Ηνωμένο Βασίλειο και Κύπρος

Σχέσεις Κύπρου- Αγγλίας μετά την ανεξαρτηρία

Image

Μετά την ανακήρυξη της Κύπρου σε ανεξάρτητο κράτος (16.8.1960), οι στενότατες σχέσεις του νησιού με το Ηνωμένο Βασίλειο διατηρήθηκαν, όχι μόνο γιατί υφίσταντο πλέον δεσμοί αλλά και γιατί επιβάλλονταν από διάφορους λόγους, οικονομικούς, πολιτικούς, εμπορικούς και άλλους. Τέτοιοι λόγοι ήσαν:

 

α) Αμοιβαίων συμφερόντων, δεδομένου ότι σοβαρά βρετανικά συμφέροντα εξακολουθούσαν να υπάρχουν στην Κύπρο και μετά το 1960, ενώ η Βρετανία αποτελούσε ήδη τη σημαντικότερη αγορά των κυπριακών προϊόντων (οινοπνευματώδη, φρούτα, λαχανικά κ.α.).

 

β) Πολιτικοί, εξαιτίας της λύσεως που δόθηκε το 1959 στο Κυπριακό πρόβλημα, η οποία στην ουσία εξανάγκαζε την Κυπριακή Δημοκρατία να παραμένει προσκολλημένη στη Δύση, έστω κι αν επίσημα η τελευταία ακολουθούσε από το 1961 μέχρι και την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το 2004, αδέσμευτη πολιτική. Από το 1961 εξάλλου, η Κυπριακή Δημοκρατία είναι μέλος της Κοινοπολιτείας.

 

γ) Πρακτικοί, δεδομένου ότι η ύπαρξη τόσο μεγάλης κυπριακής παροικίας στη Βρετανία αλλά και η διαμονή στην Κύπρο πολλών Βρετανών (που εργάζονται στις βρετανικές στρατιωτικές βάσεις αλλά και συνταξιούχοι ή και άλλοι που αγόρασαν κατοικίες ή έκαναν επενδύσεις στην Κύπρο) σημαίνει όχι μόνο συνεχή επικοινωνία αλλά και ύπαρξη δεσμών.

 

Για διάφορους λόγους τους οποίους επέβαλλαν τα πολιτικοστρατιωτικά και τα οικονομικά της συμφέροντα, η Αγγλία είχε από νωρίς καταστήσει σαφές ότι δεν ήταν δυνατό να παραχωρήσει την Κύπρο στην Ελλάδα ικανοποιώντας το αίτημα της ενώσεως, αλλά ούτε και να επιτρέψει την παροχή τέτοιας ελευθερίας στους Κυπρίους, ώστε να υπάρξει κάποτε ο κίνδυνος το νησί να πάψει να βρίσκεται κάτω από την επιρροή των δυτικών δυνάμεων. Αν και είχε κάποτε, στις παραμονές του πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, συζητηθεί το θέμα της εκχώρησης της Κύπρου στην Ελλάδα μ' αντάλλαγμα άλλες διευκολύνσεις που θα πρόσφερε στην Αγγλία ο Ελευθέριος Βενιζέλος* και παρά το ότι ο Ουίνστον Τσέρτσιλ* φέρεται ότι είχε τότε (1917) δηλώσει πως «θεωρούσε φυσικό» να θέλουν οι Κύπριοι να ενωθούν με την Ελλάδα αφού ήσαν Έλληνες, ωστόσο καθ' όλο το διάστημα που ακολούθησε, επίσημα η Αγγλία δήλωνε πως δεν υφίστατο Κυπριακό ζήτημα ή πως τούτο ήταν «κλειστό». Αλλά και όταν ακόμη το Λονδίνο ήταν αναγκασμένο εκ των πραγμάτων ν' ασχοληθεί με το θέμα της Κύπρου, δεν είχε παρά να επαναλαμβάνει τις προσφορές «φιλελευθέρων» συνταγμάτων προς το λαό του νησιού και την προοπτική για καθεστώς κάποιας μορφής ανεξαρτησίας που θα εφαρμοζόταν σταδιακά ως εξέλιξη ενός σχεδίου αυτοκυβέρνησης. Τη λύση αυτή, που προτάθηκε αρκετές φορές μέχρι το 1956, την απέρριπταν οι Έλληνες Κύπριοι, που επέμεναν σε άμεση ένωση με την Ελλάδα. Η τελική ρύθμιση με τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, ήταν σχεδόν πλήρως σύμφωνη προς τα αγγλικά συμφέροντα, που ο Χένρυ Χόπκινσον*, υφυπουργός σε κυβέρνηση του Ουίνστον Τσέρτσιλ, είχε τολμήσει να ομολογήσει για πρώτη φορά επίσημα, δηλώνοντας ωμά το 1954 στη Βουλή των Κοινοτήτων ότι:

 

...Υπήρξε πάντοτε η παραδεδεγμένη άποψη ότι ορισμένες περιοχές, μέσα στην Κοινοπολιτεία, λόγω των ιδιαζουσών συνθηκών των, δεν μπορούν να περιμένουν ότι θα είναι ποτέ δυνατόν να καταστούν πλήρως ανεξάρτητες. Πιστεύω... πως υπάρχουν μερικές περιοχές που ποτέ δεν μπορούν να περιμένουν κάτι τέτοιο...

