Εκπαίδευση

Βυζαντινή περίοδος

Image

Κατά την Πρωτοβυζαντινή περίοδο οι πληροφορίες για την εκπαίδευση στην Κύπρο κατά την περίοδο αυτή, συνέχεια της   Ύστερης Ρωμαϊκής, είναι έμμεσες. Ο Ηπειρώτης κάτοχος θρόνου διδασκαλικού, ή φιλοσοφικής έδρας στο Γυμνάσιο της Σαλαμίνας κατά τον 3ο μ.Χ. αιώνα (Mitford-Nicolaou, Inscriptions from Salamis», αρ. 31) και ὁδιδάσκαλος τοῦβασιλέως τῶν τακτικῶν σ’ επιγραφή της Παλαιπάφου στα 158-154 π.Χ. (ΑΚΕΠ , Δα και Δβ αρ. 58.5) είναι από τις λίγες σαφείς μαρτυρίες των Υστέρων Ελληνιστικών και των Ρωμαϊκών χρόνων για προφανή «εθνική» παιδεία, μετά από τις οποίες η εκπαίδευση, υπό τις ποικίλες μορφές και το ευρύτατο νόημα της, αποκτά σταδιακά χριστιανικό διδακτικό χαρακτήρα και περιεχόμενο καθώς οι βασικοί θεσμοί των πόλεων και των κωμών περιέρχονται (ιδίως από τον 4ο αιώνα κ.ε.) στα χέρια της Εκκλησίας. Η ύπαρξη ολιγογράμματου επισκόπου κατά τον 4ο αιώνα, του αγίου Σπυρίδωνος* Τρεμιθούντος, και η προσπάθεια παραγκωνισμού του τόσο στην Κύπρο, κατά την παράδοση, όσο και στη Νίκαια κατά την Α' οικουμενική σύνοδο, μαρτυρεί ότι η ιεραρχία της Εκκλησίας σαν σύνολο είχε υψηλό επίπεδο μορφώσεως, που εξάλλου φαίνεται και από το ότι ανάμεσα στους Κυπρίους επισκόπους που μετείχαν στη σύνοδο ήταν και ο διακεκριμένος συγγραφέας θεολογικών έργων Κυριάκος ή Κύριλλος Πάφου, που αναφέρει και ο Φώτιος στην Μυριόβιβλό του. Εάν η λαϊκή παράδοση για την πρωτότυπη μέθοδο υποστηρίξεως του ορθοδόξου δόγματος εναντίον της Αρειανής θεωρίας για την Αγία Τριάδα από τον Σπυρίδωνα είναι βάσιμη, τότε μπορούμε να μιλούμε για λαϊκή θεολογία στην Κύπρο τότε, βασισμένη λιγότερο σε μελέτη και ειδική μόρφωση και περισσότερο σε έμπνευση και λαϊκό φιλοσοφικό ένστικτο και παραδόσεις.

 

Χαμηλό επίπεδο μόρφωσης: Η διά των εικόνων, πλην του κηρύγματος, διδασκαλία των δογμάτων στους λαϊκούς τους μή εἰδότας γράμματα κατά την εκκλησιαστική τακτική του 5ου αιώνα κ.ε. (βλ. λήμμα αγιογραφία) ήταν αναγκαία ακριβώς λόγω της περιορισμένης μορφώσεως πολλών, προφανώς των πλείστων, πιστών της Εκκλησίας, πράγμα φυσικό και στην Κύπρο του 4ου-5ου αιώνα κ.ε. Η αντιεικονική στάση του Σαλαμίνος Επιφανίου* (392 μ.Χ.) δεν εμπόδισε τον διάδοχο του Σαβίνο* να διακοσμήσει την μεγάλη βασιλική του ιδίου του Επιφανίου, πράγμα αναγκαίο για την πλειοψηφία των αμαθών πιστών. Από τη μορφή, το περιεχόμενο και την ορθογραφία των επιγραφών του 4ου αιώνα μαθαίνουμε έμμεσα για την παιδεία τουλάχιστον μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Η «βάρβαρη» επιγραφή των Σόλων από το μοναστήρι Ξεροποτάμου κοντά στην Πεντάγυια (των μέσων του 4ου μ.Χ. αιώνα) φανερώνει ότι μέρος των κατοίκων, προφανώς των κατωτέρων τάξεων, είχε πολύ χαμηλό επίπεδο μορφώσεως. Τα ίδια ή παρόμοια ισχύουν και για την ποικίλουσα ελληνική γραφή άλλων επιγραφών της ιδίας εποχής, που διαφέρει από τη σταθερή και αμετάβλητη γραφή των Ιου, 2ου (και 3ου) αιώνων μ.Χ. (Mitford, Byzantion, XX, 1950, Κύρρης, Βυζαντινά, και Πρακτικά Συμποσίου Κυπριακής Ιστορίας ΚΕΕ και Παν/μίου Ιωαννίνων). Η φύση και ο χαρακτήρας της παιδείας και το μορφωτικό επίπεδο του μέσου Κυπρίου, οι πνευματικές ροπές, η λαϊκή φιλοσοφία και βιοσοφία, αντανακλώνται στις επιγραφές με κατάρες, όπως στον πενιχρό τάφο της Ρωμαϊκής εποχής (βλ. λήμμα Αμμόχωστος) και στο Κούριον (Mitford, Inscriptions of Kourion, 1971, σσ. 246-283 αρ. 127-142 του 3ου αι. μ.Χ.). Αν και ειδωλολατρικές οι κατάρες των επιγραφών αυτών αντανακλούν το επίπεδο λαϊκής παιδείας και την λαϊκή θεολογία και δαιμονολογία που επικρατούσε και επικρατεί στην Κύπρο ως τις μέρες μας- λ.χ. στις γητειές, στις επωδές και στους κατάδεσμους.

 

Ένα παράδειγμα: Δέμονες οἱκατά γῆν κέ δέμονες οἳτινες / ἐστε κέ πατέρες πατέρων κέ μητέρες... / κέ ἀφέλεσθε αὐτοῦτήν δύναμιν κέ τήν ἀλκήν κέ ποι / ήσατε αὐτόν ψυχρόν κέ ἂφωνον κέ ἀπνεύμοναν... /... [επίκληση ακαταλαβίστικων λαϊκών θεοτήτων στη συνέχεια...]... Ἐνορκίζω ὑμῖν τόν βασιλέα τῶν κωφῶν δεμόνων / ἀκούσατε τοῦμεγάλου ὀνόματος, ἐπιτάσσι γάρ ὑμῖν ὁμ/έγας Σισοχώρ ὁ  ἐξάγων τοῦ  Ἂδους τάς πύλας, κέ κατα/δήσατε τοῦ  ἀντιδίκου μου τοῦ  Ἀρίστωνος,κέ κατακοιμί/σατε τήν γλῶσσαν τόν θυμόν τήν ὀργήν τήν εἰς ἐμέ ἒχι τόν / Σοτηριανόν τόν κέ Λίμβαρον ὁ  Ἀρίστων, εἳνα μή δύνητέ μοι μηδ/εvί πράγματι ἐναντιωθῆναι... (σσ. 246-248, αρ. 127). 

