Εκκλησία Κύπρου

Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ' και το εθνικό θέμα

Επί αρχιεπισκοπείας του Μακαρίου Γ' (1950 κ.ε.), η Εκκλησία της Κύπρου, αναδιοργανωμένη και στελεχωμένη από το 1947-8, ανέλαβε και χειρίστηκε σχεδόν αποκλειστικά το εθνικό θέμα της απελευθέρωσης του νησιού από τον αγγλικό ζυγό. Ο προκαθήμενος της Κυπριακής Εκκλησίας, πολιτικός αρχηγός του κυπριακού Ελληνισμού με την ιδιότητα του εθνάρχη, χειρίστηκε τα πολιτικά πράγματα ενώ ταυτόχρονα οργάνωσε, μεθόδευσε, χρηματοδότησε και συντήρησε τον τετραετή ένοπλο απελευθερωτικό αγώνα του 1955-59.

 

Οι πολιτικοί χειρισμοί και ο ένοπλος αγώνας οδήγησαν στην ανεξαρτησία της Κύπρου, οπότε ο προκαθήμενος της Κυπριακής Εκκλησίας εξελέγη και πρώτος πρόεδρος του νέου κράτους, διατηρώντας ταυτόχρονα και την ιδιότητα του εθνάρχη αφού θεωρήθηκε ότι ο τελικός σκοπός που είχε τεθεί, δηλαδή η ένωση του νησιού με την Ελλάδα, δεν είχε ακόμη πραγματοποιηθεί.

 

Η άσκηση από τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ' της εκκλησιαστικής και ταυτόχρονα της πολιτικής εξουσίας στη Δημοκρατία της Κύπρου δεν παραξένεψε κανένα, είτε εντός είτε εκτός Κύπρου. Η ανάληψη της προεδρίας από ένα αρχιεπίσκοπο θεωρήθηκε μια φυσιολογική συνέχεια του ρόλου τον οποίο διαδραμάτιζαν οι ιεράρχες, ως ηγέτες του υπόδουλου Ελληνισμού. Μόνο μετά το 1970, όταν η ελληνική στρατιωτική χούντα των Αθηνών άρχισε να μεθοδεύει τρόπους για να πλήξει τον Κύπριο πρόεδρο, δημιουργήθηκε για πρώτη φορά ζήτημα κατά πόσο ο αρχιεπίσκοπος εδικαιούτο να κατέχει ταυτόχρονα και κοσμικό αξίωμα. Οι υπόλοιποι Κύπριοι ιεράρχες (οι τρεις μητροπολίτες) υποκινούμενοι από το καθεστώς των Αθηνών, αξίωσαν την άμεση παραίτηση του Μακαρίου, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σοβαρότατη κρίση στους κόλπους της Κυπριακής Εκκλησίας, κρίση όμως που σχετιζόταν με πολιτικούς παρά εκκλησιαστικούς λόγους.

 

Επί αρχιεπισκοπείας του Μακαρίου Γ' η Κυπριακή Εκκλησία ανέλαβε για πρώτη φορά και σοβαρό ιεραποστολικό έργο εκτός Κύπρου, σε χώρες της Αφρικής. Ο Μακάριος, εκμεταλλευόμενος το τεράστιο κύρος του, εργάστηκε υπέρ της Ορθοδοξίας και, ιδιαίτερα στην Κένυα (Μάρτιος του 1971) οργάνωσε ομαδικές τελετές κατά τις οποίες βάπτισε χιλιάδες Αφρικανούς. Ίδρυσε επίσης ιερατική σχολή και εκκλησίες.

 

Σήμερα, η Κυπριακή Εκκλησία εξακολουθεί να διαδραματίζει σοβαρό ρόλο στα πολιτικοκοινωνικά πράγματα της Κύπρου, ταυτόχρονα δε αποτελεί και μια από τις ισχυρότερες οικονομικές δυνάμεις του τόπου.

