Ένωση

Αγγλοκρατία. Επαναφορά του ενωτικού αιτήματος

Image

Η αλλαγή της διοίκησης με την εκχώρηση της Κύπρου από την Τουρκία στην Αγγλία το 1878, έγινε δεκτή από τους Έλληνες Κυπρίους με αισθήματα ικανοποιήσεως, επειδή θα τερματιζόταν έτσι το σκληρό και σαθρό καθεστώς που τους είχε τυραννήσει για τρεις αιώνες. Το γεγονός ότι από δω και πέρα θα εκυβερνώντο από μια χριστιανική μεγάλη δύναμη αντί από την μωαμεθανική δύναμη, τους έκανε να προσβλέπουν πλέον σε μερικά ιδανικά, όπως η δικαιοσύνη, παράλληλα προς την ελπίδα για κοινωνική και οικονομική πρόοδο. Ωστόσο από την πρώτη στιγμή της αγγλικής παρουσίας στην Κύπρο υπογραμμίστηκε και η προσήλωση των Ελλήνων του νησιού προς την Ελλάδα. Ο μητροπολίτης Κιτίου Κυπριανός, καλωσορίζοντας τον πρώτο ύπατο αρμοστή σερ Γκάρνετ Γούλσλεϋ, στη Λάρνακα, όπου αποβιβάστηκε, στις 22 Ιουλίου 1878, είπε και τούτα:

... Ἀποδεχόμεθα τήν ἀλλαγήν τῆς κυβερνήσεως, καθ' ὃσον πιστεύομεν ὃτι ἡ Βρεττανία θά βοηθήσῃ τήν Κύπρον, ὃπως ἒπραξε καί μέ τάς νήσους τοῦ  Ἰονίου πελάγους. Ἳνα ἐνωθῇ μετά τῆς μητρός Ἑλλάδος μετά τῆς ὁποίας φυσικῶς συνδέεται...

 

Η προσδοκία ότι η Αγγλία θα απέδιδε την Κύπρο στην Ελλάδα, που γεννήθηκε στους Κυπρίους από την πρώτη στιγμή, έχοντας κατά νουν και το παράδειγμα των νησιών του Ιονίου πελάγους, εκφράστηκε και στην προσφώνηση του αρχιεπισκόπου Κύπρου Σωφρονίου, όταν υπεδέχθη τον σερ Γκάρνετ στη Λευκωσία: ...Ἡ Κύπρος, ἐξοχώτατε, κατοικεῖται ὑπό λαοῦ φιλησύχου καί εἰρηνικοῦ, πού δέν δύναται νά ἀρνηθῇ τούς πόθους καί τήν καταγωγήν του. Στέργομεν τήν μεταπολίτευσιν, ἐλπίζοντες ὃτι ἡ  Ἀγγλία θά ἐπαναλάβῃ καί ἐν τῇ  ἡμετέρᾳ νήσῳ τό παράδειγμα ὃπερ ἒδωσεν διά τῆς παραδόσεως τῶν Ἰονίων Νήσων εἰς τήν μητέρα Ἑλλάδα...

 

Σύμφωνα προς άλλη μαρτυρία, ο αρχιεπίσκοπος δεν έθεσε ευθέως θέμα ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα, αλλά βεβαίωσε τον Βρετανό επίσημο ότι ο «φιλήσυχος καί εὐάγωγος» λαός του νησιού, χωρίς νά ἀρνηθῇ τήν καταγωγήν καί τούς πόθους αὐτοῦ, θέλει διατελεῖ  ἀφωσιωμένος εἰς τήν νέαν πατρικήν αὐτοῦ κυβέρνησιν..

 

Εν πάση περιπτώσει, οι πόθοι και οι ελπίδες των Ελλήνων Κυπρίων πολύ σύντομα διαψεύστηκαν, οπότε άρχισαν να αποστέλλονται στο Λονδίνο ενωτικά αιτήματα και υπομνήματα, καθώς και αντιπροσωπείες. Μεταξύ αυτών:

* Υπόμνημα εστάλη στο Λονδίνο το 1882, με το οποίο υπογραμμιζόταν ότι ὁ μόνος τῶν Κυπρίων πόθος εἶναι ἡ μετά τῆς μητρός Ἑλλάδος ἓνωσις.