 

Χριστιανική μόρφωση: Η σημαντικότερη όμως έκφανση της παιδείας του νησιού ήταν κατά τους 4ο-5ο-6ο αι. κ.ε. οι πολλοί εκκλησιαστικοί συγγραφείς, συχνά επίσκοποι, κάποτε επήλυδες, που διδάσκουν και προβάλλουν στα έργα τους τη νέα θρησκεία και τα ιδεώδη της, πέραν του προφορικού κηρύγματος το οποίο ασκούσαν αυτομάτως λόγω της θέσεως τους και πριν ακόμη την καταλάβουν. Η θεολογία των συγγραφέων αυτών πρέπει να διακριθεί, αν και σχετίζεται αρκετά προς τα λαϊκά συναξάρια για μάρτυρες και ομολογητές των πρώτων χριστιανικών αιώνων που μας σώθηκαν σε μεταγενέστερες μορφές και παραλλαγές. Π.χ. το συναξάριον τοῦΘεοδότου ἐπισκόπου Κυρήνειας, που μαρτύρησε στα τέλη του 4ου αι. επί Διοκλητιανού, αν και μας σώθηκε όπως το συνέθεσε ο Νικήτας Παφλαγών Ρήτωρ, του 10ου αι., αντλεί από πηγές παλαιότερες, που δεν μπορεί να ανάγονταν σε κυπριακά κείμενα λίγο μεταγενέστερα ή και σύγχρονα του μαρτυρίου του Θεοδότου. Από το έμμεσο αυτό τεκμήριο πληροφορούμεθα ότι κατά τα τέλη του 3ου αι. στην Κερύνεια, πόλη καταγωγής του Θεοδότου, οι κάτοικοι ή μέρος τους, όπως οι γονείς του αγίου, έδιδαν στα παιδιά τους αυστηρή χριστιανική ανατροφή: πνεύματι δέ νηπιόθεν ἀγόμενος θεοῦ[ο Θεόδοτος] καί ἀνατροφῇδεξιᾷκαί σεμνῇκαί σώφρονι βίου κεχρημένος ἀγωγῇού τῇσωματικῇδε μόνον ἡλικία, πολύ μᾶλλον τῇπνευματικῇκαί πάσαις ἀρεταίς θείαις καί πάσῇσοφίᾳκαί χάριτι τῆς ἐν Χριστῷπροκόπτων τελειότητος, πρῶτον μέν καί τῆς ἱερᾶς λειτουργίας κατελάμπετο χαρίσματι, ἒπειτα βαθμόν ἐαυτῶκαλόν διά τῆς ἀρίστης περιποιησάμενος διακονίας τῷτῆς ἱερωσύνης χρίσματι κατεκοσμήθη. Επειδή στη συνέχεια πάρα πολύ κατ' αυτήν [την ιερωσύνη] καί λόγοις ὀρθοτόμου πίστεως ἐνευδοκίμησεν καί ἒργοις δέ πάσης ὁσιότητος καί ἀληθείας ὑπερελαμψεν, ὣστε τῶν κατ' αὐτόν ἁπάντων ἀξιοθεώτατος ἀναφανεῖς ἐπί τόν τῆς ἐπισκοπῆς θρόνον θεοῦτε ψήφῳκαί θείων ἀρχιερέων ἀνυψοῦται (F. Halkin στις Κυπρ. Σπουδ., ΜΕ', 1981, σ. 3). Κλασική περίπτωση συμπτώσεως της εκπαιδεύσεως ενός νέου με την χριστιανική ανατροφή, που παρά το ειδωλολατρικό ακόμη περιβάλλον της πόλης Κερύνειας και της Κύπρου δεν φαίνεται να προσέκρουσε  τουλάχιστον   εμφανώς  και   «εκρηκτικά» στην αντίδραση του, εφόσον δεν εκδηλωνόταν «επαναστατικά» κατά της παλαιάς θρησκείας, όπως συνέβη λίγο πιο ύστερα όπως (όλες) οι άλλες πόλεις εὐμοίρησαν ὑψηλῶν καί θείων καθηγεμόνων καί ἀποστόλων θεοειδῶν ἢμαρτύρων περιφανῶν ἢδιδασκάλων ἱερῶν [του Χριστιανισμού]   ἢτίνος ὃλως τῶν δι' ὑπερβολήν ἁγιότητας πρός τόν ὑπεράγιον προεστόναι δυναμένων, έτσι και η Κυρηνία [sic], πόλις οὖσα μεγάλη καί περιφανής... μείζονος [επισκόπου] καί ἀξιοῦται, όπως της χρειαζόταν.

 

Ως ιεράρχης ο Θεόδοτος δίδαξε τους πιστούς και τους αμφιβόλους όχι βεβαίως γράμματα αλλά την χριστιανική θρησκεία. Η διδασκαλία αυτή, με λόγια, έργα και, στις άλλες περιπτώσεις που θα αναφέρουμε πιο κάτω, και με συγγραφές, ήταν η ουσία της παιδευτικής λειτουργίας ενός επισκόπου τότε, αφού ο ίδιος είχε μορφωθεί από την οικογένεια του χριστιανικά. Εξυπακούεται ότι τα βασικά στοιχεία της δικής του παιδείας και των άλλων νέων της τάξεως του, που δεν φαίνεται χαμηλή κοινωνικά, τα έλαβε στα πλαίσια του παραδοσιακού ελληνορωμαϊκού εκπαιδευτικού συστήματος από γραμματοδιδασκάλους, γυμνασιάρχους κ.α., αλλά από τους γονείς του πήρε την χριστιανική ιδεολογία και αγωγή, που θα πρέπει να έγινε κτήμα των διδασκάλων μόνο αρκετό καιρό μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία (αρχές 4ου αι.), όπως γνωρίζουμε από τις περιπτώσεις των σχολών της Γάζας, της Αλεξάνδρειας, της Βηρυτού, της Αντιόχειας, των Αθηνών κλπ.

 

Διδασκαλίες του Θεόδοτου: Ο Θεόδοτος ως επίσκοπος πᾶσι τρόποις τῶν ἐμπεπιστευμένων αὐτῷψυχῶν ἐπιμελούμενος καί παραινέσεσι χρησταῖς [=με το κήρυγμα και τη διδασκαλία διά ζώσης] καί νουθεσίαις ἀγαθαῖς τούς πιστούς καταρτίζων, τούς ἀμφιβόλους δέ καί διψύχους ἐν τῇπίστει βεβαιῶν, καί τῶν αἱρετικών μέν τήν ψυχόλεθρον ἀποκρουσμένος διδαχήν, τούς Ἓλληνας δέ κατ' ὀλίγον τῆς τῶν εἰδώλων πλανήσεως ἐξείργων καί τῷεὐαγγελίῷλόγῳπροσάγων καί προσοικειούμενος, γι’ αυτό και υπέστη την τύχη του ἀρχιποιμένος [=Χριστού], δηλαδή τον μαρτυρικό θάνατο.

 

Ο θάνατος ήρθε ως συνέπεια της προκλήσεως της χριστιανικής παιδείας που ενσάρκωνε και διέδιδε ο Θεόδοτος έναντι της κυρίαρχης ειδωλολατρικής, έναντι του «κατεστημένου» παιδευτικού και ιδεολογικού συστήματος: Ἐπειδή γάρ οὐχ ὡς ἐν παραβύστῳ, παρρησία δέ λαμπρῶς τό ἱερόν εὐαγγέλιον ὁμακάριος ἱερουργών καί πάσῃδυνάμει τοῦκατά διδαχήν ὀρθοῦλόγου προεστώς, τούς μέν ἢδη τελεσιουργών ἐν τῇχάριτι προς ἱεροτελεστίαν ἀφώριζε καί λειτουργίαν, τούς δέ ταῖς εἰσαγωγικωτέραις ἀνυψών διδαχαῖς τοῖς τῶν μυστηρίων τελειοτέροις κατηρτίζετο ἐστιδ' οὓς καί τῆς εἰδωλικῆς ἀνακαθαίρων ἀχλύος προς ὑποδοχήν βαπτισμῶν παρεσκεύσζε καί φωτισμῶν (Κυπρ. Σπουδ., ΜΕ', σα. 3-4).  Έτσι μεγάλωνε η Εκκλησία, πρός πληθυσμόν τε καί μέγεθος ἐπιδιδοῦσα καί κραταιουμένη λόγω της διδασκαλίας του Θεοδότου, πράγμα που προκάλεσε την οργή του γνωστού Ρωμαίου διοικητή της Κύπρου Σαβίνου (Antistius Sabinus) - που και μόνο η αναφορά του στο συναξάριον δείχνει την ιστορικότητα του περιεχομένου του- και το μαρτύριο του επισκόπου.

