Ελλάδα και Κύπρος

Αρχαιότητα (μέχρι το 330 μ.χ)

Οι σχέσεις της Κύπρου με τον γύρω της μεσογειακό χώρο άρχισαν κιόλας από τη Νεολιθική εποχή (περ. 6000 π.Χ.) τουλάχιστον, όπως μαρτυρούν τα ευρήματα των αρχαιολογικών ανασκαφών και ιδιαίτερα η ανεύρεση λεπίδων οψιανού λίθου, υλικού που δεν απαντάται στα πετρώματα του νησιού. Αλλά τέτοιες σχέσεις μαρτυρούνται και από τη μελέτη των ανθρωπολογικών υπολειμμάτων. Πράγματι, μελέτες επί ανθρωπίνων σκελετών που βρέθηκαν στον σπουδαιότερο κυπριακό νεολιθικό συνοικισμό, εκείνο της Χοιροκοιτίας, φαίνεται να βρίσκουν ομοιότητες με τους ανθρώπινους τύπους που οι σκελετοί τους βρέθηκαν στην Ελλάδα, στην Κρήτη και στην Ανατολή. Είναι μια πρόσθετη ένδειξη ότι το νησί της Κύπρου είχε από πολύ νωρίς επαφές με τις γειτονικές προς αυτό χώρες.

 

Ωστόσο οι επαφές αυτές εντάθηκαν και συστηματοποιήθηκαν από την εποχή της Πρώιμης Χαλκοκρατίας (περ. 2300-1850 π.Χ.) και βασική αιτία στάθηκε η ανακάλυψη του χαλκού, ορυκτού που βρισκόταν σε αφθονία στην Κύπρο και από το οποίο, όπως αρκετοί μελετητές υποστήριξαν, πήρε και την ονομασία της.

 

Από το πλήθος των κυπριακών αγγείων που βρέθηκαν, ιδιαίτερα στις χώρες της Εγγύς Ανατολής, αλλά και από αγγεία εισαγμένα στην Κύπρο από τις χώρες αυτές και κυρίως από την έναντι της Κύπρου συροπαλαιστινιακή ακτή, όπως και  αγγεία εισαγμένα στο νησί από τη μινωική Κρήτη, φαίνεται καθαρά πως ο χαλκός στάθηκε η βασική αιτία για την ανάπτυξη των πρώτων μεγάλης εκτάσεως εμπορικών επαφών μεταξύ της Κύπρου και των γύρω απ' αυτήν χωρών. Ειδικά για το εμπόριο χαλκού της Κύπρου με την Κρήτη, φαίνεται ότι τούτο είχε αρχίσει όταν οι Κρήτες, οι οποίοι είχαν ήδη εμπορικές σχέσεις με τη συριακή πόλη Ουγκαρίτ, πληροφορήθηκαν για την ύπαρξη στην Κύπρο του πολυτίμου, για την εποχή εκείνη, μετάλλου και άρχισαν να προσεγγίζουν τα κυπριακά παράλια για να το προμηθευτούν, αφήνοντας ταυτόχρονα στο νησί τα δείγματα των δικών τους τεχνών. Από την εποχή αυτή (περ. 1600 π.Χ.) οι σχέσεις της Κύπρου με το Αιγαίο και τον πολιτισμό του, καθώς και με την ηπειρωτική Ελλάδα, διατηρήθηκαν σχεδόν αδιάκοπες καθ' όλη την διάρκεια της Αρχαιότητας. Αψευδείς μάρτυρες των συνεχών αυτών σχέσεων είναι τα αντικείμενα ελληνικής προέλευσης (κυρίως αγγεία) που βρέθηκαν και βρίσκονται στην Κύπρο κατά τις αρχαιολογικές ανασκαφές και που ανήκουν, χρονολογικά, σε όλες τις εποχές της Αρχαιότητας.