 

Λεπτομερέστερα για τις σχετικές προς την Εκκλησία αλλά και τις γενικότερες εξελίξεις στις οποίες διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, βλέπε αυτοτελή λήμματα Μακάριος Β' αρχιεπίσκοπος, Μακάριος Γ' αρχιεπίσκοπος, εθναρχία, Εθνική Οργάνωσις Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ), ένωσις και άλλα σχετικά. Γενικότερα, βλέπε και χωριστά λήμματα για τον κάθε ένα από τους λοιπούς σημαντικούς Κυπρίους ιεράρχες.

 

Σημαντική υπήρξε και η περίοδος αρχιεπισκοπείας του Χρυσοστόμου Α΄ (1977 – 2006), παρά το ότι κατά τα τελευταία 3 περίπου χρόνια της θητείας του ο αρχιεπίσκοπος, λόγω σοβαρής ασθένειας, αδυνατούσε να εκτελέσει τα καθήκοντά του. Μετά το θάνατο του Μακαρίου Γ΄ (1977) ο διάδοχός του Χρυσόστομος Α΄ επιφορτίστηκε μεταξύ άλλων και με το βαρύ καθήκον της συνδρομής της Εκκλησίας στην απάλειψη όσο το δυνατόν περισσοτέρων από τα μεγάλα προβλήματα που δημιούργησε στην Κύπρο η τουρκική εισβολή και η μεγάλη τραγωδία του 1974. Η συμβολή της Εκκλησίας προς την κατεύθυνση αυτή, που άρχισε επί Μακαρίου, δηλαδή αμέσως μετά την τραγωδία, και συνεχίστηκε επί του διαδόχου του, υπήρξε ιδιαίτερα αξιόλογη σε αρκετούς τομείς. Πέρα από το ζήτημα της ηθικής στήριξης των πολλών χιλιάδων προσφύγων, των συγγενών των νεκρών και των αγνοουμένων και όλων όσων βρέθηκαν να υποφέρουν, η Εκκλησία συνέδραμε και οικονομικά και με άλλους τρόπους. Και τούτο, παρά το ότι και η ίδια η Εκκλησία αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα από την καταστροφή του 1974. Ολόκληρη η μητροπολιτική περιφέρεια της Κερύνειας, μεγάλο τμήμα της μητροπολιτικής περιφέρειας Μόρφου και πολύ μεγάλο τμήμα της αρχιεπισκοπικής περιφέρειας (περιλαμβανομένης ολόκληρης της χερσονήσου της Καρπασίας, της πόλης της Αμμοχώστου και του μεγαλύτερου τμήματος της πεδιάδας της Μεσαορίας), βρέθηκαν υπό την κατοχή των Τούρκων εισβολέων. Οι έδρες των θρόνων Κερύνειας και Μόρφου προσφυγοποιήθηκαν, ενώ το ποίμνιο όλων των κατεχομένων περιοχών βρέθηκε διασκορπισμένο σε ολόκληρη την υπόλοιπη Κύπρο. Στα κατεχόμενα από τους Τούρκους εδάφη βρέθηκαν εκατοντάδες ναοί, αρκετά μοναστήρια και μεγάλες εκκλησιαστικές περιουσίες. Πέραν του ότι η Εκκλησία απώλεσε περιουσίες και πόρους, και είδε ναούς να βεβηλώνονται, ιερές εικόνες να πωλούνται στις διεθνείς αγορές έργων τέχνης και εκκλησίες να μετατρέπονται σε ερείπια, χρειάστηκε να συνδράμει και να αναδιοργανώσει τα προσφυγοποιηθέντα μέλη της και τις προσφυγοποιηθείσες μητροπολιτικές έδρες, αλλά και να κτίσει ναούς σε προσφυγικούς οικισμούς και γενικότερα να κινητοποιηθεί και επαναδραστηριοποιηθεί, προσαρμόζοντας την όλη της προσφορά στα νέα δεδομένα και στις νέες επιτακτικές ανάγκες. Μεταξύ άλλων, χρειάστηκε να δώσει και διεθνείς νομικές μάχες για να κερδίσει πίσω τόσο τα ιδιαίτερης αξίας ψηφιδωτά της Παναγίας Κανακαρίας (του 6ου αιώνα) που αποκολλήθηκαν, πωλήθηκαν και κατέληξαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, όσο και πολύτιμες φορητές εικόνες διαφόρων εποχών, που κάθε τόσο εμφανίζονταν στις διεθνείς αγορές έργων τέχνης. Από νομική άποψη, οι εκκλησιαστικοί θησαυροί αποτελούν ιδιοκτησία της Εκκλησίας, γι’ αυτό και η διεκδίκηση κάθε κλοπιμαίου αντικειμένου που εμφανίζεται στη διεθνή αγορά και ο επαναπατρισμός του αποτελεί ευθύνη της ίδιας της Εκκλησίας.

 

Αύξηση αρχιερατικών θρόνων: Η αναστάτωση και ο διχασμός που προκλήθηκε στο λαό της Κύπρου κατά την περίοδο της αντιπαράθεσης του αρχιεπισκόπου και προέδρου Μακαρίου Γ΄ προς την ελληνική χούντα, αντιπαράθεση που κορυφώθηκε με τη δράση της ΕΟΚΑ Β΄, επεκτάθηκε και στους κόλπους της Εκκλησίας. Η υποκινημένη από την ελληνική χούντα ανταρσία κατά του αρχιεπισκόπου των τριών μητροπολιτών, Πάφου Γενναδίου, Κιτίου Ανθίμου και Κερύνειας Κυπριανού, οδήγησε σε βαθιά εκκλησιαστική κρίση που περιέλαβε και τις τάξεις του κλήρου αλλά και τις τάξεις του λαού. Παρά το ότι ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος τύγχανε της υποστήριξης της μεγάλης πλειοψηφίας λαού και κλήρου, η αντίπαλη μειοψηφία υπήρξε δυναμική αλλά και ισχυρή, έχοντας την υποστήριξη (και οικονομική) της χούντας των Αθηνών και των Ελλήνων στρατιωτικών που υπηρετούσαν στην Κύπρο. Η αντικανονική «καθαίρεση» του Μακαρίου από τους τρεις μητροπολίτες στις 7 Μαρτίου 1973 (αντικανονική επειδή βάσει των ιερών κανόνων για καθαίρεση ιεράρχη απαιτείται πλήρης Σύνοδος, δηλαδή συμμετοχή πέραν των 12 αρχιερέων) προκάλεσε την άμεση αντίδραση του αρχιεπισκόπου. Ο Μακάριος συγκάλεσε «μείζονα και υπερτελή Σύνοδο» με τη συμμετοχή 16 αρχιερέων υπό την προεδρία του πατριάρχη Αλεξανδρείας Νικολάου, τη συμμετοχή του πατριάρχη Αντιοχείας Ηλία και ιεραρχών από τρία πατριαρχεία (Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων). Η Σύνοδος, αφού απέτυχε ακόμη και να συναντηθεί και συζητήσει με τους τρεις μητροπολίτες, προχώρησε στην καθαίρεσή τους στις 14 Ιουλίου 1973.

           

Στη συνέχεια ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος προχώρησε σε προκήρυξη εκλογών και πλήρωση των τριών μητροπολιτικών θρόνων, αλλά και σε αύξηση των μητροπόλεων κατά δύο. Συγκεκριμένα, η εκκλησιαστική περιφέρεια Κιτίου, που περιελάμβανε και τις πόλεις Λάρνακα και Λεμεσό και τα μεγαλύτερα τμήματα των επαρχιών τους, χωρίστηκε σε δύο μητροπόλεις, Κιτίου (με έδρα τη Λάρνακα) και Λεμεσού (με έδρα τη Λεμεσό). Επίσης, η εκκλησιαστική περιφέρεια της Κερύνειας χωρίστηκε σε δύο μητροπόλεις, Κερύνειας και Μόρφου (με έδρες τους αντίστοιχους οικισμούς).Έτσι, ενώ μέχρι και το 1973 υπήρχαν στην Κύπρο 4 αρχιερατικοί θρόνοι, στο εξής έγιναν 6.