 

Ο τύπος αυτός της ευρείας, μεγάλης κλίμακας παιδευτικής δραστηριότητος σταδιακά συνέβαλε στην υπονόμευση του παλαιού παιδευτικού συστήματος, με σταθμό βέβαια το ανεξίθρησκο Διάταγμα του Μεδιολάνου (Γεν. 313 μ.Χ.), που ο Λικίνιος δημοσίευσε στη Νικομήδεια έξη μήνες αργότερα και που πρέπει αυτόματα να κάλυψε τυπικά και την Κύπρο που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του -τυπικά, διότι έστω με επιφυλακτικότητα ο Λικίνιος συνέχισε τους διωγμούς. Το κλίμα αυτό της αμφιβολίας, που δεν εξέλιπε κατά το υπόλοιπο του 4ου αι. και ως ακόμη τις αρχές και τα μέσα του 5ου αι., ευνοούσε τις υπαινικτικές, αρχικά, εμφανίσεις των χριστιανικών διδαγμάτων σε αρχιτεκτονικά σύνολα, οίκους, έργα τέχνης κλπ., όπως π.χ. στα μωσαϊκά του Οίκου του Θησέως στη Νέα Πάφο, όπου κατά την ανοικοδόμηση και διακόσμηση του μετά τον σεισμό του 370 μ.Χ. Tο θέμα της χριστιανικής σωτηρίας διαφαίνεται σε μια σκηνή. Η επιγραφή στον Ύψιστο Θεό στη Νέα Πάφο κ.α. (3ος αι. μ.Χ.) οδηγεί σε γνωστικό ιουδαϊκό ή / και απροσδιόριστο χριστιανικό συμβολισμό (πρβλ. τοῖς συννάοις θεοῖς στην Αμαργέτη και στο λήμμα Εκκλησία Κύπρου). Η χριστιανική διδασκαλία εμφανίζεται και στον Οίκο του Ευστολίου στο Κούριον, τέλ. 4ου - αρχ. 5ου αι. μ.Χ., με την απεικόνιση της Κτίσεως και την επιγραφική συμπαράθεση χαιρετισμών προς τον Χριστό και τον Απόλλωνα. Όταν η Σαλαμίς ξανακτίστηκε ως χριστιανική Κωνστάντια μετά τους σεισμούς του 332/3 και 343/4, στο θέατρο της δόθηκε μορφή κατάλληλη για παράσταση μίμων και όχι για ξιφομαχίες - τροπή προς χριστιανική θεατρική παιδεία όμοια προς εκείνη που γινόταν ανεκτή και ευδοκιμούσε τότε και στην Κωνσταντινούπολη και απετέλεσε προσωρινό ανασταλτικό παράγοντα για την επικράτηση της πιο ακραίας μορφής χριστιανικού παιδευτικού ιδεώδους, του ασκητισμού. Επίσης η μετάβαση από το αρχαίο παιδευτικό σύστημα στο χριστιανικό τεκμηριώνεται και στην τοποθέτηση παραπετασμάτων ή τοίχων στα αποχωρητήρια του ρωμαϊκού Γυμνασίου της Κωνστάντιας μετά την ανοικοδόμηση του, σύμφωνα προς τη χριστιανική αντίληψη περί «σωματικής ηθικής», που έπρεπε να διδαχθεί στον κατεξοχήν χώρο εφαρμογής του, το Γυμνάσιο, σ’ εποχή που και η λατρεία του Διός Λαβρανίου συνεχιζόταν ακόμη στη Φασούλα. Χαρακτηριστικά επίσης οι στοές του ιδίου Γυμνασίου διακοσμήθηκαν με κολοβωμένα αρχαία αγάλματα. 

 

2. Εκκλησιαστικοί συγγραφείς του 4ου - 5ου αι.: Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς του 4ου αι. κ.ε., κύριοι εκφραστές των ανωτάτων τότε επιπέδων παιδείας της Κύπρου, ήταν:

 

Ο Κύριλλος ή Κυριάκος Πάφου, που έγραψε, κοντά σ’ άλλα θεολογικά έργα, λόγον εἰς τά Θεοφάνεια καί λόγον περί ἐνανθρωπήσεως (όλα χαμένα ∙ Φώτιος, Patrol. Craeca, 103, 1020).

 

Ο Λεδρών Τριφύλλιος, ρήτορας διάσημος, συγγραφέας και θεολογικών και κοσμικών έργων, που όλα επίσης χάθηκαν, αλλά τοποθετούνται από τους θεολόγους και λογίους της εποχής του πλάι στα έργα των Ευσεβίου Καισαρείας, Αθανασίου Αλεξανδρείας [του Μεγάλου], και των μεγάλων Καππαδόκων Βασιλείου, Γρηγορίου και Αμφιλοχίου [Ικονίου]. Μεταξύ άλλων ο Τριφύλλιος έγραψε και Σχόλια στο Άσμα Ασμάτων.

 