 

Ο Χόπκινσον απαντούσε σε ερώτηση βουλευτή, σχετικά με τις εξελίξεις στην Κύπρο.

 

Ενεργό ανάμειξη στις κυπριακές εξελίξεις διαδραμάτισε η Μεγάλη Βρετανία κι αμέσως μετά την εκδήλωση της ανταρσίας των Τουρκοκυπρίων, το Δεκέμβριο του 1963. Εκμεταλλευόμενη τις ταραχές που ξέσπασαν στην Κύπρο και τις οποίες ανέμενε, η Βρετανία προσπάθησε, με τη βοήθεια των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων δυτικών χωρών, να ασκήσει αστυνομικά καθήκοντα στο νησί και να παρεμβάλει μεταξύ των δυνάμεων των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων δικά της στρατεύματα με ειρηνευτικά καθήκοντα. Η προσπάθεια αυτή, που απώτερος στόχος της ήταν η στάθμευση περισσοτέρων στρατευμάτων του NATO στην Κύπρο και, πιθανώς, η διαφοροποίηση της λύσης του Κυπριακού προβλήματος με τρόπο που θα εξυπηρετούσε ακόμη καλύτερα τα συμφέροντα της βορειοατλαντικής συμμαχίας στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις εκ μέρους της Σοβιετικής Ένωσης. Οι αντιδράσεις αυτές έδωσαν στον Κύπριο πρόεδρο αρχιεπίσκοπο Μακάριο τη δυνατότητα ν* αντισταθεί στις πιέσεις των δυτικών που πιθανό να είχαν ως κατάληξή τους τη διχοτόμηση της Κύπρου. Αποτέλεσμα ήταν η τοποθέτηση του προβλήματος στα διεθνή πλαίσια του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, ταυτόχρονα προς την εγκαθίδρυση στην Κύπρο ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ στην οποία εντάχθηκε και βρετανικό απόσπασμα (βλέπε ειδικό κεφάλαιο για την Ειρηνευτική Δύναμη του ΟΗΕ, στο λήμμα Ηνωμένα Έθνη και Κύπρος).

 

Ενώ όμως η Μεγάλη Βρετανία είχε βιαστεί ν' αναπτύξει πρωτοβουλίες στο τέλος του 1963 και το 1964 κι είχε φανεί εντελώς πρόθυμη ν' αναλάβει ευθύνες με άμεση ανάμειξη στην κυπριακή κρίση, εντελώς αντίθετη στάση τήρησε δέκα χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 1974, όταν το κυπριακό δράμα κορυφώθηκε με το πραξικόπημα της 15.7.1974 και την τουρκική στρατιωτική εισβολή του Ιουλίου και του Αυγούστου του ιδίου χρόνου.

 

Από τις τρεις συμμάχους και «εγγυήτριες δυνάμεις» της κυπριακής ανεξαρτησίας, η Αγγλία ήταν εκείνη που, τουλάχιστον φανερά και επίσημα, δεν αναμείχθηκε στην τραγωδία του 1974, ούτε καν προσπάθησε να την εμποδίσει. Οι άλλες δυο «εγγυήτριες δυνάμεις» ήσαν εκείνες ακριβώς που προκάλεσαν τη συμφορά: η μεν Ελλάδα (που κατά το διάστημα 1967 - 1974 κυβερνιόταν από στρατιωτική χούντα) προκάλεσε τον εμφύλιο σπαραγμό, δημιούργησε τις συνθήκες για επέμβαση του στρατού και εκτέλεσε το πραξικόπημα κατά του προέδρου Μακαρίου· η δε Τουρκία (που εργαζόταν προς την κατεύθυνση διχοτομήσεως της Κύπρου από την επομένη της υπογραφής των συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου) επενέβη στρατιωτικά στην Κύπρο αμέσως μετά, με τη δικαιολογία της επαναφοράς της συνταγματικής τάξεως και της προστασίας των Τουρκοκυπρίων.

