Ηνωμένο Βασίλειο και Κύπρος

Οκτωβριανά- ένταση στις σχέσεις Ελλήνων- Άγγλων

Image

Όταν το Λονδίνο κήρυξε άκυρη τη συμφωνία του 1978 που πρόβλεπε ότι η τελευταία θα κατείχε και θα διοικούσε το νησί, που, ωστόσο, θα εξακολουθούσε ν' αποτελεί ιδιοκτησία του σουλτάνου και προχώρησε στην ανακήρυξη της Κύπρου σε αποικία του αγγλικού στέμματος, εντάθηκε ακόμη περισσότερο και ο αγώνας των Ελλήνων της Κύπρου για εθνική αποκατάσταση και ένωση με την Ελλάδα, που πιο πριν είχε κυρίως τη μορφή άκαρπων διαβημάτων. Η πρώτη σοβαρή επαναστατική ενέργειά τους, αλλά αυθόρμητη, απρογραμμάτιστη εντελώς και ενστικτώδης, συνέβη τον Οκτώβριο του 1931 και ήσαν τα επεισόδια που παρέμειναν γνωστά ως Οκτωβριανά*. Το κίνημα βέβαια κατεστάλη πολύ εύκολα και μερικοί Έλληνες Κύπριοι πολιτικοί και εκκλησιαστικοί ηγέτες στάληκαν στην εξορία. Ακολούθησε η επιβολή σκληρών δικτατορικών μέτρων, που χαρακτηρίζουν μια περίοδο μέχρι και τα χρόνια του δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου που παρέμεινε γνωστή ως Παλμεροκρατία*, από το όνομα του κυβερνήτη Χέρμπερτ Ρίτσμοντ Πάλμερ.

 

Η θύελλα του Παγκοσμίου πολέμου συμφιλίωσε προσωρινά τους Έλληνες Κυπρίους με τους Βρετανούς (συμμάχους της επίσης αγωνιζόμενης Ελλάδας). Όμως μετά τον πόλεμο, κι αφού μεταξύ των αποτελεσμάτων του δεν περιλαμβανόταν και η απελευθέρωση της Κύπρου, οι Έλληνες Κύπριοι μεθόδευσαν ξανά το δικό τους αγώνα γι' απελευθέρωση. Ο αγώνας αυτός απέκτησε τώρα νέες διαστάσεις, διεθνοποιήθηκε, και δεν χαρακτηριζόταν πλέον από αιτήσεις αλλά από απαιτήσεις. Ύστερα από αλλεπάλληλες όσο κι άκαρπες πολιτικές ενέργειες σε διάφορα επίπεδα, ο αγώνας αυτός πήρε τη μορφή ένοπλης επανάστασης κατά των Βρετανών, που άρχισε τον Απρίλιο του 1955 και που κατάληξή του ήταν οι συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου (1959) βάσει των οποίων η Κύπρος κατέστη ανεξάρτητο κράτος στις 16 Αυγούστου 1960.

 

Πρέπει να σημειωθεί ότι στις σχέσεις Κύπρου και Ηνωμένου Βασιλείου καθ’ όλη την περίοδο πριν από το 1960, παρεμβαλλόταν με τρόπο εντελώς ιδιότυπο και η Ελλάδα. Η Ελλάδα, σύμμαχος της Αγγλίας κατά τους δυο Παγκοσμίους πολέμους και εξαρτώμενη από τη χώρα αυτή ως ένα πολύ μεγάλο βαθμό τόσο οικονομικά όσο και πολιτικοστρατιωτικά, ήταν η χώρα που διατηρούσε δεσμούς αίματος με τον Ελληνισμό της Κύπρου, τους οποίους δεν ήταν δυνατό ν' αγνοεί. Ήταν, ταυτόχρονα, η χώρα με την οποία ο Ελληνισμός της Κύπρου (που αποτελούσε και τη συντριπτική πλειοψηφία του 80% των κατοίκων του νησιού) ήθελε να ενωθεί και τυπικά. Δημιουργείτο, έτσι, μια κατάσταση περίεργη αλλά και προβληματική, κατά την οποία:

 

α) Η Κύπρος ζητούσε να ενωθεί με την Ελλάδα, πράγμα που σήμαινε απώλεια του νησιού για τη Βρετανία.

