Ελλάδα και Κύπρος

Ο ελληνισμός υπό ξένη κυριαρχία (1453 - 1821)

Image

Η πτώση της Κωνσταντινουπόλεως στα χέρια των Οθωμανών Τούρκων σήμανε το τέλος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Οι Τούρκοι, που είχαν ήδη υπό την κατοχή τους από τα τέλη του 14ου αιώνα το μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής ηπειρωτικής Ελλάδος και μέχρι το 1453 και την δυτική, επεξέτειναν τώρα την κυριαρχία τους. Μέχρι το 1461 κατακτήθηκαν η Αττική και η Πελοπόννησος. Η Αθήνα έπεσε στα χέρια τους το 1456/8 και το δεσποτάτο του Μυστρά (πατρίδα της βασίλισσας της Κύπρου Ελένης Παλαιολογίνας) το 1460.

 

Από τον υπόλοιπο ελληνικό χώρο, διάφορα τμήματά του παρέμειναν υπό την κατοχή των Λατίνων για χρονικά διαστήματα που ποικίλλουν. Η Κέρκυρα παρέμεινε βενετική κτήση, ενώ τα υπόλοιπα νησιά της Επτανήσου υπό την κατοχή Δυτικών καθ' όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Βενετικές κτήσεις ήσαν επίσης η Εύβοια, που έπεσε στα χέρια των Τούρκων το 1470, η περιοχή της Μεθώνης στην Πελοπόννησο, που κατακτήθηκε από τους Τούρκους το 1500, μερικά άλλα νησιά του Αιγαίου και η Κρήτη, που αλώθηκε από τους Τούρκους στις 27 Σεπτεμβρίου 1669. Η πτώση της Κρήτης εδραίωσε την τουρκική κυριαρχία στις ελληνικές θάλασσες και ιδίως στο Αιγαίο, του οποίου λίγα μόνο νησιά παρέμειναν στα χέρια των Λατίνων. Οι Κυκλάδες κατακτήθηκαν μεταξύ 1566 και 1617, ενώ η Δωδεκάνησος το 1522. Η Σάμος κατακτήθηκε από τους Τούρκους το 1475, η Μυτιλήνη το 1462 και η Χίος το 1566.

 

Η Κύπρος, στα χέρια των Λουζινιανών, αποτελούσε λατινικό βασίλειο οργανωμένο με το δυτικό φεουδαρχικό - τιμαριακό σύστημα, μέχρι το 1489 και στη συνέχεια ετέθη κάτω από την κυριαρχία της Βενετίας, μέχρι το 1570-71, οπότε έπεσε κι αυτή στα χέρια των Τούρκων.

 

Κατά την περίοδο μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, και την εδραίωση της κυριαρχίας τους στον ελληνικό χώρο, οι Τούρκοι εφάρμοσαν ένα ευρύ πρόγραμμα εποικισμού μουσουλμανικών πληθυσμών, κυρίως στα εύφορα εδάφη της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας και της Θράκης. Η μεταφύτευση των πληθυσμών αυτών στην   Ελλάδα (που κατάλοιπά τους υφίστανται μέχρι σήμερα), είχε ως άμεσο αποτέλεσμα τον εκτοπισμό ελληνικών πληθυσμών που κατέφυγαν σε άλλα μέρη, περισσότερο απρόσιτα, του ελληνικού χώρου, αλλά και μετανάστευσαν εκτός, προς διάφορες κατευθύνσεις (Ιταλία -Σικελία, παραδουνάβιες χώρες). Επίσης κύματα ελληνικών πληθυσμών από την Τραπεζούντα και αλλού, μετακινήθηκαν προς την Ιβηρία, τη Γεωργία και τον Καύκασο. Μεταναστευτικό ρεύμα Ελλήνων κατευθύνθηκε τότε και προς την Κύπρο, όπου κι εγκαταστάθηκε.

 

Κατά την περίοδο υποδούλωσης του Ελληνισμού, δεν υφίσταντο βέβαια οποιεσδήποτε σχέσεις της Κύπρου μαζί του σε επίσημο επίπεδο, αφού ελληνικό κράτος δεν υπήρχε. Συνεχίστηκαν όμως ποικίλες σχέσεις του (λατινικού) βασιλείου της Κύπρου με άλλα λατινοκρατούμενα τμήματα του ελληνικού χώρου, όπως η Κρήτη και η Ρόδος. Οι πιο σημαντικές όμως σχέσεις της Κύπρου με τον υπόλοιπο υπόδουλο Ελληνισμό αναπτύχθηκαν και διατηρήθηκαν μέσω της Εκκλησίας. Το γεγονός ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατόρθωσε να επιβιώσει και ν' αναδιοργανωθεί μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και να διατηρήσει το κύρος του, συνέβαλε αποφασιστικά στη διατήρηση επαφών και συνεχών σχέσεων με όλα σχεδόν τα τμήματα του υπόδουλου Ελληνισμού, περιλαμβανομένης της Κύπρου. Βασικές μονάδες της διοικητικής δομής του Πατριαρχείου ήταν οι μητροπόλεις, που, σε αρκετές περιπτώσεις, είχαν «υποκείμενες» επισκοπές. Μητροπόλεις και επισκοπές, καθώς βέβαια και αρχιεπισκοπές, υπαγόμενες στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, λειτουργούσαν σ' ολόκληρο τον ελληνικό χώρο, στη Μικρά Ασία, στη Βλαχία, στη Μολδαβία και αλλού. Η Κυπριακή Εκκλησία, που και η ίδια αντιμετώπιζε τρομερά προβλήματα εξαιτίας των διωγμών που υφίστατο από τη Λατινική Εκκλησία στην Κύπρο, διατήρησε την επαφή τόσο με το Οικουμενικό Πατριαρχείο όσο και με άλλα πατριαρχεία καθώς και με μητροπόλεις και μοναστήρια στον ελληνικό χώρο και εκτός αυτού. Πυκνές σχέσεις της Κύπρου μαρτυρούνται κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και με το Άγιον Όρος (βλέπε λήμμα Άθως και Κύπρος).

