Θάλασσα

Ρύπανση

Τα χωρικά ύδατα και οι ακτές των μεσογειακών χωρών έχουν επηρεαστεί σε σημαντικό βαθμό από τη ρύπανση που οφείλεται κυρίως στην πυκνή ναυσιπλοΐα, τη μεγάλη βιομηχανική ανάπτυξη, το υψηλό τουριστικό ρεύμα και τη μεγάλη συγκέντρωση πληθυσμών στις παράκτιες πόλεις. Οι επιδράσεις από τη ρύπανση γίνονται πιο έντονες από το γεγονός ότι η Μεσόγειος είναι σχεδόν κλειστή θάλασσα και ο ρυθμός ανανέωσης των υδάτων της είναι πολύ βραδύς (κατά μέσον όρο μια φορά κάθε 100 χρόνια).

 

Η Κύπρος αντιμετωπίζει παρόμοιο πρόβλημα, ως μεσογειακή χώρα, αλλά σε μικρότερο βαθμό. Η ρύπανση των θαλασσών της Κύπρου διακρίνεται, ανάλογα με την προέλευση των ουσιών που την προκαλούν, σε ρύπανση από πηγές ξηράς και σε ρύπανση από πετρελαιοειδή και απορρίψεις από πλοία.

 

Η ρύπανση από πηγές ξηράς προέρχεται κυρίως από τα οικιστικά λύματα και απορρίμματα, τα βιομηχανικά απόβλητα και τα εντομοκτόνα.

 

Η ρύπανση από πετρελαιοειδή και άχρηστα πλοίων προέρχεται από την απόρριψη πετρελαιοειδών, σκυβάλων και άλλων ουσιών από πλοία, μέσα και έξω από τα χωρικά ύδατα της Κύπρου. Η ρύπανση όλων σχεδόν των ακτών και των χωρικών υδάτων της Κύπρου (σε μικρότερο και σε μεγαλύτερο βαθμό, ανάλογα με την περιοχή) οφείλεται κατά κύριο λόγο στη γενική ρύπανση από τα πετρελαιοειδή.

 

Επιπτώσεις στο περιβάλλον: Η ρύπανση των ακτών και των χωρικών υδάτων της Κύπρου απειλεί να διασαλεύσει την ισορροπία στις κοινωνίες πολλών θαλασσίων ειδών, δημιουργεί κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία και έχει δυσμενείς επιπτώσεις στις διάφορες δραστηριότητες του ανθρώπου στη θάλασσα, όπως η αλιεία και η ψυχαγωγία.

 

Σημαντική είναι η επίδραση της ρύπανσης πάνω στη θαλάσσια χλωρίδα και πανίδα, ιδιαίτερα στα αβαθή νερά. Εκτός από τις μακροχρόνιες οικολογικές επιδράσεις, παρατηρήθηκε μείωση του αριθμού των θαλασσίων ειδών (όπως στην μεταξύ των δυο λιμανιών θαλάσσια περιοχή της Λεμεσού), ενώ κατά περιόδους σημειώθηκαν και θάνατοι διαφόρων θαλασσίων οργανισμών.

 

Τα βιομηχανικά απόβλητα με τη μεγάλη περιεκτικότητα οργανικών ουσιών που περιέχουν, καθώς και τα πετρελαιοειδή, σχηματίζουν μια λεπτή κρούστα που καλύπτει την επιφάνεια της θάλασσας και εμποδίζει το πλαγκτόν να διαδραματίσει τον ουσιώδη ρόλο του, που είναι η παραγωγή οξυγόνου. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το θάνατο ψαριών, στρειδιών, κοχυλιών και άλλων θαλασσίων οργανισμών.

 

Η μόλυνση της θάλασσας από βαριά μέταλλα δεν αποτελεί πρόβλημα για την Κύπρο. Όμως στο παρελθόν σημειώθηκαν σοβαρές περιπτώσεις θαλάσσιας ρύπανσης από διάφορες μεταλλευτικές δραστηριότητες, με δυσμενή για τη θαλάσσια ζωή αποτελέσματα (κόλπος Ξερού).

 

Μια εξίσου καταστροφική επίδραση της ρύπανσης είναι η καταστροφή των βιοτόπων διαφόρων θαλασσίων ειδών. Ιδιαίτερα ευαίσθητοι στη θαλάσσια ρύπανση είναι οι βιότοποι από το θαλάσσιο φυτό Posidonia, που είναι σημαντικοί για τα ψάρια και γενικά τη θαλάσσια ζωή.