* Το 1887, ενώ στην αυτοκρατορία γιορταζόταν το χρυσό ιωβηλαίο της βασίλισσας Βικτώριας, στην Κύπρο οι Έλληνες όχι μόνο απέσχαν επιδεικτικά, αλλά οργάνωναν και εκδηλώσεις υπέρ της ενώσεως.

* Το 1889, αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον αρχιεπίσκοπο Σωφρόνιο πήγε στο Λονδίνο όπου κι επέδωσε ενωτικό υπόμνημα.

* Το 1895 οργανώθηκαν μαζικά συλλαλητήρια σ' όλες τις πόλεις της Κύπρου και νέο υπόμνημα εστάλη στο Λονδίνο: ... Ὁ ἑλληνικός λαός τῆς νήσου πάντοτε μίαν μόνον λύσιν ἐπόθησε, ποθεῖ καί θά ποθῇ, τήν ὁποίαν καί σήμερον ἐξαιτεῖται πανδήμως, τήν ὃσον τό δυνατόν προσεχῆ καί ταχείαν ἓνωσίν του μετά τῆς ὁμοφύλου καί ὁμαίμονος Ἑλλάδος...

* Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, πολλοί Κύπριοι εθελοντές πήγαν στην Ελλάδα και εντάχθηκαν στον ελληνικό στρατό. Παράλληλα, στην Κύπρο κατά το 1912 τα ενωτικά υπομνήματα που εστάλησαν στο Λονδίνο ήσαν περισσότερο απόλυτα: ...Οὐδεμία ἐγκόσμιος δύναμις δύναται νά καταστρέψῃ ἢ νά ἀλλοιώσῃ τήν θέλησιν [του λαού]   ὃπως ἡ Νῆσός του προσαρτηθεῖ εἰς τό ὁμόφυλον Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος... Παράλληλα, νέα κυπριακή αντιπροσωπεία πήγε στο Λονδίνο για «νά μεταδώσῃ τούς

πόθους τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ».

* Την εποχή αυτή, κατά τις παραμονές του πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, σημειώθηκε και η πρώτη σοβαρή ανάμειξη της Ελλάδος στο ζήτημα της ενώσεως. Μέχρι τότε, αλλά κι αργότερα, οι περισσότερες ελληνικές κυβερνήσεις που εξαρτώνταν σε πολύ μεγάλο βαθμό από την Αγγλία και άλλες δυτικές χώρες, απέφευγαν συστηματικά την οποιαδήποτε, ακόμη και έμμεση, θετική ανταπόκριση στις ενωτικές εκκλήσεις των Ελλήνων Κυπρίων. Την εποχή όμως αυτή, ο Ελευθέριος Βενιζέλος διαπραγματεύθηκε σε φιλικό και συμμαχικό τόνο με την αγγλική κυβέρνηση την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, και την παραχώρηση από την τελευταία στρατιωτικών διευκολύνσεων στο Αργοστόλι* της Κεφαλληνίας (βλέπε λήμμα Βενιζέλος Ελευθέριος, όπου και κατοπινές ενέργειές του σχετικές με το αίτημα των Κυπρίων).

 

Στον πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, η Τουρκία συμμάχησε με τη« Γερμανία κατά της Αγγλίας. Η τελευταία κήρυξε τότε άκυρη την αγγλοτουρκική περί Κύπρου συμφωνία του 1878 (που προνοούσε ότι η Κύπρος θα κατεχόταν από την Αγγλία αλλά θα παρέμενε τουρκική) και προσάρτησε την Κύπρο. Μια αγγλική προσφορά της Κύπρου στην Ελλάδα με αντάλλαγμα να εγκαταλείψει η δεύτερη την ουδετερότητα της και να πολεμήσει στο πλευρό της Αγγλίας, απερρίφθη από την κυβέρνηση του Α. Ζαΐμη (17.10.1915). Όταν λίγο αργότερα η Ελλάς βγήκε στον πόλεμο, η αγγλική προσφορά απεσύρθη.