         

Κατά την περίοδο 2003 – 2006 αναδείχθηκε για άλλη μια φορά το σοβαρότατο πρόβλημα της μη ύπαρξης πλήρους Ιεράς Συνόδου της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Κύπρου. Η παρατεταμένη ασθένεια του αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Α΄ που δεν του επέτρεπε την άσκηση των καθηκόντων του, δημιούργησε πολύ σοβαρό ζήτημα καθώς οι υπόλοιποι ιεράρχες δεν μπορούσαν να δώσουν λύση. Τελικά, με την παρέμβαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, συνεκλήθη μείζων Σύνοδος, που προχώρησε σε τιμητική παύση του αρχιεπισκόπου που ασθενούσε, το 2006. Ο διάδοχός του αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β΄ προχώρησε αμέσως μετά την εκλογή και ενθρόνισή του, κατά προτεραιότητα, σε ενέργειες αύξησης των αρχιερατικών θρόνων, ώστε η Εκκλησία της Κύπρου να αποκτήσει τη δική της πλήρη Σύνοδο ύστερα από 8 περίπου αιώνες ( από το β΄ μισό του 13ου αιώνα, οπότε οι Λατίνοι μείωσαν τις Ορθόδοξες επισκοπές της Κύπρου από 14 σε 4).

           

Ήδη, εντός του 2007 ιδρύθηκαν και πληρώθηκαν τρεις νέοι μητροπολιτικοί θρόνοι, που είναι οι Αμμοχώστου – Κωνσταντίας, Κύκκου – Τηλλυρίας  και Ταμασσού – Ορεινής. Οι τρεις αυτές νέες μητροπολιτικές περιφέρειες απέκτησαν το δικό τους ποίμνιο και τη δική τους έκταση δικαιοδοσίας, που αφαιρέθηκαν από άλλους θρόνους. Έτσι, από το 2007 λειτουργούσαν στην Κύπρο οι πιο κάτω θρόνοι, με τους ακόλουθους ιεράρχες:

           

1.Αρχιεπισκοπή – Χρυσόστομος Β΄

2. Πάφου – Γεώργιος Β΄  

3. Κιτίου – Χρυσόστομος

4. Κερύνειας – Παύλος    

 5.Λεμεσού – Αθανάσιος

 6. Μόρφου – Νεόφυτος         

 7. Αμμοχώστου – Κωνσταντίας – Βασίλειος

 8. Κύκκου – Τηλλυρίας – Νικηφόρος

 9. Ταμασσού – Ορεινής – Ησαΐας

10. Τρεμιθούντος – Βαρνάβας

 

Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου συμπληρώνεται από αξιωματούχους που φέρουν τους τίτλους του επισκόπου και του χωρεπισκόπου. Η προαγωγή ενός ιερωμένου σε ένα από τα δύο αυτά αξιώματα γίνεται από την Ιερά Σύνοδο και ύστερα από εισήγηση εκείνου του μητροπολίτη στου οποίου την περιφέρεια θα υπηρετεί ο συγκεκριμένος ιεράρχης. Ο πρώτος στον οποίο είχε απονεμηθεί ο τίτλος του επισκόπου ήταν ο ηγούμενος της Μονής του Κύκκου Νικηφόρος, από το 2006 μητροπολίτης Κύκκου – Τηλλυρίας. Ο θεσμός του χωρεπισκόπου υπάρχει από πολλά χρόνια. Η Ιερά Σύνοδος, σε συνεδρία της στις 22 Μαϊου 2007, εξέλεξε τα ακόλουθα νέα μέλη της:

           

1. Επίσκοπο Χύτρων τον ηγούμενο της Μονής Αγίου Νεοφύτου Λεόντιο

2. Επίσκοπο Λήδρας τον ηγούμενο της Μονής Μαχαιρά Επιφάνιο

3. Χωρεπίσκοπο Καρπασίας (με προσωρινή έδρα την Λευκωσία) τον αρχιμανδρίτη της Μονής Τροοδίτισσας Χριστοφόρο, και

4. Χωρεπίσκοπο Αμαθούντος τον ηγούμενο της Μονής Τιμίου Προδρόμου (Μέσα Ποταμού) Νικόλαο.