 

Εξάλλου η διοχέτευση βιομηχανικών και οικιστικών αποβλήτων στη θάλασσα δημιουργεί κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία. Παθογόνοι οργανισμοί αναπτύσσονται, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή των κολυμβητών ή των καταναλωτών θαλασσίων ειδών. Η θαλάσσια περιοχή της Λεμεσού, μεταξύ των δυο λιμανιών, παρουσιάζει τα μεγαλύτερα προβλήματα από μικροβιακή μόλυνση. Το 1979 ο μέσος όρος κολοβακτηριοειδών, ανά 100 χιλιοστόμετρα νερού, στην περιοχή, έφθασε τα 820. Επίσης παρουσιάστηκαν προβλήματα βακτηριολογικής ρύπανσης στους κόλπους της Λεμεσού και της Λάρνακας, κυρίως λόγω της μη ικανοποιητικής λειτουργίας βιολογικών σταθμών που διάφορα ξενοδοχεία έχουν εγκαταστήσει.

 

Τα πετρελαιοειδή είναι βασικός παράγων ρύπανσης της θάλασσας γύρω από την Κύπρο, με περισσότερο επηρεασμένες τις περιοχές των λιμανιών Λεμεσού και Λάρνακας. Αυτού του είδους η ρύπανση οφείλεται βασικά σε τυχαίες απώλειες πετρελαίου από εμπορικά πλοία ή και διαρροές από διάφορα μεγάλα σκάφη, αλλά και από ατυχήματα. Τέτοια ατυχήματα που μπορούν να θεωρηθούν σοβαρά, συνέβησαν στο διυλιστήριο της Λάρνακας το 1973 και το 1978 και στις εγκαταστάσεις Βασιλικού το 1978. Το σοβαρότερο επεισόδιο ρύπανσης συνέβη το 1980 στα ανοικτά του κόλπου της Λάρνακας, από τη βύθιση του πλοίου «Ζηνοβία».

 

Αντιμετώπιση: Η νομική δομή της Κύπρου δεν περιέχει μια ολοκληρωμένη νομοθεσία για την προστασία των χωρικών της υδάτων από την υποβάθμιση, ως αποτέλεσμα της ρύπανσης και της εντατικής εκμετάλλευσης. Έτσι, η αντιμετώπιση του προβλήματος της θαλάσσιας ρύπανσης εντάσσεται μέσα στο γενικό πλαίσιο εργασιών διαφόρων κυβερνητικών τμημάτων και τοπικών διοικήσεων με βάση νομοθετικές διατάξεις και πρόνοιες που χειρίζονται ή σχετίζονται με τον κύκλο εργασιών τους. Έτσι, μεταξύ άλλων, το υπουργείο Υγείας είναι υπεύθυνο για μορφές μόλυνσης που πιθανό να επηρεάσουν την ανθρώπινη υγεία, ο Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού προωθεί την καθαριότητα στις ακτές και, βέβαια, το Τμήμα Αλιείας του υπουργείου Γεωργίας και Φυσικών Πόρων είναι υπεύθυνο για την πρόληψη, τον έλεγχο και την καταπολέμηση της ρύπανσης που έχει μεταξύ άλλων και επιπτώσεις πάνω στη θαλάσσια ζωή. Επίσης η Αρχή Λιμένων Κύπρου, σε συνεργασία με το Τμήμα Αλιείας, έχει αναλάβει από το 1983 τη συγκέντρωση των σκυβάλων από τα πλοία στο λιμάνι της Λεμεσού, που γίνεται καθημερινά από ειδικό σκάφος. Τα σκύβαλα καίγονται σε κλίβανο που έχει εγκατασταθεί στο λιμάνι.

 

Διάφορες πρόνοιες για προστασία των χωρικών υδάτων και των ακτών της Κύπρου από τη ρύπανση, περιλαμβάνονται σε αρκετές νομοθεσίες, όπως στον Περί Προστασίας της Παραλίας νόμο, στον Περί Αλιείας νόμο, στους νόμους Περί Οργανισμού Λιμένων Κύπρου, Περί Ρυθμίσεως Μαρινών, κ.α. Επίσης, με κυρωτικούς νόμους, η Κύπρος προσυπέγραψε διάφορες διεθνείς συμβάσεις για την προστασία της Μεσογείου από τη ρύπανση και για την πρόληψη της ρύπανσης από πετρελαιοειδή. Ειδικότερα για τα πετρελαιοειδή, το Τμήμα Αλιείας διενεργεί περιπολίες με ειδικά σκάφη καθώς και περιπολίες από αέρος, για πρόληψη και αποτροπή απορρίψεων από πλοία ή και για εντοπισμό κηλίδων πετρελαίου, ενώ έχει οργανώσει και ειδική μονάδα καταπολέμησης της ρύπανσης, είτε με τη χρήση ειδικών απορρυπαντικών (για μικρές κηλίδες πετρελαιοειδών), είτε με τη χρήση ειδικού φράγματος για τον περιορισμό και τη συλλογή με ειδικές συσκευές (για μεγάλες κηλίδες πετρελαιοειδών).