 

Το 1917, η παρουσία του Βενιζέλου στο Λονδίνο αναπτέρωσε τις ελπίδες των Κυπρίων για προώθηση του ζητήματός τους. Τηλεγραφήματα και υπομνήματα εστάλησαν στον Έλληνα πρωθυπουργό στην αγγλική πρωτεύουσα, ενώ μια νέα αντιπροσωπεία (πρεσβεία, όπως ελέγετο) μ' επί κεφαλής τον αρχιεπίσκοπο Κύπρου Κύριλλο Γ', αναχώρησε για αποστολή στο Λονδίνο και στο Παρίσι όπου επρόκειτο να διεξαχθούν οι εργασίες της Διασκέψεως της Ειρήνης. Η αποστολή κράτησε 2 περίπου χρόνια, οπότε τον Αύγουστο του 1920 ο Βενιζέλος ανακοίνωσε στα μέλη της στο Παρίσι την οριστική απόφαση της Αγγλίας να κρατήσει την Κύπρο. Τούτο επιβεβαιώθηκε και με ανακοίνωση του αγγλικού υπουργείου Αποικιών (26 Οκτωβρίου 1920).

 

Μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923) διά της οποίας η Τουρκία παραιτήθηκε από όλα τα επί της Κύπρου δικαιώματά της, η Αγγλία προχώρησε στην ανακήρυξη της Κύπρου ως αποικίας του Στέμματος (1η Μαϊου 1925). Η ενέργεια αυτή έγινε δεκτή στην Κύπρο με ποικίλες αντιδράσεις: αφενός εξεφράσθη ικανοποίηση για την τελειωτική απαλλαγή από την τουρκική κυριαρχία, και αφετέρου προκλήθηκαν έντονες διαμαρτυρίες για την παρεμπόδιση της ενώσεως, που προκάλεσαν μια θυμωμένη δήλωση του υπουργού Αποικιών Έιμερυ ο οποίος υπέδειξε στους Κυπρίους: Οφείλετε να εννοήσετε σαφώς, όπως σας υπεδείχθη πολλές φορές, ότι το ζήτημα της ενώσεως είναι οριστικά κλειστό και δεν είναι δυνατό να ανακινηθεί ξανά...

 

Ζήτημα ενώσεως δεν υπάρχει

Για τα επόμενα 30 περίπου χρόνια, η σταθερή απάντηση της Αγγλίας ήταν η αυτή: Ζήτημα ενώσεως δεν υπάρχει.

Στο μεταξύ, η αγγλική διοίκηση άρχισε να εφαρμόζει στην Κύπρο όλο και πιο αυστηρά μέτρα ενόσω το ενωτικό αίτημα γινόταν όλο και πιο επίμονο. Μεταξύ των μέτρων, ήσαν οι απελάσεις και οι εξορίες μαχητικών ενωτικών παραγόντων. Το μέτρο αυτό εγκαινιάστηκε το 1921 με την απέλαση του Νικολάου Καταλάνου και την εξορία του Φίλιου Ζαννέτου, βουλευτή και δημάρχου της Λάρνακος.

 Νέες θυελλώδεις διαμαρτυρίες των Ελλήνων Κυπρίων προκλήθηκαν το 1928 και νέα υπομνήματα εστάλησαν στο Λονδίνο, όταν η αποικιακή κυβέρνηση του νησιού οργάνωσε λαμπρές τελετές για τα 50 χρόνια της αγγλικής κατοχής της Κύπρου.

