Εκπαίδευση

Αρχαιότητα

Image

Η μελέτη της εκπαίδευσης στην αρχαία Κύπρο είναι πολύ δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, εγχείρημα εξαιτίας του ότι δεν έχουμε στη διάθεσή μας επαρκείς πηγές. Ακόμη και οι ελάχιστες εκείνες που έφθασαν ως εμάς, είναι άνισα κατανεμημένες στο χώρο και στο χρόνο με αποτέλεσμα να μας είναι αδύνατο να έχουμε μια συνολική εικόνα πάνω στο ενδιαφέρον αυτό θέμα. Φυσικά αν εξαιρέσουμε την αρχαία Αθήνα και την αρχαία Σπάρτη, για την εκπαίδευση των οποίων είμαστε κάπως ικανοποιητικά πληροφορημένοι, τα ίδια κενά παρουσιάζονται και για τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο. Έτσι, ο μόνος τρόπος που μας απομένει εξαιτίας αυτής της κατάστασης πραγμάτων, είναι να επιχειρήσουμε να προβούμε σε λογικοφανείς υποθέσεις κατ’ αναλογία προς άλλες χώρες, έχοντας όμως πάντα υπ’ όψη μας τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούσαν σε κάθε περιοχή.

 

Ανεύερεση επιγραφών: Εκείνο που είναι σίγουρο είναι ότι τουλάχιστον ένας αριθμός Κυπρίων γνώριζαν ανάγνωση και γραφή, όπως συνάγεται από την ύπαρξη επιγραφών που σώθηκαν και που εκτείνονται χρονικά σ’ όλη τη διάρκεια της Αρχαιότητας. Πριν ακόμη από τον ελληνικό αποικισμό (12ος π.Χ. αι.) όταν, όπως πιστεύεται, η Κύπρος αποτελούσε μια ενιαία κρατική οντότητα με το όνομα Αλασία (που ταυτίστηκε και με την αρχαία πόλη της εποχής του Χαλκού Έγκωμη), υπήρχαν άνθρωποι που γνώριζαν ανάγνωση και γραφή.

 

Βλέπε λήμμα: Γραφή

 

Τούτο φαίνεται από την εύρεση επιγραφών που δυστυχώς μέχρι σήμερα δεν έγινε κατορθωτό να διαβαστούν. Μετά τον ελληνικό αποικισμό, όταν οι Μυκηναίοι - Έλληνες ίδρυσαν στο νησί τις πόλεις - βασίλεια σύμφωνα με το δικό τους γραφειοκρατικό πρότυπο, έφεραν μαζί και τη γραφή τους στην Κύπρο (όπως άλλωστε έφεραν και τα ήθη και έθιμα, τους θεσμούς και την τέχνη τους).

 

Βλέπε λήμμα: Αχαιοί και Κύπρος

 

