Ιωαννίκιος

Τα κινήματα του 1833

Το επαναστατικό κίνημα του Ιωαννικίου στην Καρπασία ήταν το ένα από τα τρία κινήματα που συνέβησαν το 1833. Τα δυο άλλα ήσαν εκείνο του οποίου είχε ηγηθεί ο Νικόλαος Θησεύς*, της γνωστής οικογένειας των Κυπρίων αγωνιστών της ελληνικής επανάστασης, με επίκεντρο την περιοχή Λάρνακας - Σταυροβουνίου, κι εκείνο του οποίου είχε ηγηθεί ο Τουρκοκύπριος (Λινοβάμβακος) Γκιαούρ Ιμάμης*, με επίκεντρο την περιοχή της Πόλης Χρυσοχούς.

 

Δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες για την προπαρασκευή των τριών αυτών κινημάτων, των τελευταίων μιας σειράς της περιόδου της Τουρκοκρατίας, και για τον ρόλο των προξενείων, ή τουλάχιστον μερικών από αυτά, στα γεγονότα και στο παρασκήνιο που είχε προηγηθεί. Σύμφωνα προς σωζόμενη αναφορά του τότε αρχιεπισκόπου Κύπρου Παναρέτου προς τον οικουμενικό πατριάρχη, υπήρξε παρασκηνιακή ανάμειξη ξένων παραγόντων και υποκινητών. Δεν είναι όμως ξεκαθαρισμένο εάν τα τρία, σχεδόν σύγχρονα, κινήματα σε διάφορα μέρη της Κύπρου συνδέονταν μεταξύ τους. Επιφανειακά, το μεν κίνημα του Ιωαννικίου στην Καρπασία φαίνεται να ξεκινά από προσωπικές διαφορές του με Τούρκους της περιοχής, το δε κίνημα του Γκιαούρ Ιμάμη στην Πάφο φαίνεται να ξεκινά από ληστείες που κατέστησαν τον Ιμάμη και τους ανθρώπους του φυγόδικους, που εξελίχθηκαν αναγκαστικά σε κινηματίες. Τέλος, το κίνημα του Νικολάου Θησέως φαίνεται να ξεκινά από την λαϊκή οργή εξαιτίας επιβολής νέων φόρων.

 

Υπάρχουν όμως ενδείξεις που πιθανό να σημαίνουν ότι τα τρία κινήματα του 1833 συνδέονταν μεταξύ τους και ίσως είχαν οργανωθεί από κοινού, βάσει γενικότερου σχεδίου εξεγέρσεως ολόκληρου του κυπριακού λαού (στα κινήματα μετείχαν και Τουρκοκύπριοι και κρυπτοχριστιανοί [Λινοβάμβακοι]). Μεταξύ των ενδείξεων αυτών, περιλαμβάνονται:

α) Η γραπτή αναφορά - μαρτυρία του αρχιεπισκόπου Παναρέτου για ανάμειξη στα κινήματα ξένων (Ευρωπαίων).

β) Το σύγχρονο των τριών κινημάτων.

γ) Οι μαρτυρούμενες στενές σχέσεις του Νικολάου Θησέως με το προξενείο της Γαλλίας στη Λάρνακα και, ιδιαίτερα, με τον ίδιο τον πρόξενο Μποττύ (Bottu).

δ) Η συμμετοχή του Θησέως, και ίσως και του Ιωαννικίου, στην ελληνική επανάσταση, που αναμφίβολα μπορούσε να αποτελέσει ένα πρότυπο γι’ αυτούς.

ε) Η άφιξη στην Κύπρο του Νικολάου Θησέως λίγο πριν από την εκδήλωση των κινημάτων με τη δικαιολογία ότι είχε έλθει για διευθέτηση περιουσιακών του ζητημάτων.

στ) Η πιθανή στενή σχέση του Θησέως με τον Ιωαννίκιο. Μεταξύ των ανδρών του τελευταίου, η παράδοση αναφέρει κάποιον Οδυσσέα, που ήταν, πιθανότατα, ο Θησέας.

ζ) Η παραγγελία, εκ μέρους του Ιωαννικίου, ενός φορτίου όπλων που αναμένονταν να έλθουν από το εξωτερικό με καράβι. Όμως μια παραγγελία φορτίου όπλων και η μεταφορά του, προϋπέθετε οργάνωση, συνδέσμους, ανθρώπους στο εξωτερικό που θα εργάζονταν για τον σκοπό αυτό, διακίνηση χρημάτων, εξεύρεση και ναύλωση καραβιού κλπ. Αυτά δεν μπορούσε να διευθετήσει ο Ιωαννίκιος από την Κύπρο. Ο εμπορικός οίκος και οι σχετικές δραστηριότητες της οικογένειας του Θησέως στην Ευρώπη, πιθανώς να ήταν η λύση στο ζήτημα αυτό.

 

Όσο για τον τρίτο ηγέτη των κινημάτων, τον Γκιαούρ Ιμάμη της Πάφου, αυτός κατευθυνόταν πιθανότατα από τον τύραννο της Αιγύπτου Μωχάμετ Άλι*, στον οποίο και κατέφυγε μετά την αποτυχία της εξέγερσής του. Ο Άλι είχε, κατά την εποχή αυτή, βλέψεις επί της Κύπρου και της Κρήτης, τις οποίες είχε υποβάλει και επίσημα. Η εξάρτηση όμως του Ιμάμη από τον ηγεμόνα της Αιγύπτου δεν αποκλείει κάποιο είδος συνεργασίας του με τον Ιωαννίκιο και τον Θησέα, τους ηγέτες των δυο άλλων κινημάτων, που σχετίζονταν με τους εκπροσώπους των γαλλικών συμφερόντων. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι κατά την ίδια περίοδο είχε και η Γαλλία εκδηλώσει ζωηρό ενδιαφέρον για έλεγχο της Κύπρου, πράγμα που οδήγησε και στην έκδοση του περί Κύπρου αξιολογότατου συγγράμματος του Λουί ντε Μας Λατρί λίγο αργότερα, το οποίο σκόπευε στο να υπενθυμίσει την «χρυσή εποχή» του νησιού, δηλαδή την περίοδο της Φραγκοκρατίας (οπότε η Κύπρος είχε οργανωθεί σε βασίλειο, με γαλλικής καταγωγής βασιλιάδες, τους Λουζινιάν).

 

Πέρα από τα πιο πάνω, θα πρέπει να υπογραμμιστεί και το γεγονός ότι ο Ιωαννίκιος είχε μεταξύ των ανδρών του και μικρό αριθμό (ίσως 16) Αλβανών. Άγνωστο παραμένει το πού βρήκε και στρατολόγησε τους μισθοφόρους αυτούς.