 

Λίγο αργότερα άρχισαν να δημιουργούνται εθνικιστικές οργανώσεις, μέσω των οποίων η συμμετοχή του λαού έγινε μαζικότερη. Μέχρι τώρα, τον ενωτικό αγώνα κατηύθυνε η Εκκλησία, με την οποία συνεργάζονταν διάφοροι παράγοντες της αστικής τάξης (δήμαρχοι, πολιτευτές, εκπαιδευτικοί κλπ.). Τώρα, η συμμετοχή περισσότερου λαού σε οργανωμένα σύνολα προσέδωσε στον αγώνα μια μεγαλύτερη και λαϊκότερη διάσταση. Τέτοιες οργανώσεις ήσαν η Εθνική Οργάνωσις Κύπρου* (ΕΟΚ), η Εθνική Ριζοσπαστική Ένωσις Κύπρου* (ΕΡΕΚ) κ.α.

 

Η μαζική συμμετοχή του λαού απεδείχθη με το ανοργάνωτο και σπασμωδικό κίνημα του Οκτωβρίου του 1931 (τα λεγόμενα Οκτωβριανά*). Το κίνημα, που ξέσπασε από αφορμή την επιβολή ενός νέου δασμολογικού νόμου, μετετράπη σε εθνικιστική εξέγερση που επεξετάθη σε όλες σχεδόν τις περιοχές της Κύπρου κι έφθασε μέχρι την πυρπόληση και αυτού τούτου του κυβερνείου. Τελικά το κίνημα κατεστάλη, οι Έλληνες Κύπριοι κήδεψαν τους νεκρούς τους και αναγκάστηκαν να πληρώσουν τις ζημιές. Παράλληλα αρκετοί από τους ηγέτες του κινήματος εστάλησαν στην εξορία, ενώ στην ίδια την Κύπρο επεβλήθη ένα σκληρό δικτατορικό καθεστώς που κράτησε μέχρι και τον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο.

 

Αναδιοργάνωση, διαφωνίες και δυναμισμός: Οι χιλιάδες Έλληνες Κύπριοι που κατετάγησαν στον αγγλικό στρατό και πολέμησαν σε διάφορα μέτωπα κατά τον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, είχαν δώσει πίστη στο σύνθημα που είχαν προβάλει οι Βρετανοί: Κύπριοι, κατατασσόμενοι στον αγγλικό στρατό, αγωνίζεστε για την Ελλάδα και την Ελευθερία.

 

Το σύνθημα αυτό δεν έδινε καμιά σαφή αγγλική υπόσχεση, υπονοούσε όμως ότι μετά το τέλος του πολέμου η Κύπρος θα είχε το δικό της μερίδιο στη νίκη, που θα ήταν η απόδοση της ελευθερίας της, την οποία ελευθερία οι Έλληνες Κύπριοι ταύτιζαν με την ένωση του νησιού τους με την Ελλάδα.

 

Κατά τη διάρκεια του πολέμου, και μετά την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα, ο Έλληνας βασιλιάς που εγκατέλειψε τη χώρα του, υπέβαλε αίτηση στο Λονδίνο να χρησιμοποιήσει την Κύπρο ως προσωρινή έδρα της εξόριστης κυβέρνησής του και του ιδίου, όμως η αίτηση απερρίφθη με τη δικαιολογία ότι οι Γερμανοί πιθανώς να εισέβαλλαν στο νησί. Η ελληνική κυβέρνηση φιλοξενήθηκε στο Κάιρο.

 

Το τέλος του πολέμου και η νίκη των συμμάχων δεν σήμανε και την ελευθερία της Κύπρου. Η πρώτη ελληνική κυβέρνηση που σχηματίστηκε στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση (με αρχηγό της τον Γεώργιο Παπανδρέου) δεν τόλμησε να περιλάβει την Κύπρο στις εθνικές διεκδικήσεις γιατί τούτο θα σήμαινε ότι η Ελλάδα θα ερχόταν σε σύγκρουση με την Αγγλία η οποία κατείχε το νησί και από την οποία η Ελλάδα εξακολουθούσε να εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό.

 

Στην ίδια την Κύπρο, μοναδική «επιβράβευση» που πρόσφεραν οι Άγγλοι ήταν ένα πιο φιλελεύθερο σύνταγμα αυτοκυβερνήσεως, που όσες φορές προτάθηκε, απερρίφθη ασυζητητί από την Δεξιά και την Εκκλησία, με πεισματική επανάληψη σε πολλούς τόνους του συνθήματος ένωσις και μόνον ένωσις.