Ο μέγιστος όλων, Επιφάνιος Κωνστάντιας (366 - 402/3), πολύκροτος εκκλησιαστικός ηγέτης και μεγάλος συγγραφέας, πήρε τη μόρφωση του στην Παλαιστίνη από όπου καταγόταν, και επομένως υπήρξε φορέας και εισαγωγέας του βαθμού, του ύψους και της ποιότητος της τότε παλαιστινιακής ελληνοχριστιανικής παιδείας στην Κύπρο. Τα έργα του, πολλά και σημαντικά, με παγκόσμια απήχηση και επίδραση, μνημονεύονται στο αυτοτελές λήμμα για τον Επιφάνια. Εδώ αναφέρουμε ότι τα έργα αυτά αποτελούν το αποκορύφωμα της συγγραφικής εκφράσεως της θεολογικής παιδείας που επέβαλε και διαμόρφωσε στην Κύπρο η ισχυρή προσωπικότητα του. Ο Επιφάνιος με τις μακρές συζητήσεις του προς αιρετικούς της επισκοπής του υπήρξε και παιδευτής του ποιμνίου του με τον προφορικό λόγο, την διδασκαλία στην ευρύτερη έννοια της, και συνέβαλε ουσιαστικά στη διάδοση των γραμμάτων και της θεολογικής παιδείας ειδικότερα. Αν και αμφισβητείται σήμερα (από τον ειδικό Επιφανιολόγο Jürgens Dummer) κατά πόσο ήξερε πράγματι σε βάθος πέντε γλώσσες όπως έλεγαν οι σύγχρονοι του, ωστόσο είχε ασφαλώς αφομοιώσει πλείστες γνώσεις από τις φιλολογικές παραδόσεις των χωρών της Εγγύς Ανατολής και η παιδεία του ήταν πολύπλευρη και πλουσιότατη. Στην Β' οικουμενική σύνοδο (381) το Πιστεύω του Επιφανίου, που, είχε προσθέσει στο έργο του Ἀγκυρωτός (374 μ.Χ.), υπήρξε η βάση και ο σκελετός του Πιστεύω που η σύνοδος συνέθεσε για τους πιστούς ∙ κι αυτό πάλι, το Πιστεύω του Επιφανίου, ήταν αυτούσιο εκείνο της Α' Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας (325) με φραστικές προσθήκες και βελτιώσεις αντλημένες από τη Βίβλο και τα κείμενα των προηγουμένων Πατέρων της Εκκλησίας. Έτσι ο Επιφάνιος δίδαξε την καθόλου Εκκλησία και με το Πιστεύω του, όπως και με τα υπόλοιπα πολλά έργα του, καθώς και με τις αναρίθμητες επαφές του προς μοναχούς, αρχιμανδρίτες, κληρικούς, επισκόπους, ευσεβείς Χριστιανούς των γύρω χωρών, τα πολυάριθμα ταξίδια του, τους «αντιαιρετικούς» αγώνες του και άλλες δραστηριότητες του παιδευτικές στην ευρύτερη έννοια του όρου, τόσο για την Κύπρο όσο και για το σύνολο του τότε χριστιανικού κόσμου, στου οποίου την ιδεολογική διαμόρφωση συνέβαλε αποφασιστικά. Περίεργη μόνο είναι η αντί - εικονική τάση του (βλ. και λήμματα εικονολατρία και εικονομαχία και αγιογραφία), που πέραν της εβραϊκής του καταγωγής μπορεί να ερμηνευθεί και ως υπερίσχυση εντός του της θεολογίας του γραπτού και του προφορικού λόγου αντί της εικονιστικής, που η ανήσυχη φύση του δεν ανεχόταν. Πάντως ο μαθητής και διάδοχός του Σαβίνος δεν παρέλειψε να διακοσμήσει την τεράστια βασιλική της Κωνσταντίας που οικοδομήθηκε προς τιμήν του Επιφανίου, με ψηφιδωτές αγιογραφίες των οποίων βρέθηκαν πλήθος ψηφίδες στην ανασκαφή της, όπως και στις βασιλικές του Κουρίου, της Χρυσοπολίτισσας, και σ’ άλλες λίγο μεταγενέστερες. Η αντιεικονική διδασκαλία του Επιφανίου δεν έγινε δεκτή από την Εκκλησία της Κύπρου, που απεναντίας εφεξής χρησιμοποίησε συστηματικά την αγιογραφία (ψηφιδωτή και ζωγραφική) ως ουσιώδες μέσο διδασκαλίας των δογμάτων της προς τους πιστούς της.

 

Άλλος μαθητής του μεγάλου ιεράρχη και δασκάλου ήταν ο Φίλων, επίσκοπος Καρπασίας, συγγραφέας χαμένης πια Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας σύμφωνα προς τέσσερις μαρτυρίες Χριστιανών συγγραφέων. Σώθηκε όμως το Ὑπόμνημά του στο Ἂσμα Ἀσμάτων και μια επιστολή του πρός Εὐκάρπιον.

 

3. Απόκρυφα έργα του 5ου αι. : Κατεξοχήν διδακτικά υπήρξαν τα έργα της κυπριακής γραμματείας του 5ου μ.Χ. αι., που γράφτηκαν μετά το 431 μ.Χ. (Γ' Οικουμενική Σύνοδος που επικύρωσε το αυτοκέφαλον της Κυπριακής Εκκλησίας) και προ του 488 (επικύρωση του από τον αυτοκράτορα Ζήνωνα μετά την ανακάλυψη ταυ σκηνώματος του αποστόλου Βαρνάβα). Σκοπός των έργων αυτών ήταν να υπερασπίσουν το αυτοκέφαλον της Εκκλησίας του νησιού στον αγώνα της εναντίον των αξιώσεων της Αντιόχειας. Τα έργα αυτά, που χαρακτηρίζονται ως απόκρυφα, αναφέρονται στην ίδρυση της Εκκλησίας της Κύπρου και τους πρώτους επισκόπους της, και στηρίζονται σε τοπικές παραδόσεις όμοιες προς εκείνες από τις οποίες άντλησε ο Νικήτας ο Παφλαγών στοιχεία για το συναξάριον τοῦ Θεοδότου. Ο κύκλος των αποκρύφων αυτών ήταν πλατύς, αλλά σώθηκαν μόνο τρία, οι Περίοδοι καί τό Μαρτύριον τοῦ Ἁγίου Βαρνάβα τοῦ  Ἀποστόλου, ὁ Βίος καί Πολιτεία τοῦ  ἁγίου καί ενδόξου πατρός ἡμῶν Αύξιβίου Ἀρχιεπισκόπου γεγονότος Σολίας, ἐν τῇ Κυπρίων νήσῳ, και ο Βίος καί Πολιτεία τοῦ ὁσίου πατρός Ἡρακλείδους. Τα έργα αυτά εκφράζουν το μέσο λαϊκό επίπεδο μορφώσεως και πνευματικότητας, κατεξοχήν θεολογικής και αγιολογικής - μαρτυρολογικής, όμοιας προς τον τύπο του συναξαρίου. Έχουν επίσης πληροφορίες τοπικές (γεωγραφικές, προσωπογραφικές κλπ.) και δείχνουν ότι ο μέσος Κύπριος είχε σαφή γνώση της πατριδογραφίας είτε από σχολική παιδεία είτε από εμπειρίες, επαφές και πληροφορίες, είτε και από τα δυο.

 

Συγγενικά κείμενα όμοιας πνευματικής και μορφωτικής στάθμης και ποιότητος αποτελούν οι Λόγοι τοῦ μοναχοῦ Ἀλεξάνδρου εἰς τήν εὓρεσιν τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ (= σύνοψη της βιβλικής και εκκλησιαστικής ιστορίας ως την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου), και Ἐγκώμιον εἰς Βαρνάβαν τόν Ἀπόστολον, που περιέχει περιγραφή της ὡραίας καί ἀξιεράστου πόλεως γύρω από το μοναστήρι του Αποστόλου Βαρνάβα που έκτισε ο αρχιεπίσκοπος Ανθέμιος για να τοποθετήσει τα λείψανα του ιδρυτή της Κυπριακής Εκκλησίας μετά την εύρεσή τους στα 488. Ο Αλέξανδρος, φύλακας του τάφου του αποστόλου, μοναχός προσκολλημένος συναισθηματικά στον πιο πάνω ναό, αντιπροσωπεύει κι αυτός την μορφωτική στάθμη του μέσου Κυπρίου του 6ου αι. (β' μισό), ειδικά της Κωνσταντίας, απ’ όπου καταγόταν, και της περιοχής της.

 

Ο Αλέξανδρος παραδέχεται ότι οὐδέν γάρ τῆς ἐγκυκλίου παιδεύσεως ἐν μυήσει γεγόναμεν, καί τήν ἐξ ἀσκήσεως γυμνασίαν κεκτήμεθα (Patrologia Graeca, 87,3, στήλ. 4016), δηλαδή δεν σπούδασε συστηματικά αλλά ασκήθηκε, προφανώς στα εκκλησιαστικά - λειτουργικά πλαίσια (το Γυμνάσιο της Κωνσταντίας μετά την ανοικοδόμησή του μετετράπη σε λουτρά και το σύστημα της αρχαίας παιδείας κατέρρευσε, αν και ίχνη της παρέμειναν στην ἐγκύκλιον παίδευσιν, που όμως δεν ήταν σε όλους προσιτή). Η γλώσσα του περιέχει και τύπους λαϊκούς συντακτικούς και λεξιλογικούς, όπως και εκείνη των αποκρύφων του 5ου αι., από τα οποία παραθέτουμε δείγμα: Ἡμῶν δέ ἐπιτελούντων τό ἒργον τοῦΘεοῦμετά παντός τοῦ  ὂχλου καί τῆς ὑμνωδίας διαγομένης, παραγίνεται τις ἀπό προαστείου Περάτου [= Τα Πέρα] τό καλούμενον [ασυνταξία] ὑπό πνεύματος δεινότατου ἑλαυνόμενος ....Ἂνθρωπε τοῦΘεοῦ, οὐκ ἢδειν σε τις ἧς, καί ἡμῶν λιματτομένων, παρεγένου ἐπί τῆς θαλάσσης... (το ρ. λιμάττω = νεότ. κυπρ. λιμάσσω). Ιδεολογικά η μόρφωση των κειμένων είναι θεολογική και σ’ αυτά ο όρος Έλλην σημαίνει τον ειδωλολάτρη: εἰς τόν οἶκον αὐτῶν ηὕραμεν [όπως σήμερα στην Κύπρο, αντί ηὕρομεν) πλῆθος Ἑλλήνων. Η εσωτερική ποιοτική σχέση των έργων του Αλεξάνδρου και των αποκρύφων του 5ου αι. είναι βέβαιη.

