αρχιεπισκοπικής Εκλογής που συνέταξε ο αρχιμανδρίτης Ιεροσολύμων Μελέτιος Μεταξάκης, μετέπειτα Κιτίου. Με βάση το Νόμο αυτό στις 8.4.1909 ο Κυριλλάτσος εξελέγη αρχιεπίσκοπος, χωρίς συμμετοχή στη ψηφοφορία των Κυρηνειακών, γιατί θεωρούσαν νόμιμα εκλελεγμένο το Κυριλλούδιν, που στην τελική διευθέτηση που επήλθε υπέβαλε στις 18.2.1910 την παραίτησή του στον οικουμενικό πατριάρχη και δεχόταν από τον Κυριλλάτσο, ως νόμιμο πλέον αρχιεπίσκοπο, τον τίτλο του Μακαριωτάτου Προέδρου Κυρηνείας- έμμεση αναγνώριση της εκλογής του 1908.

 

Διάδοχος του Κυριλλάτσου στον θρόνο Κιτίου ήταν ο ρέκτης και λόγιος μητροπολίτης Μελέτιος Μεταξάκης, Κρητικός, φίλος του Ελευθερίου Βενιζέλου, από το 1918 αρχιεπίσκοπος Αθηνών και από 24.1.1922 ως 20.9.1923 οικουμενικός πατριάρχης, και από 1926 ως 1935 πατριάρχης Αλεξανδρείας. Διάδοχός του στον θρόνο Κιτίου ήταν ο αντάξιός του Νικόδημος Μυλωνάς (1918 - 1931), ο σημαντικότερος, σωφρονέστερος, πολιτικότερος και λογιότερος Κύπριος επίσκοπος της Αγγλοκρατίας, ασχέτως αν κατά τον Οκτώβριο του 1931 (τα γνωστά Οκτωβριανά*) εξωθήθηκε από τις περιστάσεις που δημιουργήθηκαν κυρίως από τους αδιάλλακτους Κυρηνειακούς και την Εθνικήν Ριζοσπαστικήν Ένωσιν Κύπρου* στο κίνημα κατά των Άγγλων που άνοιγε το δρόμο προς την βίαιη αντιμετώπιση της Αγγλοκρατίας, αντίθετα προς τις πραγματικές του πολιτικές πεποιθήσεις που συγγένευαν προς εκείνες του αρχιεπισκόπου Κυρίλλου Γ' Βασιλείου (1916-1933) και του Σωφρονίου και συνοδεύονταν από ευρύτατο προοδευτικό - αναμορφωτικό πνεύμα με δεσμούς προς ριζοσπαστικές κοινωνικές ιδέες. Η επισκοπεία του Νικοδήμου (που ως βουλευτής στο Νομοθετικό Συμβούλιο εκφώνησε μερικούς από τους σημαντικότερους πολιτικούς λόγους της εποχής του, βαθύτατες δημοσιονομικές και οικονομικοκοινωνικές αναλύσεις που οι Βρετανοί πολύ υπολόγιζαν και φοβούνταν), συνέπεσε περίπου προς την αρχιεπισκοπεία του σημαντικότερου ίσως αρχιεπισκόπου της Αγγλοκρατίας και κατά βάση εν πολλοίς ομοϊδεάτη του Κυρίλλου Γ' Βασιλείου (24.11.1916 -16.11.1933), ανδρός σεμνού, μετριοπαθούς και ισορροπημένου, μοναστικού, φιλόμουσου και αντίθετου προς την επίδειξη και την κοσμικότητα. Όπως ο Μελέτιος Μεταξάκης εξέδωσε στη Λάρνακα τον Ἐκκλησιαστικόν Κήρυκα (1910 -1918), ο Κύριλλος Γ' εξέδωσε στη Λευκωσία τον Ἀπόστολον Βαρνάβαν (1918 - 1924, 1929 - 1936 και κατόπιν Γ΄ περίοδος ως σήμερα). Στα 1917 η Ιερά Σύνοδος (ο Κύπρου Κύριλλος, ο Πάφου Ιάκωβος [Αντζουλάτος, Πάτμιος], ο Κιτίου Μελέτιος [Μεταξάκης] και ο Κυρηνείας Μακάριος [ο μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Μακάριος Β'- Μυριανθεύς]) εκδίδει τον Κανονισμόν το Παγκυπρίου Ἱεροδιδασκαλείου που είχε ιδρύσει στη Λάρνακα στα 1910 ο Μελέτιος Μεταξάκης, ἂρτι δέ [1917] Παγκύπριον προσλαβόν καί ἰδιότητα καί ὀνομασίαν «Ἱεροδιδασκαλεῖον» και που διατελεῖ  ὑπό τήν ἀνωτάτην ἐπίβλεψιν καί διακυβέρνησιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου... ἐφορεύεται δέ ὑπό Συνοδικῆς κατά διετίαν διοριζομένης ἐπιτροπείας... κληρικῶν (σ. 3). Στα 1917 εξεδόθη ο Εἰδικός Κανονισμός Ἐνοριακῶν Διαχειρίσεων και στα 1929 Καταστατικός Χάρτης τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, που είχε αρχίσει να συντάσσεται στα 1924, σε αντικατάσταση του Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἁγιωτάτης  Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, που είχε εκδοθεί στα 1914 επί Κυρίλλου Β' από την Ιερά Σύνοδο αλλά τώρα θεωρήθηκε ανεπαρκής κυρίως στα άρθρα για την εκκλησιαστική περιουσία και τα οικονομικά, των οποίων η λαϊκή εποπτεία τώρα αυξήθηκε. Αν και σύμφωνα προς την προσεκτική πολιτική του Κυρίλλου Γ' επιδιώχθηκε η πολιτειακή κύρωση του νέου Καταστατικού Χάρτη, για να γίνουν σεβαστές οι διατάξεις του, ωστόσο αυτό δεν έγινε λόγω της εξεγέρσεως του 1931 που οδήγησε στη διάλυση της Ιεράς Συνόδου, και στην μη εφαρμογή του Καταστατικού Χάρτη του 1929. Αντ’ αυτού εξακολούθησε να ισχύει ο Καταστατικός Χάρτης του 1914 της εποχής του Κυρίλλου Β' για τον οποίο η Εκκλησία ουδέποτε είχε ζητήσει πολιτειακή κύρωση, θεωρώντας τον εαυτό της νομικόν πρόσωπον ἰδιωτικοῦ δικαίου- όπως εξυπακούεται από το άρθρο 94 του Καταστατικού Χάρτη του 1914 καθώς και τα σχετικά προς αυτό άρθρα 95 - 132 που αποτελούν το κεφάλαιο Ζ', Ἐκκλησιαστική Οἰκονομική Διαχείρισις (ασ. 25 - 36). Παράλληλα όμως οι νομοθετικές και διοικητικές πράξεις της Εκκλησίας, οι αποφάσεις των εκκλησιαστικών δικαστηρίων για κάθε ζήτημα (οικογενειακό δίκαιον κλπ.) και οι γάμοι που τελέστηκαν μόνο με ιερολογία αναγνωρίζονταν από το κράτος που αποδέχθηκε στους τομείς αυτούς το καθεστώς που ίσχυε επί οθωμανικής κυριαρχίας. Αυτό αναγνωρίστηκε και στο Νόμο του 1935, άρθρο 50 §1 - §3, στην εποχή της δικτατορίας του σερ Ρίτσμοντ Πάλμερ (την γνωστή Παλμεροκρατία). Ο Κύριλλος Γ' βασικά αγνόησε, όπως και ο Σωφρόνιος, τους Λινοβαμβάκους, για την επάνοδο των οποίων είχε εργαστεί πολύ στα τέλη του 19ου αι. κυρίως ο Κυρηνείας Χρύσανθος Ιωαννίδης -Λαδάς. Μερίμνησε όμως για τον κλήρο, την φιλανθρωπία και προπάντων τα γράμματα, οργανώνοντας τη βιβλιοθήκη και τα χειρόγραφα της Αρχιεπισκοπής διά του ανεψιού του Κυρίλλου Β', Κωνσταντίνου Μυριανθοπούλου, ιδρύοντας τον Φιλολογικόν Διαγωνισμόν Κυρίλλου Βασιλείου, μετακαλώντας τον καθηγητή Γ. Σωτηρίου για τη μελέτη των βυζαντινών μνημείων της Κύπρου, εισάγοντας την οικουμενική κίνηση στην Κύπρο (1927), ανοίγοντας διάλογο με τους Παλαιοκαθολικούς και τους Αγγλικανούς (1930, 1931) κλπ.