 

Η Εκκλησία, που είχε παραμείνει ακέφαλη από το 1931 οπότε δυο ανώτατα στελέχη της είχαν σταλεί στην εξορία (Κυρηνείας Μακάριος* και Κιτίου Νικόδημος) και ιδίως από το 1933 που πέθανε ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος Γ', μπόρεσε μετά το τέλος του πολέμου να αναδιοργανωθεί και στελεχωθεί. Οι νέοι εκκλησιαστικοί ηγέτες ήσαν όλοι φανατικά ενωτικοί (αρχιεπίσκοπος Μακάριος Β', Κυρήνειας Κυπριανός, Κιτίου Μακάριος, Πάφου Κλεόπας).

 

Την πρώτη της μεγάλη αντεπίθεση η αναδιοργανωμένη Εκκλησία πραγματοποίησε στη Λευκωσία στις 3 Οκτωβρίου 1948, με μαζικό και ιδιαίτερα δυναμικό παγκύπριο ενωτικό συλλαλητήριο. Στο συλλαλητήριο μίλησαν ο αρχιεπίσκοπος και οι τρεις μητροπολίτες, όλοι με φλογερούς υπέρ της ενώσεως λόγους. Ιδιαίτερα ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος Β' (ο πρώην μητροπολίτης Κυρήνειας και, παλαιότερα, εθελοντής αγωνιστής στον ελληνικό στρατό), γέρος πια, κατέλιπε στον κυπριακό λαό την μοναδική του υποθήκη, με την ομιλία του στο συλλαλητήριο:

 

- ...Προσεύχομαι πρίν κλείσω τούς ὀφθαλμούς μου ὃπως δώσει εἰς ἐμέ ὁ Θεός τήν ὑπέρτατον εὐτυχίαν νά ἰδῶ τήν πατρίδα μου ἐλευθέραν... νά εὐλογήσω τήν ἓνωσιν. Ἀλλ ' ἐάν αἱ  ἀνεξερεύνητοι βουλαί τοῦ Κυρίου μέ καλέσουν εἰς τήν ἀτελεύτητον ζωήν ἐνωρίτερον, μίαν πρός πάντας ὑμᾶς καί σύμπαντα τόν κυπριακόν λαόν καταλείπω ὑποθήκην, τήν ὁποίαν καί ἐξορκίζω πάντας νά τηρήσετε: παραμείνατε πιστοί εἰς τον Θεόν καί εἰς τήν Ἑλλάδα καί συνεχίσατε ἀγωνιζόμενοι ὃλῃ τῇ ψυχῇ καί δυνάμει διά τήν ἐλευθερίαν, μέ μοναδικόν καί ἀναλλοίωτον σύνθημα τήν Ἓνωσιν καί μόνον τήν Ἓνωσιν...

 

Διαφωνίες μεταξύ των Ελληνοκυπρίων: Κατά την εποχή αυτή (1947-48) παρατηρήθηκαν και οι πρώτες σοβαρές διαφωνίες μεταξύ των Ελλήνων Κυπρίων, ως προς τη νέα γραμμή και τακτική του αγώνα που έπρεπε ν' ακολουθηθεί για την αίσια κατάληξη του Κυπριακού ζητήματος. Οι διαφωνίες ήσαν σοβαρές και εκφράστηκαν κυρίως με την αντιπαράταξη της Δεξιάς και της εθναρχούσας Εκκλησίας (ένωσις και μόνον ένωσις) με την Αριστερά η οποία απεδέχθη να συζητήσει με τους Άγγλους θέματα αυτοκυβέρνησης και αποδοχής ενός νέου συντάγματος, ως μεταβατικό στάδιο για την πλήρη απελευθέρωση του νησιού. Οι διαφωνίες εξελίχθηκαν σε σοβαρή ρήξη όταν οι Βρετανοί συγκάλεσαν τη λεγόμενη διασκεπτική* συνέλευση, την οποία η Δεξιά αποκήρυξε ασυζητητί και στην οποία η Αριστερά μετείχε. Στη διασκεπτική μετείχαν και οι αντιπρόσωποι των Τουρκοκυπρίων. Οι Τούρκοι της Κύπρου ήταν ένας σοβαρός παράγων που, όπως έγινε αργότερα παραδεκτό, είχε ολότελα αγνοηθεί από την Κυπριακή Εκκλησία και την Δεξιά. Ο σοβαρός αυτός παράγων, που άρχισε ήδη από την εποχή αυτή να εκδηλώνει περισσότερο έντονα την αντίθεση του στο ελληνοκυπριακό αίτημα της ενώσεως, αντιπροβάλλοντας ταυτόχρονα ένα δικό του σύνθημα, το τταξίμ (=διχοτόμηση), θα ήταν στο τέλος ο περισσότερο κερδισμένος.