 

Κατά τα τέλη του 6ου και στις αρχές του 7ου αι. έζησε ο μόνος μεσαιωνικός Κύπριος γεωγράφος Γεώργιος* ο Κύπριος, από τη Λάπηθο, του οποίου η Descriptio Orbis Romani μαρτυρεί υψηλή γεωγραφική παιδεία που ο συγγραφέας έλαβε και στην Κύπρο, αλλά ίσως και σε κάποια εξωκυπριακή βυζαντινή σχολή όπως εκείνη στην οποία εστάλη ο - Αρσινόης Αρκάδιος, του 4ου - 5ου αι., σύμφωνα προς τον άγιο Νεόφυτο - στην Κωνσταντινούπολη - ή και στις προσωπικές παρατηρήσεις του για τη σύγχρονη και προγενέστερη πολιτική γεωγραφία της αυτοκρατορίας ως την Ιταλία.

 

4. Κείμενα του 7ου αι.: Εκλαϊκευτική γλωσσική μορφή έχουν μια σειρά αγιολογικά κείμενα του 7ου αι., που συνέταξαν Κύπριοι συγγραφείς της περιόδου όπως ο Ιωάννης ο Ελεήμων* πατριάρχης Αλεξανδρείας (610 - 619), που ανατράφηκε πάση παιδεία καί νουθεσία Κυρίου, δηλαδή μ’ εκκλησιαστική παιδεία, τα λεγόμενα ιερά καί θεία γράμματα, βάση της έσω αναγωγής [= ιεράς μορφώσεως], Ο Βίος του Ἁγίου Τύχωνος Αμαθούντος από τον διαπρεπή αυτόν ιεράρχη αναφέρεται στις σχέσεις ειδωλολατρών -Χριστιανών κατά τον 4ο αι., που ο συγγραφέας γνωρίζει από τις εμπειρίες του στη γενέτειρα του ιδίου και του αγίου: γνώση της ιστορίας, πατριδογνωσία, είναι ένα στοιχείο της μόρφωσης του Ιωάννη, πέραν της χριστιανικής ζωής και ιδεολογίας.

 

Ο σημαντικότερος συγγραφέας του 7ου αι. ήταν ο Λεόντιος επίσκοπος Νεαπόλεως [=Λεμεσού, πέθανε το 650] που έγραψε Βίον τοῦ Ἰωάννου Ἐλεήμονος, Βίον καί Πολιτείαν τοῦ ἀββᾶ Συμεών τοῦ διά Χριστόν ἐπονομασθέντος Σαλοῦ τοῦ Ἐδεσσηνοῦ, ασκητή του 6ου αι., και Βίον τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος Τρεμιθοῦντος που χάθηκε. Ο Βίος του Συμεών αρχίζει έτσι: Οἱ τό διδασκαλικόν προς ἀλλήλους σπεύδοντες μεταδιώκειν ἀξίωμα ὠφείλασιν ἐκ τοῦ  ἑαυτῶν βίου τήν ἑτέρων διδασκαλίαν ὑποδεικνύειν καί τύπον ἑαυτούς πᾶσιν παρέχειν ἀρετῆς ἐνθέου πολιτείας...οὓτω λαμψάτω τό φῶς ἡμων ἒμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων... (L. Ryden, Das Leben des Heiligen Narren Symeon von Leontios von Neapolis, Stockholm, 1963, σ. 121).

 

Η διδασκαλία διά του παραδείγματος, βασικό μοτίβο του χριστιανικού εκκλησιαστικού παιδαγωγικού συστήματος, αναπτύσσεται εφεξής στο κείμενο. Η λαϊκή θαυματολογία του αποτελεί μέρος της τότε πνευματικής παραδόσεως, που όχι σπάνια παρεξέκλινε προς την μαγεία, όπως μαθαίνουμε για ιερέα δεκαέξι μίλια από την Κωνσταντία στα 638/9 στην κώμη Τριαχίδες (Κ.Π. Κύρρης στα Βυζαντινά, Β', 1970, σ. 66). Άλλοι αγιολόγοι του 7ου αι. ήταν ο Θεόδωρος επίσκοπος Πάφου ( Ἐγκώμιον εἰς Ἃγιον Σπυρίδωνα), ο Αρκάδιος αρχιεπίσκοπος Κύπρου, ο Τρεμιθούντος Θεόδωρος (ακμή 680), ο Πάφου Θεόδωρος (Βίος Ἁγίου Σπυρίδωνος, 655), ο ανώνυμος συγγραφέας του Βίου τοῦ 'Αγίου Θεράποντος, που ως προσμονάριος του αγίου μετέφερε τα οστά του από την πόλη του νησιού όπου φυλάσσονταν (;) στην Κωνσταντινούπολη στα 691, κατά την μετοικεσία των μισών Κυπρίων στην Κύζικο, και τα κατέθεσε στον ναΐσκο της Ελαίας ∙ εκεί έγραψε τον Βίον τοῦ  Ἁγίου Θεράποντος, ἀφήγησις θαυμάτων. Περίπτωση όμοια προς εκείνη του μοναχού Αλεξάνδρου. Από τη γλώσσα των κτιτορικών επιγραφών του υδραγωγείου της Κωνσταντίας των επισκόπων Πλουτάρχου και Αρκαδίου (α' μισό του 7ου αι.) βλέπουμε μια παιδεία όχι χωρίς γραμματική ανεπάρκεια, τουλάχιστον στους τεχνίτες που χάρασσαν τις επιγραφές. Αφετέρου μοναστική παιδεία μαρτυρεί ο διδακτικός Βίος τοῦΦιλεντόλου Ὀλυμπίου, Αμμοχωστιανού μεγαλοεφοπλιστή, από συμπολίτη του που αφηγείται τον θεολογικό προβληματισμό της ιεραρχίας του νησιού μετά τον θάνατο του φιλάνθρωπου αλλά και ασελγούς Φιλεντόλου, αν έπρεπε να ταφεί με τιμές για την πρώτη ιδιότητα ή χωρίς τιμές για την δεύτερη. Ο βιογράφος αναφέρει μια τρίτη λύση βασισμένη στην ιδέα του ενδιάμεσου μεταξύ Παραδείσου και Κολάσεως χώρου, που αντιστοιχεί στο ισλαμικό Αl Araf, παρμένο από το μοναστικό περιβάλλον της περιοχής Σινά όπου είχε ζήσει ο αββάς των σκητών -σπηλαίων - στύλλων της περιοχής Αμμοχώστου Καϊουμάς, που πρότεινε την τρίτη λύση στους επισκόπους ∙ μαρτυρία της μοναστικής επιδράσεως στην παιδεία και στη νοοτροπία του λαού, με κέντρα εκτός Κύπρου τον ευρύτερο μοναστικό χώρο της Αιγύπτου - Παλαιστίνης απ’ όπου πλήθος μοναστές και θεολόγοι έρχονταν ή διέρχονταν από την Κύπρο.