 

β) Η Ελλάδα επιθυμούσε να γίνει αυτή η ένωση, αλλά δεν μπορούσε να την απαιτήσει κιόλας, γιατί θα ερχόταν σε σύγκρουση προς την Αγγλία, φίλη και σύμμαχο χώρα, καθώς και με ολόκληρο το συνασπισμό των δυτικών κρατών.

 

γ) Η Αγγλία εννοούσε να διατηρεί συμμαχικές και άλλες σχέσεις με την Ελλάδα, αλλά τα γενικότερα οικονομικά, στρατιωτικά και άλλα συμφέροντά της δεν της επέτρεπαν να ικανοποιήσει την αξίωση του Ελληνισμού τη σχετική με την Κύπρο.

 

δ) Οι Έλληνες Κύπριοι αναγκάστηκαν, έτσι, να αγωνιστούν κατά των Βρετανών, που ήταν πλέον εχθροί τους αλλά και σύμμαχοι της χώρας από την οποία ανέμεναν ουσιαστική βοήθεια και με την οποία ήθελαν να ενωθούν.

 

Στο περίεργο αυτό πλέγμα σχέσεων και αντιθέσεων, που επειδή ακριβώς ήταν προβληματικό, ευνοούσε λιγότερο το πλέον αδύνατο μέρος (τους Κυπρίους) και περισσότερο το πλέον δυνατό μέρος (τους Βρετανούς), παρεμβάλλονταν και τα γενικότερα συμφέροντα των συνασπισμών και συμμαχιών, καθώς και τα ποικίλα συμφέροντα άλλων κρατών, κάνοντάς το ακόμη πιο πολύπλοκο. Αυτά τα γενικότερα συμφέροντα σχετίζονταν κυρίως με τις ευρύτερες εξελίξεις στο χώρο της Μέσης Ανατολής. Κατά καιρούς, εμπλέκονταν στο όλο θέμα και άλλες καταστάσεις, όπως οι Ισραηλινοί: Πριν από τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ στην Παλαιστίνη το 1948, σε δυο τουλάχιστον περιπτώσεις έγιναν σκέψεις και ενέργειες για δημιουργία του κράτους αυτού στην Κύπρο, ή για εξασφάλιση άδειας για μαζική εγκατάσταση Εβραίων στην Κύπρο που θα οδηγούσε και πάλι στην απαίτηση για δημιουργία Εβραϊκού κράτους στο νησί. Οι ενέργειες αυτές απερρίφθησαν τελικά από το Λονδίνο.

 

Κατά τη διάρκεια των δυο Παγκοσμίων πολέμων, όταν η ίδια η Ελλάδα πήρε ενεργό μέρος στο πλευρό της Βρετανίας, οι Έλληνες Κύπριοι ακολούθησαν με τις δικές τους μικρές δυνάμεις την πορεία του υπόλοιπου Ελληνισμού. Και στους δυο πολέμους συνεισέφεραν το δικό τους μερίδιο σε θυσίες, πολεμώντας από τις τάξεις τόσο του αγγλικού όσο και του ελληνικού στρατού, σε διάφορα μέτωπα. Και τις δυο φορές το έπραξαν επειδή πίστεψαν ότι, πολεμώντας για την ελευθερία των λαών, πολεμούσαν πρώτιστα για τη δική τους ελευθερία. Και στις δυο περιπτώσεις διαψεύστηκαν γιατί μετά τη νίκη δεν ήλθε η επιβράβευση των δικών τους θυσιών.

 

Έχουμε, έτσι, το φαινόμενο οι Έλληνες Κύπριοι να είναι σύμμαχοι και συναγωνιστές με τους Βρετανούς κατά τις περιόδους των δυο πολέμων, αλλά εχθροί στις περιόδους μετά από αυτούς (1931-40 και 1950-60), οπότε βρίσκονταν αναγκασμένοι να διεκδικήσουν τη δική τους ελευθερία που δεν ερχόταν.