           

Οι δύο νέοι επίσκοποι Χύτρων και Λήδρας παραμένουν στα μοναστήρια τους, φέρουν τον τίτλο του επισκόπου, αλλά δεν έχουν δική τους εκκλησιαστική περιφέρεια.

 

Αρχιεπισκοπικές εκλογές του 2006: Για πρώτη φορά από το 1909 (λήξη του αρχιεπισκοπικού ζητήματος*) έγιναν στην Κύπρο κανονικές εκλογές προς ανάδειξη αρχιεπισκόπου, σε ατμόσφαιρα έντασης και αντιπαραθέσεων, ακόμη και πολιτικών. Πιο πριν, το 1916, ο Κύριλλος Γ΄ διαδέχθηκε περίπου φυσιολογικά τον αποθανόντα Κύριλλο Β΄ (τον μεγάλο του αντίπαλο στο αρχιεπισκοπικό ζήτημα), ενώ με τον θάνατο και αυτού, το 1933, η Εκκλησία έμεινε ακέφαλη μέχρι το 1947, λόγω αδυναμίας διενέργειας εκλογών εξαιτίας των δικτατορικών μέτρων των Άγγλων. Το 1947 εξελέγη αρχιεπίσκοπος ο Πάφου Λεόντιος που ήταν και ο μόνος ιεράρχης που είχε παραμείνει στην Κύπρο, αλλά πέθανε ένα μήνα και λίγες μέρες μετά την εκλογή του. Τον Δεκέμβριο του 1947 εξελέγη ο (εξόριστος πιο πριν) Μακάριος Β΄, με αντίδραση της Αριστεράς στην εκλογή του αλλά ουσιαστικά χωρίς αντίπαλο. Μετά το θάνατό του, το 1950, αρχιεπίσκοπος εξελέγη ο Μακάριος Γ΄ χωρίς πλήρεις και κανονικές εκλογές (οι γενικοί αντιπρόσωποι και οι οφφικιάλοι τον εξέλεξαν, στην τρίτη φάση της διαδικασίας, δια βοής). Μετά το θάνατό του, το 1977, τον διαδέχθηκε ο Χρυσόστομος Α΄, χωρίς αντίπαλο. Όμως οι εκλογές του 2006 υπήρξαν εντελώς διαφορετικές, καθώς μάλιστα οι υποψήφιοι ήσαν τέσσερις.

           

Το αρνητικό κλίμα άρχισε να δημιουργείται από νωρίς το 2003, όταν κατέστη απολύτως βέβαιο ότι ο ασθενών αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Α΄ δεν θα ήταν δυνατό να ασκούσε ξανά τα καθήκοντά του. Ο Πάφου Χρυσόστομος περιεβλήθη τον (ανύπαρκτο) τίτλο του προέδρου της Ιεράς Συνόδου, πράγμα το οποίο αποδέχθηκαν οι υπόλοιποι συνοδικοί βάσει του «δικαίου της ανάγκης». Ο Πάφου Χρυσόστομος εργάστηκε σκληρά για να θέσει μια τάξη στο χάος, ιδίως το οικονομικό, της Αρχιεπισκοπής, που είχε δημιουργηθεί λόγω της ασθένειας του αρχιεπισκόπου, την οποία πολλοί είχαν εκμεταλλευθεί. Τέθηκε ωστόσο επί τάπητος και το ζήτημα της διαδοχής, όμως υπήρχε σοβαρό πρόβλημα στο να κηρυχθεί κενός ο αρχιεπισκοπικός θρόνος, αφού ο καταστατικός χάρτης της Εκκλησίας δεν προέβλεπε περίπτωση ασθένειας (ένας θρόνος μπορούσε να κηρυχθεί κενός σε τρεις περιπτώσεις: καθαίρεση, θάνατο ή παραίτηση. Ουδεμία ίσχυε στην περίπτωση). Η μη ύπαρξη, εξάλλου, πλήρους Συνόδου και η απουσία του πρώτου αυτής (του αρχιεπισκόπου) καθιστούσε αδύνατη τη λήψη σχετικών αποφάσεων. Αλλά δημιουργήθηκαν και σοβαρές διαφωνίες μεταξύ των ιεραρχών ως προς τον παραμερισμό ή όχι του ασθενούντος αρχιεπισκόπου, ως προς τον τρόπο που αυτή θα ήταν δυνατό να γίνει, αλλά και ως προς τον τρόπο εκλογής νέου αρχιεπισκόπου. Μερικά μέλη της Συνόδου κατέφυγαν τελικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο (με την έντονη διαφωνία άλλων) και ο οικουμενικός πατριάρχης Βαρθολομαίος αναγκάστηκε να παρέμβει για να δώσει τη λύση. Συγκάλεσε ειδική Σύνοδο στην Ελβετία, η οποία και προχώρησε στην τιμητική παύση του αρχιεπισκόπου Κύπρου. Έτσι ο Πάφου Χρυσόστομος, ως κανονικά τοποτηρητής πλέον του αρχιεπισκοπικού θρόνου, προχώρησε στην κήρυξη εκλογών. Ως υποψήφιοι προβλήθηκαν τόσο ο Πάφου Χρυσόστομος όσο και ο Κιτίου Χρυσόστομος, ο Λεμεσού Αθανάσιος και ο Κύκκου Νικηφόρος.