 

5. Ο 8ος αι. και η εικονολατρία: Το εικονολατρικό κείμενο του μοναχού Γεωργίου, Νουθεσία Γέροντος περί τῶν ἁγίων εἰκόνων, που αναθεμάτισε η εικονομαχική σύνοδος του 754 και αποκατέστησε η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος του 787, είναι το μόνο πνευματικό έργο του 8ου αι. που σώθηκε. Η αποκατάσταση έγινε ύστερα από αγόρευση του Κωνσταντίας Κωνσταντίνου, που μαρτυρεί, όπως και η Νουθεσία, εκκλησιαστική παιδεία και δογματική διδαχή και μέσω των εικόνων σ’ ένα λαό στου οποίου το πνεύμα λειτουργεί το θαύμα. Η κοινή γλώσσα των κειμένων αυτών, έχει μικρότερη σχέση προς την Κωνσταντινούπολη και την υψηλή παράδοσή της παρά προς εκείνη της Αλεξάνδρειας και των γύρω παιδευτικών κέντρων της Μέσης Ανατολής, η οποία εξάλλου διεκόπη μετά τις αραβικές επιδρομές, για ν’ αφήσει επί αρκετό χρόνο την Κύπρο στη (σχετική) απομόνωση. Οι θεολογικές πραγματείες του Κυπρίου μοναχού στο Σινά Αναστασίου (Ἐρωτήσεις καί Ἀποκρίσεις, Patrol. Gr., 89, 311- 824), του πρώτου μισού του 8ου αι., δείχνουν υψηλό επίπεδο θεολογικής και μεταφυσικής μόρφωσης, που ο συγγραφέας δεν έλαβε μόνο στην Κύπρο, αλλά και στο Σινά και στη Συρία - Παλαιστίνη όπου ταξίδεψε πολύ, κυρίως σε μοναστήρια. Οι ιδέες του για την αμαρτία και τις συνέπειές της μοιάζουν προς εκείνες του βιογράφου του Φιλεντόλου: μόνος ὁ Θεός ἐπίσταται τι θα συμβεί με την ψυχή του μετανοημένου που ξανάπεσε στην αμαρτία (Patrol. Gr., 89, 709 - 712). Αυτή η προσέγγιση πρέπει να ήταν η κοινή αντίληψη του λαού, λόγω επιδράσεως της μοναστικής παιδείας.

 

6. Ο 9ος και ο 10ος αι.: Κατά διαστήματα όμως, ως τη λήξη των αραβικών επιδρομών και του καθεστώτος ουδετερότητας - συγκυριαρχίας Βυζαντινών και Αράβων, που επιβλήθηκε στην Κύπρο στα 653/4 και κράτησε ως το 963/4 με διακοπές, η επικοινωνία με την Κωνσταντινούπολη αποκαθίσταται, και παιδεία του επιπέδου της πρωτεύουσας γίνεται προσιτή σε μερικούς τουλάχιστον Κυπρίους, όπως ο συγγραφέας του Βίου του Ἁγίου Δημητριανοῦ Κυθρέας, που γράφτηκε αμέσως μετά τον θάνατό του στα 915. Ο συγγραφέας ήταν «μαθητής» του αγίου και πρόσωπο του άμεσου περιβάλλοντός του, και γνώριζε ρητορική, φιλοσοφία και τουλάχιστον μέρος των κλασικών συγγραφέων, δηλαδή κατείχε αρκετά υψηλή ἐγκύκλιον παίδευσιν. Ο ίδιος ο Δημητριανός έλαβε, κατά τον βιογράφο του, ἐν τοῖς θείοις ἢθεσί τε και μαθήμασι παίδευσιν.

 

Ο Βίος τοῦ Ἁγίου Τριφυλλίου, πιθανότατα του α' μισού του 10ου αι., δείχνει γνώση του Filioque και της σχετικής θεολογικής συγκρούσεως Κωνσταντινουπόλεως - Ρώμης από τον Κύπριο συγγραφέα του, ενώ ο Βίος τοῦ Ἁγίου Αύξιβίου τίθεται μεταξύ 6ου και 11ου αι.

 

7. 11ος- 12οςαι. - 963/4 - 1191: Η εσχάτη Βυζαντινή περίοδος: Κατά την περίοδο αυτή η εκπαίδευση προσεγγίζει πιο πολύ στα κωνσταντινουπολίτικα πρότυπα λόγω της ισχυρής τώρα επιρροής της μητροπόλεως της αυτοκρατορίας στο νησί όπως και σ’ όλες τις ανακαταλαμβανόμενες από την αραβική κατοχή επαρχίες, επιρροής στην τέχνη, στην πνευματική ζωή, στην Εκκλησία -τώρα η προχείρησις του αρχιεπισκόπου από τον αυτοκράτορα πριν εκλεγεί, τον καθιστά υποχείριο της κοσμικής εξουσίας, όπως και τον μοναστικό βίο και την εξ αυτού παιδευτική επίδραση. Η ίδρυση μοναστηριών από κρατικούς αξιωματούχους - Κύκκου, Μαχαιρά, Αλύπου, Χρυσοστόμου κ.α. - προκαθορίζει όχι μόνο την κρατική σκοπιμότητά τους αλλά και το περιεχόμενο της πνευματικότητας και της παιδείας που άμεσα ή έμμεσα παρείχαν ή μπορούσαν να δώσουν. Η περίπτωση της Εγκλείστρας του αγίου Νεοφύτου και του ιδίου του αγίου Νεοφύτου είναι η πιο ενδιαφέρουσα εκδήλωση παιδείας που μπορούσε να παράσχει η Κύπρος μέσα στις νέες συνθήκες της πλήρους βυζαντινής κυριαρχίας (πρβλ. και λήμμα ασκητές). Στη μονή Χρυσοστόμου ο Νεόφυτος δεκαοκτάχρονος (1152) ἐγνώρισε τά πρῶτα τῶν γραμμάτων στοιχεῖα καί ἀπεστήθισε τό Ψαλτήριον, δούλεψε ως καλλιεργητής των αμπελιών του μοναστηριού για πέντε χρόνια, αλλά και ως παρεκκλησιάρχης, ταξίδεψε έξι μήνες στους Αγίους Τόπους, δοκίμασε να φύγει για το όρος Λάτρος της Μικράς Ασίας για ν’ ασκητέψει εκεί, λάξευσε την Εγκλείστρα στα 25 του χρόνια, αποστήθισε την Βίβλον Γενέσεως στα 28 του, συνέχισε την αυτομόρφωση, και στα 1177, 43 χρόνων, έγραψε την Τυπικήν Διάταξιν ή Διαθήκην, και εφεξής τα πολλά θεολογικά του έργα. Στο κεφ. θ' της Τυπικῆς Διατάξεως απαγορεύεται η διδασκαλία παιδιών στο μοναστήρι: κοσμικῶν δέ παιδαρίων διδασκαλεῖον ἐν τῇ  Ἐγκλείστρᾳ οὐ συναινῶ οὐδέ προτρέπομαι ∙ ἂθεσμον γάρ τό πρᾶγμα, καί τῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων παραδόσεως ξένον καί ἀλλότριον. Επομένως η παιδευτική θεολογική δραστηριότητα μέσα στο μοναστήρι περιοριζόταν στους μοναχούς, ώριμης ηλικίας. Κατά το ια' κεφάλαιο της Τυπικῆς Διατάξεως, οἱ  ἀδελφοί τρίτον ἐφ’ἑκάστου ἐνιαυτοῦ  [συμβουλεύονται από τον Νεόφυτο] ἀναγινώσκειν τήν παροῦσαν Διάταξιν καί τούς κανόνας ἐν εὐσήμῳ  ἡμέρᾳ, ὃτε οὐδείς λείπει τῶν ἀδελφῶν ...8η Σεπτεμβρίου.... Χριστοῦ Γεννήσεως ...Εὐαγγελισμόν.