 

Ελληνική κεραμική στην Κϋπρο: Πράγματι, η ελληνική κεραμική αντιπροσωπεύεται τακτικά στο κυπριακό έδαφος από τη Γεωμετρική ήδη εποχή, κυρίως με αγγεία που προέρχονται από την Αττική, την Κόρινθο, την Εύβοια, τη Χίο, τη Θάσο, την Ιωνία κλπ. (βλ. Λ. Αντωνιάδη, Μελέτες..., σσ. 145 κ.ε.,285 κ.ε.). Από τον 6ο μάλιστα αιώνα π.Χ. η αττική κεραμική εισχωρεί ακόμη περισσότερο στο νησί, παρά το γεγονός ότι τούτο βρίσκεται διαδοχικά κάτω από την εξουσία των μεγάλων μοναρχιών της Ανατολής (Ασσύριοι, Αιγύπτιοι, Πέρσες). Είναι, λοιπόν, φανερό ότι οι οικονομικές δραστηριότητες δεν επηρεάζονται σοβαρά από τις πολιτικές εξελίξεις. Τούτο, άλλωστε, ίσχυσε και για την ηπειρωτική Ελλάδα αφού καμιά διακοπή δεν παρατηρήθηκε στο εμπόριό της με την Ανατολή, ακόμη κι όταν διεξάγονταν οι Περσικοί πόλεμοι.

Οι πρώτες επαφές της Κύπρου με τον ελληνικό χώρο άρχισαν από την εποχή της ακμής του μινωικού πολιτισμού της Κρήτης. Ωστόσο, ορόσημο στην όλη ιστορική πορεία του νησιού της Κύπρου μπορεί να θεωρηθεί η ανάπτυξη των σχέσεών του με τη μυκηναϊκή Ελλάδα. Οι Μυκηναίοι* έμποροι, από τον 14ο κιόλας αιώνα π.Χ. έφθασαν στην Κύπρο όπου δημιούργησαν τους πρώτους εμπορικούς τους σταθμούς. Γύρω στα τέλη του 12ου π.Χ. αιώνα, ως αποτέλεσμα της καθόδου των Δωριέων στην Πελοπόννησο και του εκτοπισμού των Αχαιών, οι τελευταίοι αποικίζουν ολόκληρο σχεδόν το νησί (βλέπε λήμμα Αχαιοί και Κύπρος).

 

Σύμφωνα προς τις φιλολογικές και αρχαιολογικές μαρτυρίες, οι άποικοι αυτοί προέρχονταν κυρίως από την Αργολίδα*. Αλλά και οι παραδόσεις που αναφέρονται στις πόλεις που ίδρυσαν στην Κύπρο, σχετίζουν το νησί και με μια άλλη περιοχή της Πελοποννήσου, την Αρκαδία*. Άλλωστε η κυπριακή διάλεκτος της εποχής συγγενεύει μ’ εκείνη της Αρκαδίας, την λεγόμενη αρκαδοκυπριακή (βλέπε λήμματα γλώσσα και γραφή).

 