           

Ακολούθησε μια σχετικά μακρά αλλά και έντονη προεκλογική περίοδος, με τους υποψηφίους ιεράρχες να αναπτύσσουν τις θέσεις και απόψεις τους σε προεκλογικές λαϊκές συγκεντρώσεις με την κυκλοφορία εντύπων και κασεττών, αλλά και με ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εμφανίσεις και συνεντεύξεις. Δεν έλειψαν οι διαπληκτισμοί και οι αντιπαραθέσεις αλλά και η, ως ένα βαθμό, πολιτικοποίηση του όλου ζητήματος. Στη δημιουργία περαιτέρω έντασης συνέβαλε και το όλο εκλογικό σύστημα, που όχι μόνο δίνει λόγο στα της εκλογής αρχιερέα στον λαό, αλλά είναι και αρκετά περίπλοκο και διακρίνεται σε τρεις φάσεις. Η Εκκλησία της Κύπρου είναι η μόνη στον κόσμο όπου στη διαδικασία εκλογής αρχιερέων μετέχει δια ψηφοφορίας και ο λαός, μια παράδοση που κληροδοτήθηκε από τους αιώνες της υποδούλωσης, κατά τους οποίους η εκλογή ενός αρχιεπισκόπου ή ενός επισκόπου ήταν η μόνη ευκαιρία επιλογής ενός ηγέτη την οποία είχε ο λαός.

 

Σε πρώτη φάση, δια καθολικής ψηφοφορίας ο λαός εκλέγει τους λεγόμενους ειδικούς αντιπροσώπους, από κάθε ενορία και κάθε χωριό, ψηφίζοντας εκείνους που υποστηρίζουν τον ιεράρχη της αρεσκείας του. Σε δεύτερη φάση, οι ειδικοί αντιπρόσωποι, διά ψηφοφορίας, εκλέγουν τους γενικούς αντιπροσώπους, που μπορεί να είναι υποψήφιοι προερχόμενοι από τους εκλεγέντες «ειδικούς» ή και οποιοιδήποτε άλλοι. Σε τρίτη φάση, οι «γενικοί αντιπρόσωποι», μαζί με τους οφφικιάλους της Εκκλησίας (ιεράρχες, ηγουμένους μοναστηριών και άλλους), εκλέγουν δια μυστικής ψηφοφορίας τον νέο αρχιεπίσκοπο. Στην τρίτη φάση της εκλογής υπάρχουν δύο κάλπες, μία των «γενικών» και μία των οφφικιάλων. Εκλέγεται ο ιεράρχης που πλειοψηφεί και στις δύο κάλπες. Εάν δεν πλειοψηφήσει κανείς, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται. Εάν και πάλι δεν υπάρξει νικητής, τότε οι δύο κάλπες γίνονται μία, και οι παριστάμενοι ψηφίζουν μόνο τους δύο επικρατέστερους των υποψηφίων, εκείνους που πλειοψήφησαν στις δύο κάλπες.