 

Η έκδοση των Κυπριακών Χρονικών, επιστημονικού -φιλολογικού - ιστορικού - λαογραφικού περιοδικού στη Λάρνακα (1922 -1937) από επιτροπή εμψυχωνόμενη από τον Λιμνιώτη στην καταγωγή Νικόδημο Μυλωνά υπήρξε ουσιώδης συμβολή της Εκκλησίας στον πολιτισμό του τόπου επί Κυρίλλου Γ ' (από το Πραστειό Μεσαορίας, ας σημειωθεί η μεσαρίτικη καταγωγή και των δυο), του οποίου η αντιπάθεια για τις συναλλαγές και τις υποκριτικές δοσοληψίες θυμίζει την αυστηρή ριζοσπαστική, νεωτεριστική κοινωνική φιλοσοφία του Νικοδήμου, που καταφέρεται κατά των τοκογλύφων, των κοινοτικών αρχόντων (= μουκτάρηδων) και των κομματαρχών, υποστηρίζοντας τους προοδευτικούς μοντέρνους δασκάλους που διδάσκουν καινά δαιμόνια - ταμιευτήρια, συνεταιρισμούς, γεωργικές τράπεζες. Ο Νικόδημος όπως και ο πρωτοπόρος προοδευτικότατος οικονόμος της Αγίας Τριάδος Λεμεσού Σολομών Παναγίδης, Χριστιανός σοσιαλιστής, θαυμαστής του Μεταξάκη και απόφοιτος του Ιεροδιδασκαλείου του, είχαν στη νεότητά τους υποστεί την επίδραση του Μαρξισμού- ο Νικόδημος μάλιστα διατηρούσε για μακρό διάστημα προσωπικές σχέσεις με Μαρξιστές όπως ο Λεωνίδας Παυλίδης (αλληλογραφούν στα 1923 -1924). Εξίσου σημαντική ήταν και η προσωπικότητα του οικονόμου Λάρνακος Ιωάννη Μακούλη, λογίου και συγγραφέως σημαντικών έργων.

 

Η τοποτηρητεία του Πάφου Λεοντίου (16.11.1933 - 20.6.1947) και η αρχιεπισκοπεία του (20.6.1947 -26.7.1947) συμπίπτουν προς περίοδο κρίσιμη για την Κύπρο, κατά την οποία η δικτατορία του Πάλμερ και οι ζυμώσεις του Β' Παγκοσμίου πολέμου οδήγησαν στην έξαρση του ενωτικού κινήματος ως της κυρίας πλέον μορφής του απελευθερωτικού αγώνα του κυπριακού Ελληνισμού, που εντάθηκε επί Μακαρίου Β' (1947- 1950) και Μακαρίου Γ' ( 1950 - 1977). Στα διλήμματα και στις αποφάσεις που ελήφθησαν τότε, καθώς και σ’ ολόκληρο το πλέγμα των μετέπειτα εξελίξεων ουσιώδης υπήρξε και είναι ο ρόλος της Εκκλησίας, θετικός ή αρνητικός ή ανάμεικτος.

 

Κ.Π. ΚΥΡΡΗΣ