Ετεοκύπριοι: Οι συνέπειες από την εγκατάσταση στην Κύπρο των Ελλήνων αποίκων ήταν τεράστιες. Η εγκατάστασή τους εδώ δεν φαίνεται να είχε γίνει με βίαιο τρόπο, αλλά σταδιακά εξελληνίστηκε το ιθαγενές στοιχείο του νησιού, οι λεγόμενοι Ετεοκύπριοι* (που ονομάστηκαν έτσι από τους μελετητές, κατ’ αναλογίαν προς τους Ετεόκρητες). Ήταν απόλυτα φυσικό ότι οι μετανάστες Μυκηναίοι   Έλληνες θα έφερναν μαζί τους και θα μεταφύτευαν στην Κύπρο τα ήθη και τα έθιμά τους, τις τέχνες και τους θεσμούς τους. Έτσι, ενώ μέχρι τότε ολόκληρη η Κύπρος φαίνεται ότι αποτελούσε μια ενιαία κρατική οντότητα, το βασίλειο της Αλασίας* (που ταυτίστηκε από μελετητές με την πόλη της εποχής του Χαλκού Έγκωμη*), μετά την εγκατάσταση των Ελλήνων στο νησί η δομή του άλλαξε ριζικά. Κάθε καινούργια πόλη που ιδρυόταν από τους Έλληνες, αποτελούσε κι ένα μικρό βασίλειο οργανωμένο σύμφωνα προς το μυκηναϊκό πρότυπο (βλέπε λήμμα βασίλεια Κύπρου - βασιλιάδες). Οι εξουσίες (πολιτικές, θρησκευτικές, διοικητικές, στρατιωτικές κλπ.) ήταν συγκεντρωμένες στα χέρια του μονάρχη. Επίσης όλες οι οικονομικές δραστηριότητες είχαν ως κέντρο τους το βασιλικό ανάκτορο το οποίο διατηρούσε «γραφείς» για την καλύτερη διεκπεραίωση των υποθέσεων αυτών. Στην Κύπρο ο θεσμός της βασιλείας διατηρήθηκε μέχρι και την κατάκτηση του νησιού από τους Πτολεμαίους, ενώ όπως είναι γνωστό, στην ίδια την Ελλάδα είχε καταργηθεί πιο νωρίς, δίνοντας τη θέση του σε άλλες μορφές πολιτευμάτων που ίσχυσαν στις σημαντικές πόλεις - κράτη. Τούτο είναι ενδιαφέρον να τονιστεί, επειδή και άλλα μυκηναϊκά κατάλοιπα είχαν επιβιώσει στην Κύπρο για μακρύτερα χρονικά διαστήματα, ίσως εξαιτίας της αποστάσεώς της από τον κυρίως ελληνικό χώρο, ή και γιατί η Κύπρος ήταν νησί. Τέτοια κατάλοιπα είναι, μεταξύ άλλων, η χρήση της συλλαβικής γραφής για την απόδοση της ελληνικής γλώσσας (γραφής που συνεχίζεται μέχρι και την Ελληνιστική εποχή), η χρήση ενός «αρχαϊκού» πολιτικού και θρησκευτικού λεξιλογίου, τα ταφικά έθιμα (ταφή των νεκρών με το άρμα και τα άλογά τους), οι τακτικές πολέμου (όπως η χρήση του πολεμικού άρματος ακόμη και κατά τον 5ο π.Χ. αιώνα, ενώ στην Ελλάδα είχε εγκαταλειφθεί από τον 7ο π. Χ. αιώνα κι είχε δώσει τη θέση του στη φάλαγγα των οπλιτών).

 

Εγκατάσταση των Φοινίκων: Δυο περίπου αιώνες από την ολοκλήρωση του ελληνικού αποικισμού, άρχισε η εγκατάσταση των Φοινίκων*   στο νησί, που κι αυτοί έφθασαν αρχικά ως μικρές ομάδες εμπόρων και γύρω στα τέλη του 10ου π.Χ. αιώνα εγκαταστάθηκαν οριστικά στην πόλη του Κιτίου*, την κατ' εξοχήν φοινικική πόλη-βασίλειο στην Κύπρο. Έτσι, από την εποχή αυτή, υπάρχουν στο νησί τρία εθνικά στοιχεία: Εκτός από το ελληνικό, που είναι και το πολυπληθέστερο, υπάρχει και το αυτόχθονο (Ετεοκύπριοι) που πιστεύεται ότι είχε περιοριστεί κυρίως στην πόλη Αμαθούντα*, και το φοινικικό (κυρίως στην πόλη του Κιτίου). Κάθε στοιχείο χρησιμοποιούσε τη δική του γλώσσα και γραφή, τη θρησκεία και τις παραδόσεις του.

 

Από τον 8ο π.Χ. αιώνα η Κύπρος άρχισε να γίνεται το αντικείμενο διεκδικήσεων μεταξύ των μεγάλων μοναρχιών της Ανατολής. Την κατέλαβαν πρώτα οι Ασσύριοι, το 709 π.Χ., και ο βασιλιάς τους Σαργών Β' ανάγκασε τους βασιλιάδες της Κύπρου να του προσκυνήσουν τα πόδια, δηλαδή να υποταχθούν σ' αυτόν, καταβάλλοντας φόρο υποτελείας. Ακολουθεί στη συνέχεια η σύντομη κυριαρχία των Αιγυπτίων (569-546 π.Χ.) και τελικά η κυριαρχία των Περσών (546-332 π.Χ.), που είναι και η πιο μακρόχρονη κατά την Αρχαιότητα αλλά και η πιο γνωστή. Είναι στη διάρκειά της που έχουμε στη διάθεσή μας τις πιο πολλές πληροφορίες για τις πολιτικές σχέσεις της Κύπρου με την Ελλάδα, από τις φιλολογικές πηγές.