 

Στην προκειμένη περίπτωση οι «ειδικοί αντιπρόσωποι» ορίστηκε να ήσαν 1.400, εκ των οποίων η αρχιεπισκοπική περιφέρεια θα εξέλεγε 400, ενώ από 200 θα εξέλεγαν οι άλλες 5 μητροπολιτικές περιφέρειες, Πάφου, Κιτίου, Κερύνειας, Λεμεσού και Μόρφου. Οι δύο των υποψηφίων, οι Λεμεσού και Κύκκου, όρισαν υποψήφιους «ειδικούς αντιπροσώπους» σε όλες τις περιφέρειες (από 1.400 ο κάθε ένας) ενώ οι άλλοι δύο όρισαν μόνο στις περιφέρειές τους. Οι εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι ήταν 492.267 (για πρώτη φορά ψήφιζαν σε αρχιεπισκοπικές εκλογές και οι γυναίκες), η δε αποχή ανήλθε πέραν του 50%.

 

Η ψηφοφορία έγινε την Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2006, σε κλίμα έντασης που κορυφώθηκε το βράδυ της καταμέτρησης των ψήφων, όπου επεκράτησε χάος και αταξία, σε βαθμό που οδήγησε σε διακοπή της καταμέτρησης η οποία συνεχίστηκε την επομένη. Δεν έλειψαν ούτε τα κωμικοτραγικά, όπως η περίπτωση ιερέα σε χωριό, που αφού ολοκληρώθηκε η ψηφοφορία, πήρε την κάλπη στο σπίτι του και την παρέδωσε την επομένη. Ιδίως το επιτελείο του επισκόπου Κύκκου υπέβαλε έντονες διαμαρτυρίες και ενστάσεις, καταγγέλλοντας σωρεία παρατυπιών. Ενστάσεις υπέβαλε και το επιτελείο του Λεμεσού Αθανασίου. Αργότερα η Ιερά Σύνοδος εξέτασε τις ενστάσεις και τις απέρριψε όλες. Με βάση την εκλογή των «ειδικών αντιπροσώπων», υπολογίστηκε ότι είχαν πάρει (επί του συνόλου, περιλαμβανομένης της αποχής, ενώ ποσοστό 4,7% ήταν λευκά ή άκυρα ψηφοδέλτια):

           

Λεμεσού Αθανάσιος      105.217 (21%)

Κύκκου Νικηφόρος        99.269 (20%)

Πάφου Χρυσόστομος      9.346 (2%)

Κιτίου Χρυσόστομος        5.592 (1%).

 

(Οι δύο τελευταίοι μόνο στις περιφέρειές τους και όχι παγκύπρια).

           

Η δεύτερη φάση της εκλογικής διαδικασίας έγινε 15 μέρες αργότερα, οπότε οι 1.400 εκλεγέντες «ειδικοί αντιπρόσωποι» εξέλεξαν τους 100 «γενικούς αντιπροσώπους». Ο κάθε ιεράρχης όρισε τους δικούς του 100 υποψηφίους, εκ των οποίων έπρεπε οι 66 να ήσαν λαϊκοί και οι 34 κληρικοί. Οι 1.400 προσήλθαν και ψήφισαν σε κάλπες που στήθηκαν στην Αρχιεπισκοπή και στις Μητροπόλεις, με τάξη και ηρεμία. Από τη ψηφοφορία αυτή εξέλεξαν «γενικούς αντιπροσώπους»:

           

Κύκκου Νικηφόρος        46

Λεμεσού Αθανάσιος      45

Πάφου Χρυσόστομος     9

           

Η τρίτη φάση της εκλογής διεξήχθη το Σάββατο, 4 Νοεμβρίου 2006. Οι 100 «γενικοί» μαζί με τους οφφικιάλους που ήσαν 31, συγκεντρώθηκαν στην Αρχιεπισκοπή για τη ψηφοφορία, η οποία έδωσε:

           

Πάφου Χρυσόστομος       6 γενικοί και 12 οφφικιάλοι

Λεμεσού Αθανάσιος      45 γενικοί και   7 οφφικιάλοι

Κύκκου Νικηφόρος        46 γενικοί και 11 οφφικιάλοι.