 

Κατά την εποχή του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, η κυπριακή Αριστερά (ΑΚΕΛ) είχε επαφές με τους Έλληνες κομμουνιστές ηγέτες στα ελληνικά βουνά, που είχαν ως συνέπεια την αλλαγή της γραμμής του ΑΚΕΛ, που μετά την παταγώδη αποτυχία της διασκεπτικής ετάχθη και αυτό υπέρ της αμέσου ενώσεως του νησιού με την Ελλάδα.

 

Μεταξύ των ποικίλων εκδηλώσεων υπέρ της ενώσεως που, καθημερινά σχεδόν, συνέβαιναν στην Κύπρο, σημαντικότερη ήταν το ενωτικό δημοψήφισμα της 15 Ιανουαρίου 1950, που έγινε με πρωτοβουλία της Εκκλησίας και της Εθναρχίας και που υποστηρίχθηκε και από την Αριστερά. Κατ' αυτό, ποσοστό 96% περίπου του κυπριακού Ελληνισμού ετάχθη ανεπιφύλακτα και πανηγυρικά υπέρ της ενώσεως (βλέπε λεπτομέρειες στο λήμμα δημοψήφισμα).

 

Αν και το δημοψήφισμα και το αποτέλεσμά του δεν έγιναν δεκτά από τους Άγγλους, ωστόσο η όλη εκδήλωση ήταν σημαντική γιατί, μεταξύ άλλων, στάθηκε η απαρχή της διεθνούς προβολής του Κυπριακού προβλήματος. Μετά το δημοψήφισμα, μια νέα πρεσβεία της Δεξιάς εστάλη στο εξωτερικό για να γνωστοποιήσει το αποτέλεσμα στα αναμεμειγμένα ή ενδιαφερόμενα μέρη, παράλληλα δε, εστάλη και άλλη πρεσβεία της Αριστεράς, γιατί κανένας εκπρόσωπός της δεν περιελήφθη στην πρώτη.

 