 

Οι μοναχοί της μονής Μαχαιρά, που ιδρύθηκε με αυτοκρατορική χορηγία, θεωρούνται από τον μοναχό Νείλο, που είχε ζήσει στην Παλαιστίνη και συνέταξε την Τυπικήν Διάταξίν της στα 1201, θρέμμα καί παίδευμα καί κουρά ταύτης. Κατά τον όρο του κεφαλαίου ριε' της Τυπικής Διατάξεως του Νείλου ([βατή η μονή εις] οὐδέ παίδας λαϊκούς εἰς μάθησιν τῶν ἱερῶν γραμμάτων, ἀλλά πάντας γενειάτας ἢ καί τούς τόν οὗλον ἲσως ἐπανθοῦντα κεκτημένους ταῖς παρειαῖς ∙ τους δέ μονάσαι θέλοντας παίδας διά τό τῆς ἐκκλησίας καταλαβεῖν τήν ἀκολουθίαν, δοθήτωσαν ἐν ἰδιάζοντι κελλίῳ τῆς μονῆς, καί τό ἱερόν ψαλτήριον διδασκέσθωσαν καί τήν ἂλλην ἃπασαν ἀκολουθίαν, καί οὓτω εἰσιτητέον αὐτούς καί δεκτέον), επί της ηγουμενίας του Νείλου ιδρύθηκε στο μοναστήρι σχολή ιερών γραμμάτων στην οποία φοιτούσαν αδελφοί του μοναστηριού, αλλά και λαϊκά παιδία, που μάθαιναν το ψαλτήριον αλλά και την ακολουθίαν όπως και στη μονή Χρυσοστόμου, όπου μόνασε ο άγιος Νεόφυτος, και σ’ όλα τα κοινοβιακά μοναστήρια. Παρόμοια εξυπακούονται για το γυναικείο μοναστήρι που ο Νείλος, ανήγειρε στην Ταμασία: ἱερόν φροντιστήριον γυναικεῖον ἐν Ταμασίᾳ, καί ἀπαρτίσθη ἐφ’ ἁπασιν ἐν τε ἁγίαις καί προσκυνηταῖς εἱκόσιν καί ἳεραῖς καί ψυχωφελέσι βίβλοις καί ἑτέρων θείων ἀναθημάτων ...(κεφ. ρξθ'). Η γλώσσα της Τυπικής Διατάξεως του Νείλου, εκκλησιαστική βυζαντινή όπως κι εκείνη του Νεοφύτου, έχει και λίγες ασυνταξίες και λαϊκούς τύπους, όπως, πιο πολλούς, η Τυπική Διάταξις του Νεοφύτου λόγω της αυτοδιδαχής του. Το κεφάλαιο θ' της Τυπικής Διατάξεως του τελευταίου προσθέτει: ἡ πολλῶν καί ἀπαιδεύτων καί μοχθηρῶν καί ἀνυποτάκτων καί μεμψιμοίρων συναυλία πολλούς θορύβους τίκτει καί σκάνδαλα ,που προϋποθέτει πεπαιδευμένους μοναχούς και επισκέπτες στο μοναστήρι του, και ευνοεί την περαιτέρω παίδευσή τους μέσα στο μοναστήρι. Τελικά όλα τα μοναστήρια παρείχαν εκκλησιαστική παιδεία στους μοναχούς, νεοφύτους και δοκίμους των, και συχνά σε αριθμό παιδιών των γύρω χωριών, όχι πάντως πολλών. Αλλά και στις πόλεις υπήρχαν σχολεία με δασκάλους, όπως μας πληροφορεί ο Γρηγόριος ο Κύπριος, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, από 1283 ως 1289, ένας από τους διαπρεπέστερους λογίους της πρώιμης Παλαιολόγειας περιόδου της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, κατά κόσμον Γεώργιος, που γεννήθηκε στα 1241 από εύπορη οικογένεια της Κύπρου, αγνώστων λοιπών στοιχείων, που εξέπεσε μετά την φραγκική κατάκτηση (1191 κ.ε.). Στην ιδιαίτερη πατρίδα του παρακολούθησε το σχολείο του γραμματιστή ή των ιερών γραμμάτων, και σε ηλικία δέκα χρόνων στάλθηκε στην πόλη των Καλλινικησέων (=Λευκωσία) για να παρακολουθήσει την ἐγκύκλιον παιδείαν σε ελληνικό σχολείο. Επειδή το επίπεδο των διδασκάλων του ήταν χαμηλό, προφανώς λόγω των δυσχερειών που παρενέβαλλε η ξένη κατοχή στην εκπαίδευση, όπως και στην εκκλησιαστική ζωή του τόπου, ο Γεώργιος εντάχθηκε σε λατινικό σχολείο για να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του. Δυσκολευόταν όμως να κατανοήσει τη γλώσσα, και γι’ αυτό κι επειδή αντελήφθη ότι οι Λατίνοι διδάσκαλοί του δεν γνώριζαν σε βάθος την Αριστοτελική φιλοσοφία που ήθελε να σπουδάσει, σε ηλικία δεκαπέντε χρόνων εγκατέλειψε κι αυτό το σχολείο (1257), για να γυρίσει στους γονείς του. Στα 1259 κρυφά έφυγε μέσω Παλαιστίνης για την αυτοκρατορία της Νικαίας, όπου βρήκε το ύψος της παιδείας που επιθυμούσε. Είναι χαρακτηριστικό το χαμηλό επίπεδο και των λατινικών σχολείων της Κύπρου στις πρώτες δεκαετίες της Λατινοκρατίας, που αναστάτωσε την βυζαντινή παιδεία όπως και την Ορθόδοξη Εκκλησία του νησιού, το κέντρο της παιδείας του.

 

8. Τελευταίοι καρποί της βυζαντινής παιδείας: Ο αρχιεπίσκοπος Νικόλαος Μουζάλων* (1106/7-1110) στη σύγκρουσή του με τον δούκα της Κύπρου Ευμάθιο Φιλοκάλη για φορολογικές καταπιέσεις του λαού, έγραψε ένα περίφημο ποίημα εναντίον του (Ἑλληνικά, 7,1934, σσ. 109 -150), δείγμα υψηλού φρονήματος, κοινωνικής συνειδήσεως και παιδείας, που δεν αποκτήθηκε στην Κύπρο αλλά στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Νικόλαος είχε ζήσει και μορφωθεί (καταγόταν από τη γνωστή μεγάλη οικογένεια των Μουζαλώνων), και όπου αργότερα έγινε πατριάρχης. Το ποίημα αντανακλά τις τότε κοινωνικο - πολιτικές συνθήκες του νησιού, όπου οι αυτοκρατορικοί αξιωματούχοι ιδρύοντας και /ή διακοσμώντας μοναστήρια και εκκλησίες σε τεχνοτροπία πρωτεύουσας, μεταφέρουν και με τις διακοσμήσεις, με τις επιγραφές τους και με τα χειρόγραφα και άλλα έργα φιλολογικά και πνευματικά που καταλείπουν, κάτι από την υψηλή παιδεία της Κωνσταντινουπόλεως.