Η γραφή αυτή (Γραμμική Α' και Β'), μετά την ανάγνωση της το 1953 από τον Άγγλο Μ. Ventris (διάβασε τη Γραμμική Β΄) αποδείχθηκε ότι ήταν συλλαβική. Ίσως αυτή τη γραφή υιοθέτησαν οι Κύπριοι, προσαρμόζοντας την στη δική τους διάλεκτο (Αρκαδοκυπριακή). Όταν μάλιστα στην ηπειρωτική Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε το φοινικικό αλφαβητικό αλφάβητο, στην Κύπρο εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται η συλλαβική γραφή μέχρι ακόμη και την Ελληνιστική εποχή, όπως φαίνεται από τις επιγραφές που σώθηκαν (8ος ή και 11ος κατ’ άλλους αιώνας, μέχρι περίπου το 220 π.Χ.). Είναι επίσης πιθανό η συλλαβική γραφή να ήταν εφεύρεση των ιδίων των Κυπρίων και όταν οι Μυκηναίοι έφθασαν στο νησί να μεταφυτεύτηκε μέσω των δεσμών που δημιουργήθηκαν στην ηπειρωτική Ελλάδα, προσαρμόζοντας την στις δικές τους ανάγκες. Στην υπόθεση αυτή οδηγούμαστε από το γεγονός ότι για την ανάγνωση της Γραμμικής Β΄ γραφής ο Ventris βασίστηκε κατά κύριο λόγο στη σύγκριση της κυπριακής συλλαβικής γραφής (που είχε κιόλας αναγνωσθεί από τον προηγούμενο αιώνα). Θα πρέπει επίσης ν’ αναφερθεί ότι τουλάχιστον από τον 10 π.Χ. αιώνα μέχρι την κατάκτηση του νησιού από τους Πτολεμαίους (296 π.Χ.), ήταν σε χρήση τέσσερις μορφές γραφής στην Κύπρο: Η συλλαβική που απέδιδε την Αρκαδοκυπριακή διάλεκτο (μαρτυρείται στο μεγαλύτερο ποσοστό), η ετεοκυπριακή (με χαρακτήρες συλλαβικούς που αποδίδουν όμως μια γλώσσα που εξακολουθεί να μας είναι άγνωστη), η φοινικική που χρησιμοποιούσε κυρίως το φοινικικό στοιχείο στην Κύπρο, και η αλφαβητική, παρόμοια μ’ εκείνη της ηπειρωτικής Ελλάδος (βρέθηκε σε μικρό αριθμό δίγραφων επιγραφών με συλλαβικό και αλφαβητικό κείμενο).

 

Όπως και να έχουν τα πράγματα, τα παραπάνω στοιχεία ενώ μας επιτρέπουν, όπως έχει κιόλας αναφερθεί, να γνωρίζουμε την ύπαρξη ανθρώπων που ήξεραν ανάγνωση και γραφή, δεν μας επιτρέπουν ωστόσο να πούμε με σιγουριά κατά πόσο υφίστατο συστηματική εκπαίδευση ανάμεσα στους Κυπρίους, ιδιαίτερα τους νέους.

 

Οι επιγραφές που βρέθηκαν στην Έγκωμη αλλά και η αλληλογραφία του βασιλιά της Αλασίας με τους μεγάλους μονάρχες της Ανατολής (αρχεία της Τελ ελ Αμάρνα, της Ρας Σιάμρα - Ουγκαρίτ) δηλώνουν καθαρά ότι τουλάχιστον για τις καταγραφές στοιχείων του ανακτόρου και τη διεξαγωγή της αλληλογραφίας υπήρχαν ειδικοί γραφείς, όπως άλλωστε συνέβαινε στις μοναρχίες της Ανατολής και στη μινωική και μυκηναϊκή Ελλάδα. Μάλιστα ο θεσμός των γραφέων διατηρήθηκε στην Κύπρο και αργότερα, όπως δείχνουν δυο αγαλμάτια της Κύπρο - Κλασικής εποχής που εικονίζουν τέτοια πρόσωπα επί το έργον (και που βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου). Η διατήρηση τέτοιων γραφέων (ή αγορανόμων;) στην Κύπρο σε μεταγενέστερες περιόδους ήταν κατά κάποιο τρόπο λογική συνέπεια της διατήρησης του θεσμού της βασιλείας και της συγκέντρωσης όλων των εξουσιών στα χέρια του μονάρχη.

 