Σταθμός η εκλογή του αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ': Σημαντικός σταθμός στην πάρα πέρα πορεία του ενωτικού αγώνα στάθηκε η εκλογή του μητροπολίτη Κιτίου ως αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' (Οκτώβριο του 1950), μετά το θάνατο του Μακαρίου Β' στις 28 Ιουνίου 1950). Παράλληλα, μια νέα κατάσταση πραγμάτων άρχισε να δημιουργείται στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου: η «αλλαγή φρουράς» με την παράδοση σταδιακά της σκυτάλης του «κηδεμόνα» και «προστάτη» από τους Άγγλους στους Αμερικανούς. Η όλο και ενεργότερη ανάμειξη των Αμερικανών, κυρίως στα ελληνοτουρκικά πράγματα, άρχισε από τις 10 Μαρτίου 1947, με την εξαγγελία του περιβόητου «δόγματος Τρούμαν» (από το όνομα του Αμερικανού προέδρου) για οικονομική και στρατιωτική βοήθεια προς την Ελλάδα και την Τουρκία. Στη συνέχεια, την Ελλάδα θα κυβερνούσαν στην ουσία οι εκάστοτε Αμερικανοί πρεσβευτές στη χώρα οι οποίοι και ανεβοκατέβαζαν κυβερνήσεις της αρεσκείας τους! Έτσι, μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, ενώ οι Έλληνες της Κύπρου έθεταν πλέον όλο και πιο επιτακτικά κι όλο και πιο δυναμικά την αξίωσή τους για ένωση με την Ελλάδα, η ίδια η Ελλάδα ήταν εντελώς αδύναμη να συμβάλει προς την κατεύθυνση αυτή καθ' οιονδήποτε τρόπο. Γιατί αφενός αντιμετώπιζε η ίδια τρομακτικά εσωτερικά προβλήματα που την οδήγησαν και σ' ένα καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο, κι αφετέρου επειδή ήταν υποδουλωμένη σχεδόν ολοκληρωτικά στους Βρετανούς, και, αργότερα, στους Αμερικανούς. Χαρακτηριστική είναι μια δήλωση του Γεωργίου Παπανδρέου προς Κυπρίους πολιτευτές που τον είχαν επισκεφθεί στην Αθήνα, στις 29.9.1950: Ἡ  Ἑλλάς ἀναπνέει σήμερον μέ δύο πνεύμονας, τόν μέν ἀγγλικόν, τόν δέ ἀμερικανικόν, καί δι' αὐτό δέν ἠμπορεῖ, λόγω τοῦ Κυπριακοῦ, νά ἀποθάνῃ  ἀπό ἀσφυξίαν...

 

Για τον λόγο αυτό, ομηρικές ήσαν οι μάχες που σε διάφορες περιπτώσεις έδωσε στην Αθήνα με τις ελληνικές κυβερνήσεις ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος, που αντιμετώπιζε την άρνηση και την αδυναμία τους στην απαίτησή του να προωθήσει η Ελλάδα στον διεθνή πολιτικό στίβο το αίτημα των Ελλήνων Κυπρίων.

 

Ο Μακάριος, αμέσως μετά την εκλογή του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, κινήθηκε παράλληλα προς δυο κατευθύνσεις:

α) Στην οργάνωση του κυπριακού Ελληνισμού και την ψυχολογική προετοιμασία του για δυναμικό αγώνα: συνεχείς περιοδείες του στο εσωτερικό, συνεχή συλλαλητήρια και συνεχείς φλογεροί επαναστατικοί λόγοι και όρκοι υπέρ του ενωτικού αγώνα, αλλά και κινητοποίηση της νεολαίας (οργανώσεις OXEN και ΠΕΟΝ) και έντονη δραστηριοποίηση της Εθναρχίας και των διαφόρων τάξεων του λαού (όπως λ.χ. οι εκπαιδευτικοί και οι αγρότες διά της ΠΕΚ), χαρακτηρίζουν την περίοδο από το 1950 κ.ε.

β) Στην διεθνή προβολή του Κυπριακού και στην εξασφάλιση διεθνούς υποστηρίξεως: αλλεπάλληλα ταξίδια στην Ελλάδα, περιοδείες στην ίδια την Ελλάδα και αφύπνιση του ελληνικού λαού από τη Μακεδονία μέχρι την Κρήτη, στρατολόγηση του ελληνικού στοιχείου των Ηνωμένων Πολιτειών με διάφορες προσωπικές επισκέψεις του, καθώς και επισκέψεις σε διάφορες άλλες χώρες, αιτήσεις στα Ηνωμένα Έθνη κλπ.

 

Την ίδια περίοδο σχηματίστηκε στην Αθήνα επιτροπή που άρχισε να εργάζεται μυστικά για την προετοιμασία επαναστατικού κινήματος στην Κύπρο, του οποίου η αρχηγία ανετέθη από τον Μακάριο στον απόστρατο συνταγματάρχη του ελληνικού στρατού αλλά Κύπριο την καταγωγή Γεώργιο Γρίβα*.