 

Ο σοφός αρχιεπίσκοπος Ιωάννης ο Κρητικός (1152 -1174) συνέβαλε στην πνευματική ζωή του τόπου με αντιγραφές χειρογράφων από αντιγραφείς που εργάζονταν γι’ αυτόν, όπως ο συντοπίτης του Κρητικός Μανουήλ Αγιοστεφανίτης. Ένας άλλος Κρητικός, ο Νικήτας Αγιοστεφανίτης, υπήρξε κατόπιν επίσκοπος Ταμασσού ∙ και αυτός αναγνώρισε την ανεξαρτησία της μονής Μαχαιρά ως σταυροπηγίου ύστερα από αίτηση του Νείλου, που κι αυτός έγινε επίσκοπος Ταμασσού μετά τον Νικήτα (1209 κ.ε.) κι ίσως και για λίγο αρχιεπίσκοπος.

 

Ο σημαντικότερος πνευματικός δημιουργός της Κύπρου κατά τον 12ο - αρχές 13ου αι., ο άγιος Νεόφυτος, μελετάται στο ανάλογο λήμμα. Άξια εξάρσεως εδώ είναι η μαρτυρημένη ύπαρξη σε κάθε σχεδόν επισκοπή και     μοναστήρι ενός αντιγραφείου, scriptorium, στο οποίο μορφωμένοι καλλιγράφοι αντέγραφαν εκκλησιαστικά και άλλα κείμενα, πράγμα που προϋποθέτει παράλληλη ή συναρτημένη προς αυτά λειτουργία σχολείων και / ή σεμιναρίων στα μοναστήρια και τις επισκοπές για τη μόρφωσή τους, που δεν μπορεί στις πιο πολλές περιπτώσεις να ήταν μόνο στοιχειώδης, όπως νομίζεται κάποτε. Οι βιβλιοθήκες των μοναστηριών, π.χ. του Αγίου Νεοφύτου (Τυπική Διάταξις, κεφ.ιβ' ἱερά σκεύη, καί τάς βίβλους καί τάς ἁγίας εἰκόνας ὡς ...ἃπαξ καθιερωθέντα, οὐδείς ὀφείλει τί ἐξ αὐτῶν ἀφελέσθαι), του Μαχαιρά (Τυπική Διάταξις, κεφ. ρξθ΄) κ.α., ήταν κεφάλαια παιδευτικά, όχι βέβαια για το πλήθος του λαού. Και τα scriptoria παρήγαν χειρόγραφα αξιοθαύμαστα, των οποίων η επιστημονική διερεύνηση από ειδικούς αποτελεί σήμερα σπουδαίο κλάδο της βυζαντινής παλαιογραφίας και του βυζαντινού πολιτισμού, που αναζητεί τις καλλιτεχνικές, όχι απλώς παλαιογραφικές, διασυνδέσεις της «Κυπριακής Σχολής» προς τη Σχολή της Νικαίας, αργότερα την Παλαιολόγεια της Κωνσταντινουπόλεως και άλλες μικρασιατικές και επαρχιακές ροπές. Η καλλιγραφική αντιγραφή μαρτυρείται ήδη στη βυζαντινή Κύπρο από τον 6ο αι. στον Βίον τοῦ  Ἁγίου Ἐπιφανίου (Patrol. Gr., 41, 93) ότι ασκείτο στο ἐπισκοπεῖον της πόλεως.

 

Σε κελλιά ή αίθουσες μοναστηριών ή έξω, πλάι σ' αυτές, σε δωμάτια κοντά στους ναούς ή στους νάρθηκές των γινόταν η διδασκαλία από μοναχούς ή κληρικούς. Κι η απαγόρευση σε λαϊκούς στις Τυπικές Διατάξεις Μαχαιρά, Εγκλείστρας αγίου Νεοφύτου κ.α. μοναστηριών να σπουδάζουν στα σχολεία των μοναστηριών δείχνει ότι το αντίθετο ακριβώς ήταν το σύνηθες ενώ οι μέλλοντες να μονάσουν μαθητές φοιτούσαν ἐν ἰδιάζοντι κελλίῳ τῆς μονῆς, διά τό τῆς ἐκκλησίας καταλαβεῖν τήν ἀκολουθίαν... καί τό ἱερόν ψαλτήριον διδασκέσθωσαν καί τήν ἂλλην ἃπασαν ἀκολουθίαν (κεφ. ριε', Τυπικῆς Διατάξεως Νείλου, του Μαχαιρά). Η παράδοση αυτή ανάγεται στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, οπότε οι γονείς του αγίου Τύχωνος Αμαθούντος (4ος αι.) τον αφιέρωσαν στον Θεό τοῖς ἱεροῖς γράμμασιν ἐγγυμνάσαντες τά ἱερά ἐπαναγινώσκειν αὐτόν ἐν τῇ  ἐκκλησίᾳ  ἐθέσπισαν λόγια, ενώ ο άγιος Θεράπων (7ος αι.) κατά το συναξάριόν του ἐπειδή τά ἱερά γράμματα ἐξεπαιδεύθη καί πλήρης τούτων ἐγένετο, ταῖς ἱεραῖς ἐκκλησίαις ἐσχόλαζε τάς θείας γραφάς καθ' ἑκάστην ἐπαναγινώσκων, τα λεγόμενα από τον άγιο Νεόφυτο ιερά παπαδικά γράμματα, στα οποία οι γονείς τους ἐξεπαίδευσαν τον Αρσινόης Αρκάδιο και τον αδελφό του Θεοσέβιο με πρώτο το Ψαλτήριον (όπως έκαμε και ο άγιος Νεόφυτος στον Κουτσοβέντη), συνδυασμένο για παιδαγωγικούς λόγους με την μουσική του. Αν και ειδικά στην Κύπρο δεν μαρτυρούνται, διδάσκονταν συνήθως, πλην της αναγνώσεως, της γραφής και των θρησκευτικών, η αριθμητική, η ιστορία, η μουσική (εκκλησιαστική) και ίσως και η γυμναστική, όπως σ’ ολόκληρο τον βυζαντινό κόσμο. Μετά την τριετή, συνήθως στοιχειώδη, ιερατική εκπαίδευση, που δεν ήταν υποχρεωτική, όπως και οι επόμενες φάσεις της, η ἐγκύκλιος παίδευσις παρείχε γνώσεις και της κλασικής γραμματείας, ρητορικής και φιλοσοφίας, που φαίνεται είχαν γευθεί ο Ιωάννης ο Ελεήμων, ο συγγραφέας του Βίου τοῦ  Ἁγίου Δημητριανοῦ, ο Αρσινόης Αρκάδιος και ο Γρηγόριος ο Κύπριος. Ανώτατες σχολές δεν φαίνεται να λειτούργησαν στο νησί κατά την Βυζαντινή περίοδο (βλ. Αθ. Παπαγεωργίου, στο Δελτίον Ὁμίλου Παιδαγωγικῶν Ἐρευνῶν Κύπρου, Ε', 9-10, Ιούλ. - Δεκ. 1966, σσ. 17-29. Α.I. Dikigoropoulos, Cyprus Betwixt Greeks and Saracens A.D. 647-965, Ph.D. Thesis, Oxford, 1961. Για τα πνευματικά, παλαιογραφικά και καλλιτεχνικά ρεύματα βλ. μεταξύ άλλων προπάντων Αnneliese Weyl Carr, ‘A Group of Provincial Manuscripts from the Twelfth Century’, Dumbarton Oaks Papers, XXXVI, 1982, σσ. 39-81 + εικ. 60).