                       

(ένα ψηφοδέλτιο των οφφικιάλων ήταν άκυρο)

 

Εφόσον κανένας δεν πλειοψήφησε και στις δύο κάλπες, η ψηφοφορία επαναλήφθηκε και έδωσε:

           

Πάφου Χρυσόστομος     6 γενικοί και 16 οφφικιάλοι

Λεμεσού Αθανάσιος      48 γενικοί και  3 οφφικιάλοι

Κύκκου Νικηφόρος        46 γενικοί και 12 οφφικιάλοι.

           

Και πάλι δεν υπήρξε εκλογή αλλά έγινε φανερό ότι υπήρξε συμφωνία αλληλοπριμοδότησης μεταξύ Πάφου και Λεμεσού προς αποκλεισμό του Κύκκου, εφόσον στην τρίτη ψηφοφορία θα παρέμεναν ως υποψήφιοι: εκείνοι που κατά τη δεύτερη ψηφοφορία πλειοψήφησαν στην κάλπη των οφφικιάλων (Πάφου Χρυσόστομος) και στην κάλπη των «γενικών αντιπροσώπων» (Λεμεσού Αθανάσιος). Δημιουργήθηκε σοβαρό ζήτημα και απεχώρησαν οι αντιπρόσωποι του Κύκκου Νικηφόρου. Ο τοποτηρητής και υπεύθυνος της εκλογής Πάφου Χρυσόστομος διέκοψε τότε τη διαδικασία και μετέθεσε την διεξαγωγή της τρίτης ψηφοφορίας για την επομένη. Υπήρξαν έντονες διαμαρτυρίες των αντιπροσώπων του Λεμεσού Αθανασίου για τη διακοπή. Ήταν προφανές ότι, εάν συνεχιζόταν η διαδικασία, θα εκλεγόταν ο Λεμεσού. Το βράδυ ο Πάφου Χρυσόστομος είχε διαβούλευση με τον Κύκκου Νικηφόρο και πέτυχε τη συνεργασία του. Έτσι την επομένη, Κυριακή, 5 Νοεμβρίου, έγινε η τρίτη ψηφοφορία. Οι ενωμένες 131 ψήφοι (100 των «γενικών» και 31 των οφφικιάλων) έδωσαν το αποτέλεσμα:

           

Πάφου Χρυσόστομος     73 ψήφοι

Λεμεσού Αθανάσιος      57 ψήφοι

                       

(ένα ψηφοδέλτιο ήταν άκυρο)

           

Έτσι, νέος αρχιεπίσκοπος Κύπρου εξελέγη ο Πάφου Χρυσόστομος που είχε μεθοδεύσει την εκλογή του. Αρκετές φορές εξάλλου είχε προκαταβολικά δηλώσει (και από τηλεοράσεως) ότι ο ίδιος θα ήταν ο νέος αρχιεπίσκοπος.

 

Μητροπολιτικές εκλογές: Η διαδικασία που περιγράφηκε πιο πάνω για την εκλογή αρχιεπισκόπου, ισχύει και για την εκλογή μητροπολίτη, όμως η όλη εκλογική διαδικασία διεξάγεται μόνο στη συγκεκριμένη μητροπολιτική περιφέρεια. Ο νέος αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β΄ προχώρησε στις διαδικασίες εκλογής νέου μητροπολίτη Πάφου (σε διαδοχή του ιδίου) αλλά και σε εκλογή μητροπολιτών στις νέες Μητροπόλεις που δημιουργήθηκαν. Ζήτησε όμως και πέτυχε να μη υπάρξει παρόμοια αντιπαράθεση και να προβληθεί μόνο ένας υποψήφιος για τον κάθε θρόνο. Έτσι, οι μητροπολιτικές εκλογές του 2007 ήταν τυπικές διαδικασίες περισσότερο παρά εκλογές.   

 

Α. ΠΑΥΛΙΔΗΣ