Γραφείς και διδασκαλία: Η ύπαρξη γραφέων υποδηλώνει φυσικά την ανάγκη διδασκαλίας της γραφής εφόσον, όπως ελέχθη, ήταν αναγκαίοι για τη διεκπεραίωση των βασιλικών υποθέσεων. Αν κρίνουμε μάλιστα απ' ό,τι γνωρίζουμε ότι συνέβαινε στην αρχαία Αίγυπτο (όπου οι γραφείς ανήκαν στις αριστοκρατικές τάξεις και είχαν ισχυρή επιρροή στη διακυβέρνηση της χώρας [πρβλ. Α. Erman, The Literature of Ancient Egyptians, London, 1927]), θα πρέπει να υποθέσουμε ότι και στην Κύπρο οι γραφείς πιθανότατα προέρχονταν από αριστοκρατικά στρώματα, οπότε ήταν δυνατό να καταλαμβάνουν τέτοιο υψηλό αξίωμα. Επομένως είναι λογικό να υποθέσουμε ότι, αν υπήρχε κάποιο είδος σχολής για την εκμάθηση της γραφής και της ανάγνωσης, αυτή θα ήταν ενταγμένη στο πλαίσιο του βασιλικού ανακτόρου, θα απέβλεπε στην εξυπηρέτηση συγκεκριμένων σκοπών και θα ήταν προορισμένη για τα μέλη μιας ορισμένης κοινωνικής τάξης.

 

Πνευματική παραγωγή- Κύπρια έπη: Φυσικά θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι οι Κύπριοι είχαν, από πολύ νωρίς μάλιστα, δημιουργήσει πνευματική παραγωγή (όπως τα Κύπρια Έπη του Στασίνου, τους Χρησμούς του Εύκλου κλπ.). Αν προσέξουμε όμως θα δούμε πως όλοι οι σημαντικοί Κύπριοι πνευματικοί δημιουργοί (όπως λ.χ. ο Ζήνων ο Κιτιεύς, ο Περσαίος, ο Κλέαρχος, ο Αντισθένης, ο Σώπατρος και αρκετοί άλλοι) έδρασαν και έγιναν ονομαστοί, κατά κύριο λόγο εκτός της Κύπρου. Το γεγονός αυτό δείχνει, αν όχι την παντελή έλλειψη σχολείων, τουλάχιστον την ανυπαρξία ενός σημαντικού πνευματικού κλίματος. Ύστερα, αν λάβουμε υπόψη ότι και σ’ αυτή την ίδια την Αθήνα, την κοιτίδα της δημοκρατίας και της ισονομίας, τουλάχιστον ανάμεσα στους ελεύθερους πολίτες της, η εκπαίδευση των νέων ήταν ιδιωτική υπόθεση, τότε είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι οι Κύπριοι δυνάστες ήταν δυνατό να ασχοληθούν συστηματικά και να ενδιαφερθούν για ζητήματα εκπαίδευσης των υπηκόων τους.

 

Επομένως, στη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία υφίσταντο στην Κύπρο τα αρχαία βασίλεια, θα πρέπει να αποκλείσουμε την περίπτωση ύπαρξης εκπαιδευτηρίων που να λειτουργούσαν με κρατική συμβολή ή φροντίδα. Δεν πρέπει, ωστόσο, ν’ αποκλείσουμε την περίπτωση ύπαρξης ιδιωτικών σχολών, έστω και σε μερικά μόνο βασίλεια, που μάλλον θα προορίζονταν για την εκπαίδευση παιδιών που ανήκαν σε ανώτερες κοινωνικές τάξεις. Εξάλλου οι βασιλικές και αριστοκρατικές οικογένειες έστελναν τα παιδιά τους στην Αθήνα, κοντά σε μεγάλους παιδαγωγούς και δασκάλους, όπως φαίνεται από την περίπτωση που μας είναι καλά γνωστή, εκείνη του βασιλιά της Σαλαμίνας Ευαγόρα Α' που είχε στείλει τον     γιο του Νικοκλή κοντά στον ρήτορα Ισοκράτη ἳνα δίκας μανθάνῃλέγειν.