 

Επαφές Κυπρίων με άλλους Έλληνες, αναπτύχθηκαν και στη διασπορά όπως για παράδειγμα στη Βενετία, στη Ρώμη (ιδιαίτερα εξαιτίας της εκεί λειτουργίας του Ελληνικού Κολλεγίου Ρώμης*) και αλλού.

 

Οθωμανική αυτοκρατορία: Μετά την κατάκτηση και της Κύπρου από τους Τούρκους (1570/71) και την ένταξή της στην Οθωμανική αυτοκρατορία, οι σχέσεις της Κυπριακής Εκκλησίας (που δεν υφίστατο πλέον τις λυσσαλέες διώξεις της Λατινικής) με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και διάφορα άλλα εκκλησιαστικά και θρησκευτικά κέντρα, έγιναν ακόμη πιο πυκνές. Σε πολλές περιπτώσεις το Πατριαρχείο επενέβη για να επιλύσει προβλήματα της Κυπριακής Εκκλησίας, ενώ η τελευταία πολλές φορές απευθυνόταν στο Πατριαρχείο για μεσολάβηση προς την Υψηλή Πύλη και τον σουλτάνο προς επίλυση σοβαρών προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο κυπριακός Ελληνισμός, κυρίως προβλημάτων βαριάς φορολογίας και συνθηκών διαβίωσης -διοίκησης. Κατά την περίοδο αυτή, στις σχέσεις της υπόδουλης Κύπρου με τον υπόδουλο Ελληνισμό πρέπει ν' αναφερθεί και η παρουσία φωτισμένων Κυπρίων κληρικών στην Κωνσταντινούπολη, όπου υπηρέτησαν τόσο ως σχολάρχες όσο και ως διδάσκαλοι της Μεγάλης του Γένους Σχολής*, αλλά και ως ανώτεροι ή ανώτατοι αξιωματούχοι του Πατριαρχείου, όπως ο Γεράσιμος* (που ανήλθε μέχρι το αξίωμα του πατριάρχη), ο Ηλίας* ο Κύπριος, ο Φώτιος* ο Κύπριος, ο Σαμουήλ* ο Κύπριος κ.α.

 

Κατά την πρώτη περίοδο μετά την τουρκική κατάκτηση της Κύπρου, οι Κύπριοι απευθύνονταν για βοήθεια, προς απελευθέρωση του νησιού τους, στις δυτικές δυνάμεις (όπως η Ισπανία, η Σαβοΐα κ.α.), σε μερικές δε περιπτώσεις με παρασκηνιακές αναμείξεις και ελλαδικών προσωπικοτήτων.

 

Οι Κύπριοι αναπτύσσουν στη συνέχεια επαφές και σχέσεις με τους άλλους Έλληνες της διασποράς, μερικοί δε και με σημαντικές προσωπικότητες του Διαφωτισμού. Ταυτόχρονα οι Κύπριοι που ζούσαν εκτός Κύπρου αποτελούσαν δραστήρια μέλη των εκτός Ελλάδος ελληνικών κοινοτήτων, όπως για παράδειγμα της ελληνικής κοινότητας της Βενετίας.

 

Στη Βενετία, έζησαν σημαντικοί Κύπριοι λόγιοι, μεταξύ δε αυτών και οι Ιλαρίων Κιγάλας* (μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Κύπρου), Νεόφυτος Ροδινός*, Αθανάσιος* ο Ρήτωρ, αρχιμανδρίτης Κυπριανός* (ο συγγραφέας της Χρονολογικῆς Ἱστορίας της Κύπρου που εξεδόθη στη Βενετία το 1788) κ.α. Προσωπικότητες από την Κύπρο, λαϊκοί και κληρικοί, λόγιοι και έμποροι, που συνετέλεσαν στην οικονομική και πνευματική άνοδο του υπόδουλου Ελληνισμού, έζησαν και έδρασαν κατά τους 17ο και 18ο αιώνες και σε άλλες πόλεις της Ιταλίας, στην Αυστρία, στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, στην Αίγυπτο κ.α. Κυπρίους βρίσκουμε ακόμη αναμεμειγμένους σε απελευθερωτικές κινήσεις, όπως για παράδειγμα ο Ιωάννης Καρατζάς*, σύντροφος και στενός συνεργάτης του Ρήγα Φεραίου, που συνελήφθη και εκτελέστηκε μαζί του (13/24.6.1798).

 

Είναι φυσικό ότι κατά την περίοδο αυτή, κατά την οποία ολόκληρος ο ελληνικός χώρος ήταν υπόδουλος, σχέσεις της Κύπρου με την Ελλάδα δεν υφίσταντο σ' όλους ανεξαίρετα τους τομείς. Η περίοδος χαρακτηρίζεται από την τεράστια προσπάθεια του Έθνους να αντεπεξέλθει και να επιβιώσει σαν τέτοιο. Κατά τις παραμονές της επανάστασης του 1821, η Φιλική Εταιρεία* άπλωσε τα πλοκάμια της μέχρι την Κύπρο.

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image