 

Συμμαχία με τους Έλληνες επαναστάτες: Όταν ξέσπασε η επανάσταση των Ιώνων* ενάντια στην περσική κυριαρχία, οι Κύπριοι με αρχηγό τον πρίγκιπα της Σαλαμίνος Ονήσιλο* ακολούθησαν με δική τους επανάσταση και συμμάχησαν με τους " Ελληνες επαναστάτες. Οι ιωνικές πόλεις, με απόφαση του «Κοινού» τους, βοήθησαν τους Κυπρίους αποστέλλοντας σ' αυτούς ενίσχυση από σημαντικό αριθμό πλοίων. Ο στόλος των Ιώνων νίκησε σε ναυμαχία το στόλο των Φοινίκων οι οποίοι ήταν τότε σύμμαχοι των Περσών. Κατά τη ναυμαχία, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος (V, 112.1), είχαν διακριθεί οι Σάμιοι* (από το ελληνικό νησί της Σάμου). Όμως τελικά η επανάσταση των Κυπρίων απέτυχε επειδή οι κυπριακές δυνάμεις που αντιμετώπισαν τις περσικές κοντά στην πόλη της Σαλαμίνος, ηττήθηκαν. Η ήττα τους οφειλόταν στο ότι ο βασιλιάς του Κουρίου Στασάνωρ καθώς και η δύναμη των πολεμικών αρμάτων των Σαλαμινίων αυτομόλησαν κατά τη διάρκεια της μάχης. Έτσι οι Κύπριοι ἐνιαυτόν ἐλεύθεροι γενόμενοι αὖτις ἐκ νέης κατεδεδούλοντο... (Ηρόδοτος, V, 116.3). Οι Ίωνες, μετά την ήττα των Κυπρίων στη σύγκρουση της ξηράς, επέστρεψαν με τον στόλο τους στον δικό τους χώρο ενώ οι ίδιοι οι Κύπριοι υπέμειναν τις επιπτώσεις της εξεγέρσεώς τους. Ο βασιλιάς των Περσών Δαρείος αντικατέστησε όλες τις ελληνικές ή φιλελληνικές δυναστείες με περσόφιλες ή ακόμη και φοινικικές. Ανάγκασε επίσης τις στρατιωτικές δυνάμεις των κυπριακών βασιλείων ν' ακολουθήσουν τους Πέρσες στην εκστρατεία τους εναντίον των επαναστατημένων ιωνικών πόλεων (Ηρόδοτος, VI, 6.1). Αργότερα, οι φιλοπέρσες πια βασιλιάδες της Κύπρου συνεργάστηκαν βοηθώντας τους Πέρσες στην εκστρατεία*του Ξέρξη κατά της Ελλάδος (480 π.Χ.). Στην εκστρατεία αυτή οι Κύπριοι συμμετείχαν με 150 πλοία (Ηρόδοτος, VII, 90.1 - Διόδωρος, XI, 3.7). Στη ναυμαχία της Σαλαμίνος, που απέληξε σε πανωλεθρία του Ξέρξη, oι   Κύπριοι δεν διακρίθηκαν και απεδείχθησαν, κατά τη φράση της Αρτεμισίας, όχι καλοί σύμμαχοι των Περσών αλλά κακοί δούλοι.

 

Μετά τις λαμπρές νίκες των Ελλήνων κατά των Περσών, και ύστερα από απόφαση της Πανελλήνιας Συμμαχίας, ανελήφθη πρωτοβουλία για την απελευθέρωση των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας. Όπως ήταν επόμενο, η Κύπρος δεν ξέφυγε της προσοχής των Ελλήνων, εξαιτίας και της στρατηγικής της σημασίας αλλά και γιατί αποτελούσε σημαντική ναυτική βάση του περσικού και του φοινικικού στόλου. Εξάλλου, απελευθέρωση της Κύπρου από τους Πέρσες θα σήμαινε ουσιαστικά ότι η νότια Μικρά Ασία, οι ακτές της Συρίας και της Παλαιστίνης, ακόμη και η Αίγυπτος, θα μπορούσαν σχετικά εύκολα να ελέγχονται από τους Έλληνες.