 

Παρ' όλον ότι η Άγκυρα ζήτησε, αμέσως μετά το πραξικόπημα, επίσημα από το Λονδίνο την ανάληψη από κοινού δράσεως στην Κύπρο, η τότε βρετανική κυβέρνηση του Χάρολντ Γουίλσον* αρνήθηκε ν' αναμειχθεί. Κατόπιν τούτου, η κυβέρνηση του τότε Τούρκου πρωθυπουργού Μπουλέντ Ετζεβίτ* προχώρησε μόνη στην εκτέλεση στρατιωτικής εισβολής στην Κύπρο, επικαλούμενη τα τουρκικά δικαιώματα που απέρρεαν από τη συνθήκη εγγυήσεως του 1959. Έτσι, οι τρεις χώρες που είχαν εγγυηθεί την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ήσαν εκείνες ακριβώς που την κατέστρεψαν: η Ελλάδα και η Τουρκία με τις στρατιωτικές τους επεμβάσεις, και η Αγγλία με την άρνησή της ν' αναλάβει ευθύνες προστασίας της Κύπρου όπως με επίσημη συνθήκη ήταν υποχρεωμένη να πράξει.

 

Οι ενέργειες της βρετανικής κυβέρνησης κατά την τραγική για την Κύπρο εκείνη περίοδο, ήσαν εντελώς χλιαρές, θεωρητικές και χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα: διέθεσαν στον πρόεδρο Μακάριο στρατιωτικό αεροπλάνο για να φύγει από την Κύπρο στις 16.7.1974, εκτέλεσαν επιχείρηση απομακρύνσεως Βρετανών υπηκόων και τουριστών από την Κύπρο κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής, ενίσχυσαν και προστάτευσαν τις στρατιωτικές τους βάσεις και οργάνωσαν τις χωρίς κανένα αποτέλεσμα συνομιλίες της Γενεύης* για ειρήνευση στην Κύπρο.

 

Κατά την περίοδο που ακολούθησε, από την Αγγλία προσφέρθηκε υλική βοήθεια για τα θύματα του πολέμου Στο πολιτικό πεδίο, η Αγγλία υπέβαλε, μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά, προτάσεις που αφορούσαν στην εξεύρεση λύσης του Κυπριακού προβλήματος το Νοέμβριο του 1978 (βλέπε λήμμα αμερικανικό σχέδιο) αλλά ως «εγγυήτρια δύναμη» της κυπριακής ανεξαρτησίας, δεν ανέπτυξε καμιά πρωτοβουλία. Στη συνεχιζόμενη κυπριακή τραγωδία, η Αγγλία περιορίζεται στο ρόλο υποστηρικτή των προσπαθειών του γενικού γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών.

 

Με την εισδοχή της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, από τον Μάιο του 2004, το όλο πλέγμα των σχέσεών της με το Ηνωμένο Βασίλειο συνδέθηκε πλέον και με το ευρύ πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ των χωρών – μελών της Ενωμένης Ευρώπης. Η εισδοχή, ωστόσο, της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επηρέασε το καθεστώς των βρετανικών βάσεων στο νησί, κατ’ απαίτηση του Ηνωμένου Βασιλείου και παρά το ότι είχε τεθεί το ζήτημα αυτό.

           

Το Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθεί να επιδεικνύει ενδιαφέρον και αναμειγνύεται στις διεθνείς προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού προβλήματος. Εν τούτοις, κατά καιρούς δημιουργήθηκαν διάφορα ζητήματα που προκάλεσαν προβλήματα (και νομικά), όπως η αγορά ή και η ανέγερση κατοικιών από πολίτες του Ηνωμένου Βασιλείου σε ελληνοκυπριακές περιουσίες που βρίσκονται στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου.

           

Πολλοί άλλοι Βρετανοί πολίτες έχουν επενδύσει αγοράζοντας (νόμιμα) κατοικίες στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου, ιδίως σε παραδοσιακά χωριά των επαρχιών Πάφου και Λεμεσού. Εξάλλου, το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί μία των κυριοτέρων πηγών τουρισμού προς την Κύπρο, καθώς και μία από τις σημαντικότερες αγορές κυπριακών προϊόντων.

           

Μεγάλος αριθμός Κυπρίων σπούδασαν ή και σπουδάζουν σε αγγλικά πανεπιστήμια. Η προτίμηση αυτή οφείλεται όχι μόνο στο επίπεδο και τη φήμη αρκετών αγγλικών πανεπιστημίων, αλλά και στο ότι οι Κύπριοι ομιλούν την αγγλική γλώσσα ως τη δεύτερη, και ακόμη στο ότι σχεδόν όλοι έχουν συγγενείς που διαμένουν μόνιμα στην Αγγλία, αφού εκεί βρίσκεται η πολυπληθέστερη κυπριακή παροικία. Η μαζική μετανάστευση Κυπρίων στο Ηνωμένο Βασίλειο ιδιαίτερα, που άρχισε από την εποχή του Μεσοπολέμου, οφείλετο στο ότι η Κύπρος ήταν, μέχρι και το 1960, αποικία της Μεγάλης Βρετανίας.

 

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image