 

Βλέπε λήμμα: Αθήνα και Κύπρος

 

Στο συμπέρασμα ότι υπήρχαν πιθανότατα στο νησί ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, καταλήγουμε επειδή έχουμε στη διάθεση μας επιγραφικές μαρτυρίες που αναφέρονται στην ύπαρξη δασκάλων κατά την περίοδο αυτή, επομένως και στην ύπαρξη σχολείων στα οποία θα πρέπει να εργάζονταν. Μια συλλαβική επιγραφή, για παράδειγμα, που βρέθηκε στο Μάριον (ICS αρ. 149) αναφέρεται στον διφθεραλοιφό Στασαγόρα. Από τους λεξικογράφους γνωρίζουμε ότι στην Κύπρο διφθεραλοιφοί ονομάζονταν οι γραμματοδιδάσκαλοι. Επομένως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι ο αναφερόμενος Στασαγόρας ήταν δάσκαλος που δίδασκε ανάγνωση και γραφή. Μια άλλη αλφαβητική, αυτή τη φορά, επιγραφή του 4ου / 3ου π.Χ. αιώνα, αναφέρεται σε κάποιον Κιλικά από το Κίτιον που δίδασκε τα Ομηρικά έπη. Η επιγραφή αποτελεί επιτύμβιο επίγραμμα προς τιμή του Κιλικά που πέθανε σε ηλικία 40 χρόνων.

 

Με την κατάργηση του θεσμού της βασιλείας και την ένταξη της Κύπρου στο βασίλειο των Πτολεμαίων, η κατάσταση στην εκπαίδευση άλλαξε ριζικά. Τώρα, για πρώτη φορά, πληροφορούμαστε για την ύπαρξη Γυμνασίων, δηλαδή γυμναστηρίων στις διάφορες κυπριακές πόλεις. Τα Γυμνάσια αυτά θα πρέπει να ήσαν παρόμοια προς εκείνα που λειτουργούσαν στον υπόλοιπο Ελληνισμό. Σ’ αυτά οι νέοι, πέρα από τη σωματική τους αγωγή, θα ασκούνταν και πνευματικά, με τη διδασκαλία γραφής, ανάγνωσης, γραμματικής, μουσικής και αριθμητικής.

 

Βλέπε λήμμα: Γυμνάσιο

 

Από διάφορες επιγραφικές μαρτυρίες γνωρίζουμε ότι υπήρχαν Γυμνάσια στη Σαλαμίνα (τρία συνολικά), στο Κίτιον, στο Κούριον, στη Λάπηθο. Εύλογα μπορούμε να υποθέσουμε ότι παρόμοια θα υπήρχαν και στις άλλες κυπριακές πόλεις.

 

Πέρα από τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα (όπως του Γυμνασίου στη Σαλαμίνα), οι επιγραφικές μαρτυρίες που κατέχουμε αναφέρονται σε γυμνασιάρχους και σε βοηθούς των, τους υπευθύνους, δηλαδή, για τη λειτουργία των Γυμνασίων. Οι γυμνασίαρχοι ήσαν σημαντικοί παράγοντες της πολιτικής και κοινωνικής ζωής των πόλεων, αν κρίνουμε από το γεγονός ότι πολιτικά πρόσωπα είχαν αναλάβει το αξίωμα αυτό και το ανέφεραν με περηφάνεια, σαν τιμητικό τίτλο.

 

Το ότι σημαντικά πρόσωπα διεκδικούσαν και καταλάμβαναν το αξίωμα του γυμνασιάρχου στις κυπριακές πόλεις, φανερώνει ότι τούτο ήταν αξιόλογο, πράγμα που σημαίνει ότι οι πόλεις έδιναν πια, κατά την Ελληνιστική εποχή, μεγάλη σημασία στην αθλητική και άλλη εκπαίδευση των νέων.

 

Στη διάρκεια της Ρωμαϊκής εποχής που ακολούθησε, απαντούμε και πάλι αρκετές επιγραφές που αναφέρονται σε γυμνασιάρχους, φαίνεται δε ότι η εκπαίδευση παραμένει η ίδια όπως διαμορφώθηκε κατά την Ελληνιστική εποχή, τα δε Γυμνάσια των διαφόρων πόλεων συνεχίζουν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην αγωγή των νέων.

 

Λ. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