 

Ο στόλος του Παυσανία στην Κύπρο: Για τους λόγους αυτούς, ελληνικός στόλος με αρχηγό τον Παυσανία* και με τη συμμετοχή του Αριστείδη* εστάλη το 478 π.Χ. στην Κύπρο όπου κατόρθωσε ν' απελευθερώσει μεγάλο μέρος του νησιού και ιδιαίτερα τις πόλεις εκείνες στις οποίες στάθμευαν περσικές φρουρές (Θουκυδίδης, Ι, 94.1-2). Όμως, για λόγους που δεν αναφέρονται στις πηγές και μας είναι άγνωστοι, οι ελληνικές δυνάμεις αναχώρησαν ξαφνικά από την Κύπρο για το Βυζάντιο. Πιθανώς δεν θα είχαν συναντήσει την αναμενόμενη υποστήριξη από τους Κυπρίους βασιλιάδες που ήσαν κυρίως περσόφιλοι, μετά την αντικατάσταση των φιλελλήνων. Η εκστρατεία του Παυσανία και του Αριστείδη απετέλεσε, εν πάση περιπτώσει, την πρώτη προσπάθεια που η Ελλάς κατέβαλε για την απελευθέρωση της Κύπρου από τον περσικό ζυγό και για ν' αποκτήσει πολιτικό έρεισμα στο νησί.

 

Μετά την αποτυχία της προσπάθειας της Πανελλήνιας Συμμαχίας, ήταν οι Αθηναίοι που ενδιαφέρθηκαν για την Κύπρο, ιδιαίτερα με την ίδρυση της Συμμαχίας της Δήλου το 478 π.Χ. (βλέπε λήμμα Αθήνα και Κύπρος). Η αθηναϊκή πολιτική της εποχής μπορεί να τοποθετηθεί μέσα στα πλαίσια του αγώνα κατά των Περσών, αφού οι τελευταίοι, μετά από σύντομο διάστημα αδράνειας που ήταν αποτέλεσμα της ήττας τους κατά τους Μηδικούς πολέμους, άρχισαν και πάλι (ανάμεσα στα 469-466) ν' απειλούν την Ελλάδα.

 

Ύστερα από τη νίκη των Αθηναίων στον Ευρυμέδοντα, οι Πέρσες έχασαν οριστικά την επιρροή τους στο χώρο του Αιγαίου πελάγους, ενώ αντίθετα οι Αθηναίοι αύξησαν το πολιτικό τους γόητρο. Η πρώτη προσπάθεια των Αθηναίων ν' απελευθερώσουν την Κύπρο άρχισε πριν από τη λήξη του εξοστρακισμού του Κίμωνος (461 π.Χ.), όταν έστειλαν στην Κύπρο δύναμη από 200 καράβια με αρχηγό τον Χαριτημήδη*. Δεν γνωρίζουμε πολλές λεπτομέρειες για την εκστρατεία αυτή, κατά τη διάρκεια της οποίας θα πρέπει να είχαν γίνει σοβαρές συγκρούσεις, αν κρίνουμε από μια επιγραφή - κατάλογο των πεσόντων στην Κύπρο (και αλλού) Αθηναίων που ανήκαν στην Ερεχθηΐδα φυλή (IG Ι², 929).

 