 

Τον Δεκέμβριο του 1952 η γενική συνέλευση του ΟΗΕ με απόφασή της ετάχθη υπέρ της αυτοδιαθέσεως των λαών και κάλεσε τα κράτη-μέλη του Οργανισμού να υποστηρίξουν την αρχή της αυτοδιαθέσεως και να προαγάγουν το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως των μη αυτοκυβερνωμένων λαών που εξακολουθούσαν να βρίσκονται υπό τη διοίκησή τους. Ορμώμενοι από την απόφαση αυτή του ΟΗΕ, οι Έλληνες Κύπριοι υιοθέτησαν τώρα και το σύνθημα της αυτοδιαθέσεως, το οποίο, όμως, συνέδεσαν με το σύνθημα της ενώσεως. Παράλληλα όμως οι Τούρκοι Κύπριοι ύψωναν τώρα ένα ακραίο δικό τους σύνθημα, που και πάλι πέρασε απαρατήρητο από την ελληνοκυπριακή ηγεσία: Η Κύπρος είναι τουρκική! Το γεγονός ότι οι Τούρκοι της Κύπρου αποτελούσαν μια μειοψηφία του 18% περίπου, εδραίωνε την πεποίθηση της ηγεσίας των Ελλήνων Κυπρίων (που δρούσε εκ μέρους του 80% του κυπριακού πληθυσμού) ότι το τουρκικό στοιχείο του νησιού ήταν αμελητέο και δεν ήταν δυνατό να διαδραματίσει οποιονδήποτε καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις. Τούτο ήταν μεγάλο λάθος, γιατί πίσω από την τουρκική μειοψηφία του νησιού βρισκόταν η Τουρκία και γιατί αυτήν ακριβώς τη μειοψηφία υποκίνησαν και χρησιμοποίησαν οι Βρεττανοί προκειμένου να εξουδετερώσουν τον ενωτικό αγώνα των Ελλήνων Κυπρίων. Το όλο ζήτημα της ενώσεως του νησιού με την Ελλάδα δεν ήταν μια απλή πράξη μεταβίβασης ιδιοκτησίας, όπως νόμιζαν οι Έλληνες της Κύπρου. Αντίθετα, το θέμα συνδεόταν με τα γενικότερα συμφέροντα στην ανατολική Μεσόγειο, που ενδιέφεραν ζωηρά την ίδια την Τουρκία (η οποία κατ’ ουδένα λόγο  επρόκειτο να δεχθεί την άμεση ελληνική στρατιωτική και άλλη παρουσία και στα νότια σύνορά της), που ενδιέφεραν και τις μεγάλες δυνάμεις, κυρίως και ιδιαίτερα μετά τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή (ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, διαφοροποιήσεις στη Συρία και σε άλλες αραβικές χώρες, έλεγχος της διώρυγας του Σουέζ, υπόθεση πετρελαίων κλπ.).

 

Στις 28 Ιουλίου 1954, ο υφυπουργός Αποικιών Χένρυ Χόπκινσον, μιλώντας στη Βουλή των Κοινοτήτων, δήλωσε πως: ορισμένες περιοχές μέσα στην Κοινοπολιτεία, λόγω των ιδιαζουσών συνθηκών, δεν ημπορούν να περιμένουν ότι θα ήταν ποτέ δυνατό να καταστούν πλήρως ανεξάρτητες... Υπάρχουν μερικές περιοχές που ποτέ δεν μπορούν να περιμένουν κάτι τέτοιο...

 

Η δήλωση του Χόπκινσον έγινε κατά τη διάρκεια συζήτησης για το Κυπριακό και ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων στην Κύπρο αλλά και στην ίδια την Αγγλία. Ήταν, οπωσδήποτε, μια κυνική δήλωση, που διέγραφε ωστόσο μια πραγματική κατάσταση η οποία, στην περίπτωση της Κύπρου, αποδεικνύεται ως σήμερα. Την δήλωση αυτή, όπως και πολλές άλλες καταστάσεις, οι Κύπριοι την αντιμετώπισαν με πολύ συναίσθημα και χωρίς καθόλου ψυχρή πολιτική ανάλυση και αξιολόγηση.

Α.ΠΑΥΛΙΔΗΣ

Φώτο Γκάλερι

Image