Όταν ο Κίμων* επέστρεψε, το 456, από την εξορία του στην Αθήνα, έθεσε εκ νέου σ' εφαρμογή το σχέδιο για τον έλεγχο της Κύπρου, αφού πίστευε πως μόνο έτσι θα ήταν δυνατή μια αποτελεσματική επιχείρηση εναντίον των Περσών. Την άνοιξη του 449 π.Χ. στόλος από 200 πλοία ξεκίνησε πάλι για την Κύπρο, υπό την προσωπική αρχηγία του ιδίου του Κίμωνος και με υπαρχηγό τον Αναξικράτη* (Διόδωρος, XII, 4). Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του Κίμωνος στην Κύπρο άρχισαν από την πόλη του Μαρίου(σημερινή Πόλη Χρυσοχούς) που κυριεύθηκε εύκολα. Στη συνέχεια οι Αθηναίοι πολιόρκησαν την πόλη του Κιτίου, αλλά κατά τη διάρκεια της πολιορκίας ο Κίμων πέθανε αιφνίδια. Ο θάνατός του ανάγκασε τους Αθηναίους να λύσουν την πολιορκία του Κιτίου και να δοκιμάσουν μια τελευταία επίθεση κατά της Σαλαμίνος. Παράλληλα ο αθηναϊκός στόλος συγκρούστηκε στ' ανοικτά της ίδιας πόλης με τον περσικό και φιλοπερσικό στόλο τον οποίο και νίκησε. Όμως στη μάχη έπεσε και ο Αναξικράτης που είχε αντικαταστήσει τον νεκρό Κίμωνα (Θουκυδίδης, Ι, 112.4). Με την απώλεια και των δυο αρχηγών, έληξε χωρίς επιτυχία και η δεύτερη προσπάθεια των Αθηναίων γι’ απελευθέρωση της Κύπρου. Η αποτυχία τους αυτή φαίνεται ότι τους έπεισε ν' αναθεωρήσουν την πολιτική τους για ανάληψη μακρινών εκστρατειών. Φορέας της νέας πολιτικής ήταν ο Περικλής και ίσως με δική του πρωτοβουλία συνομολογήθηκε η ειρήνη του Κάλλια η οποία έθεσε τέρμα στις εχθροπραξίες μεταξύ Αθηναίων και Περσών. Ένας από τους όρους της συνθήκης καθόριζε ότι οι ελληνικές πόλεις που βρίσκονταν ανατολικά της Φασήλιδος θα παρέμεναν κάτω από τον περσικό έλεγχο. Επομένως η Κύπρος θα εξακολούθησε να βρίσκεται υπό περσική κυριαρχία, που, όπως αναμενόταν, έγινε ακόμη σκληρότερη.

 

Στο θρόνο ο Ευαγόρας: Νέα περίοδος στις σχέσεις Κύπρου - Αθηνών εγκαινιάστηκε όταν στον θρόνο της Σαλαμίνος ανήλθε ο βασιλιάς Ευαγόρας Α'* (411-374 π.Χ.). Ο Ευαγόρας αναδεικνύεται πρόμαχος του Ελληνισμού στην Κύπρο αλλά και γενικότερα στην Ανατολή. Προσπάθησε να συνενώσει ολόκληρη την Κύπρο υπό την αιγίδα του δικού του θρόνου και συνήψε συμμαχία με τους Αθηναίους (IG Ι²,113). Σημαίνοντες Αθηναίοι βρήκαν καταφύγιο στο βασίλειό του όπου όχι μόνο φιλοξενούνταν πρόθυμα αλλά και λάβαιναν περιουσία ως δωρεάv. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Αθηναίου στρατηγού Κόνωνος* που, μετά την καταστροφή του στόλου του στους Αιγός Ποταμούς, κατέφυγε στο βασίλειο του Ευαγόρα. Με τη μεσολάβηση του Κυπρίου βασιλιά, ανετέθη στον Κόνωνα η αρχηγία του περσικού στόλου με τον οποίο νίκησε τον σπαρτιατικό στόλο και μπόρεσε έτσι να επιστρέψει θριαμβευτής στην Αθήνα. Και τούτο, επειδή η νίκη του Κόνωνος επί των Σπαρτιατών (394 π.Χ.) επέτρεψε στην Αθήνα να ξαναβρεί την ανεξαρτησία της. Ως υψίστη τιμή των Αθηνών, τα αγάλματα του Κόνωνος και του Ευαγόρα στήθηκαν στην αγορά της πόλης (Ισοκράτης, Ευαγόρας, 57 - Παυσανίας, 1,3.2).

 

Ολόκληρη σχεδόν η Κύπρος είχε τότε καταληφθεί από τον Ευαγόρα με τη βοήθεια των Αθηναίων (Διόδωρος, XIV, 110.5). Όμως η ειρήνη του Ανταλκίδα* (386 π.Χ.) που θεωρήθηκε ατιμωτική για τους Έλληνες, έθεσε τέρμα στις σχέσεις αυτές αφού ένας από τους όρους της καθόριζε ότι οι ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας μαζί με τα νησιά Κλαζομενές και Κύπρο, θα ανήκαν και πάλι στην Περσική αυτοκρατορία.

 

(Για την περίοδο αυτή βλέπε λήμματα Αθήνα και Κύπρος και Ευαγόρας Α΄).  

 

Τέρμα οριστικό στην περσική κυριαρχία έθεσε η προέλαση του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ασία (βλέπε λήμμα Αλέξανδρος Μέγας και Κύπρος). Οι Κύπριοι βασιλιάδες έθεσαν στη διάθεση του Αλεξάνδρου τις στρατιωτικές τους δυνάμεις, μάλιστα συμμετείχαν και οι ίδιοι προσωπικά στην πολιορκία της Τύρου, όπου η συμβολή τους στην άλωση της πόλης αυτής ήταν σημαντική αφού κατέλαβαν το βόρειο λιμάνι της. Σ' αντάλλαγμα ο Αλέξανδρος τους άφησε ελεύθερους να διαχειρίζονται τις υποθέσεις των βασιλείων τους, απαλλαγμένοι πια από την περσική παρουσία. Κύπριοι ακολούθησαν στη συνέχεια τον Αλέξανδρο στα βάθη της Ασίας, άλλοι ως έμπειροι ναυτικοί και άλλοι ως τεχνικοί, αλλά και μερικοί ως στρατιωτικοί.

 

Οι Πτολεμαίοι διεκδικούν την Κϋπρο: Μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου (323 π.Χ.), η Κύπρος έγινε αντικείμενο διεκδικήσεων, μεταξύ των Διαδόχων Πτολεμαίου Α' * και Αντιγόνου*. Αρχικά ο Πτολεμαίος κατόρθωσε να γίνει κύριος του νησιού και να διορίσει τον βασιλιά της Σαλαμίνος Νικοκρέοντα* στρατηγό της Κύπρου, δηλαδή γενικό κυβερνήτη, αφού διέλυσε τον θεσμό των βασιλείων. Το 306 π.Χ. όμως, ο Δημήτριος ο Πολιορκητής* με περιφανή νίκη του στη Σαλαμίνα, απέσπασε την Κύπρο από τον Πτολεμαίο. Λίγο αργότερα, όταν ο Δημήτριος απουσίαζε στην Αθήνα, ο Πτολεμαίος βρήκε την ευκαιρία ν' αποκτήσει ξανά το νησί.

 

Έτσι, από το 294 π.Χ. ως το 30 π.Χ. (με εξαίρεση την περίοδο από το 58 μέχρι το 48/7 π.Χ. που έγινε ρωμαϊκή επαρχία), η Κύπρος βρισκόταν κάτω από την κυριαρχία των Πτολεμαίων, Ελλήνων βασιλιάδων της Αιγύπτου. Οι Πτολεμαίοι άλλαξαν όλες τις κοινωνικές και πολιτικές δομές που ίσχυαν πιο πριν, εισάγοντας εκείνες που υφίσταντο στο βασίλειό τους. Η Κύπρος των πολλών μικρών γραφειοκρατικών βασιλείων ανήκε πια στο παρελθόν. Από τώρα θ' αποτελούσε οργανικό μέλος του Ελληνιστικού κόσμου και θα συμμετείχε σ' όλες του τις εκδηλώσεις.

 

(Για την περίοδο αυτή βλέπε λήμμα Πτολεμαίοι και Κύπρος).

 

Από το 30 π.Χ. μέχρι το 330 μ.Χ. η Κύπρος έγινε ρωμαϊκή επαρχία. Οι σχέσεις της με την Ελλάδα τοποθετούνται πια σ' άλλο επίπεδο, αφού και η ίδια η Ελλάς αποτελεί τμήμα της αχανούς Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Το πιο σημαντικό γεγονός της περιόδου αυτής είναι η διάδοση του Χριστιανισμού στην Κύπρο από τους αποστόλους Παύλο και Βαρνάβα.

 

Λ. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ

 

 

 

Νεολιθική εποχή

6000-3000 π.Χ.

Ανθρωπολογικές ομοιότητες σε σκελετούς που βρέθηκαν στην Κύπρο με σκελετούς που βρέθηκαν στην Ελλάδα και την Κρήτη. 

Χαλκολιθική εποχή

3000-2300 π.Χ.

Εμφάνιση του χαλκού.

Πρώιμη Χαλκοκρατία

 2300-1850 π.Χ.   

Επαφές της Κύπρου με το Αιγαίο και την Κρήτη.

Μέση Χαλκοκρατία

1850-1600/1550 π.Χ.

Επαφές της Κύπρου με το Αιγαίο και την Κρήτη - Επιδρομές των Υκσώς στην Κύπρο.

Ύστερη Χαλκοκρατία

1600/1550-1050 π.Χ.

Εγκατάσταση Μυκηναίων εμπόρων στην Κύπρο - Εμφάνιση της Κυπρομινωικής γραφής - Μυκηναϊκά αγγεία στην Κύπρο -Στενές σχέσεις της Κύπρου με το Αιγαίο - Αποικισμός της Κύπρου από τους Αχαιούς.

Κυπρογεωμετρική εποχή

1050-725 π.Χ.  

Ίδρυση νέων πόλεων - βασιλείων στην Κύπρο - Εγκατάσταση Φοινίκων στην Κύπρο

Κυπροαρχαϊκή εποχή

725-475 π.Χ.  

Κυριαρχία των Ασσυρίων στην Κύπρο (709 π.Χ.) -Κυριαρχία των Αιγυπτίων (569-546π.Χ.) - Κυριαρχία των Περσών (από το 546π.Χ.) - Ιωνική επανάσταση και παράλληλη επανάσταση του Ονήσιλου στην Κύπρο (499π.Χ.) - Ναυτική βοήθεια των Ιώνων προς τους Κυπρίους - Συμμετοχή των Κυπρίων στην εκστρατεία του Ξέρξη κατά της Ελλάδος (480 π.Χ.) - Αποστολή ελληνικού εκστρατευτικού σώματος υπό τον Παυσανία για απελευθέρωση της Κύπρου (478 π.Χ.).

Κυπροκλασική εποχή

475-325 π.Χ.  

Κυριαρχία των Περσών - Εκστρατεία των Αθηναίων με 200 πλοία υπό τον Χαριτημήδη για απελευθέρωση της Κύπρου (461 π.Χ.) - Δεύτερη εκστρατεία των Αθηναίων με 200πλοία υπό τον Κίμωνα για απελευθέρωση της Κύπρου (449 π.Χ.) Βασιλεία του Ευαγόρα Α' (411 374 π.Χ.) και στενότατες σχέσεις του με την Αθήνα - Νέες προσπάθειες για απελευθέρωση της Κύπρου με αθηναϊκή ενίσχυση του Ευαγόρα - Ανταλκίδειος ειρήνη (386 π.Χ.) - Μέγας Αλέξανδρος, και τέλος της περσικής κυριαρχίας -Οι Κύπριοι βασιλιάδες συντάσσονται με το μέρος του Μεγάλου Αλεξάνδρου μετά την νίκη της Ισσού (333 π.Χ.) - Μετέχουν αμέσως μετά στην πολιορκία 7 μηνών της Τύρου, με 120 πλοία -Κύπριοι ακολουθούν τον Αλέξανδρο στην Ασία.

 

Ελληνιστική εποχή

325 π.Χ. -50 π.Χ.

Θάνατος Μεγάλου Αλεξάνδρου (323 π.Χ.) - Η Κύπρος στη διαμάχη των Επιγόνων -Κατάκτησή της από τον Πτολεμαίο και κατάργηση των κυπριακών βασιλείων περί το 312/310 π.Χ. -Κατάκτηση του νησιού από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή (306 π.Χ.) Ανακατάληψή του από τον Πτολεμαίο (294 π.Χ.) - Η Κύπρος υπό τους Πτολεμαίους.

Ρωμαϊκή εποχή

50 π.Χ. -330 μ.Χ.

Η Κύπρος υπό τους Ρωμαίους - Διάδοση του Χριστιανισμού στο νησί από τους αποστόλους Παύλο και Βαρνάβα -Τέλος της Αρχαιότητας.