Κερύνεια πόλη

Ιστορία της πόλης

Image

Σύμφωνα προς την παράδοση, η Κερύνεια ήταν μια από τις πόλεις που ίδρυσαν στην Κύπρο οι Αχαιοί άποικοι μετά τα Τρωικά. Δεν υπάρχει, ωστόσο, σαφής αναφορά για την ίδρυση και τον ιδρυτή της πόλης στις σωζόμενες αρχαίες φιλολογικές πηγές, όπως υπάρχει για άλλες κυπριακές πόλεις όπως η Σαλαμίς (ιδρυτής ο Τεύκρος ο Τελαμώνιος), η Αίπεια (ιδρυτής ο Δημοφών), η Νέα Πάφος (ιδρυτής ο Αγαπήνωρ), η Λάπηθος (ιδρυτής ο Πράξανδρος) κλπ.

 

Έμμεση αναφορά κάνει ο Λυκόφρων (Ἀλεξάνδρα, 586 κ.ε.) που γράφει ότι ο Κηφεύς* κι ο Πράξανδρος*, ο ένας με λαό από τη Θεράπνη της Λακωνίας κι ο άλλος με λαό από την Ώλενο και τη Δύμη, «έφθασαν πέμπτοι, τέταρτοι, στη γη της Αφροδίτης, της άνασσας των Γόλγων» κι έκτισαν πόλεις στη βόρεια Κύπρο.

 

Η Θεράπνη ήταν σημαντική κατά την Αρχαιότητα πόλη της Λακωνίας, ενώ η Ώλενος και η Δύμη ήταν πόλεις της Αχαΐας. Ο Λυκόφρων αναφέρει τον Κηφέα και ως «στρατηλάτη των Βουραίων». Οι Βουραίοι ήταν οι κάτοικοι της Βούρας, αρχαίας πόλης της Αχαΐας (Πελοπόννησος) που τύγχανε να βρισκόταν κοντά σε μια άλλη αρχαία πόλη της Αχαΐας που λεγόταν Κερύνεια! Έτσι, έμμεσα ο Κηφεύς μπορεί να θεωρηθεί ως οικιστής της Κερύνειας στη βόρεια Κύπρο, αφού ο συναρχηγός του στον εποικισμό του νησιού Πράξανδρος αναφέρεται αλλού ως ο οικιστής της γειτονικής Λαπήθου. Εφόσον ο Κηφεύς είχε φθάσει στην Κύπρο με λαό από τη Βούρα, την Ώλενο και τη Δύμη, είχε πιθανότατα μαζί του και αποίκους από την κοντινή Κερύνεια της Αχαΐας. Έτσι η κυπριακή Κερύνεια σώζει το όνομα της πελοποννησιακής, όπως και το χωριό Δύμες της Πιτσιλιάς σώζει το όνομα της πελοποννησιακής Δύμης.

 

Για την άφιξη στην Κύπρο του Πραξάνδρου και του Κηφέως, κάνει αναφορά κι ο Τζέτζης (Σχόλια εἰς Λυκόφρονα, 586), που παραπέμπει σχετικά και σε μη σωζόμενο σύγγραμμα του Φιλοστέφανου.

 

Ο Κηφεύς που αναφέρεται ότι ήλθε στην Κύπρο, πρέπει να ήταν άλλος από το μυθικό Κηφέα, από την Αρκαδία, γιο ή αδελφό του Λυκούργου, που είχε πάρει μέρος στην αργοναυτική εκστρατεία κι είχε βοηθήσει και τον Ηρακλή στη μάχη κατά των Ιπποκοοντιδών και στο κυνήγι του καλυδωνίου κάπρου.

 

Η πρώτη επιγραφική μαρτυρία για την Κερύνεια περιέχεται σε πινακίδα στο ναό της Medinet Habu (Αίγυπτος) και χρονολογείται στην εποχή του φαραώ Ραμσή Γ' (πρώτο τέταρτο του 12ου π.Χ. αιώνα). Η επιγραφή περιέχει μακρύ κατάλογο ονομάτων, μεταξύ των οποίων αρκετοί αιγυπτιολόγοι συμφώνησαν ότι αναγνωρίζουν αρχαίες πόλεις της Μικράς Ασίας και της Κύπρου. Σαν κυπριακές, αναγνωρίστηκαν οι πόλεις υπ' αρ. 7-12, 20 και 21, του καταλόγου, δηλαδή συνολικά οκτώ. Οι πόλεις αυτές είναι:

 

1. Salomaski (=Σαλαμίς)

2. Kathian (=Κίτιον)

3. Aimar (=Μάριον)

4. Sali (=Σόλοι)

5. Ithal (=Ιδάλιον)

6. [M]aqnas (=Ακάμας; Ακαμαντίς;)

7. Kerena Kelena (=Κερύνεια)

8. Kir [...] (=Κούριον)

 

Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει απόλυτη ομοφωνία ως προς την ταύτιση των οκτώ πόλεων του καταλόγου με τις αντίστοιχες κυπριακές, μερικοί δε επιστήμονες δεν εμπιστεύονται την ταύτιση αυτή, που κι εμείς παραθέτουμε με επιφύλαξη.

 

Εν πάση περιπτώσει, αρχαιολογικά ευρήματα αποδεικνύουν ότι η τοποθεσία στην οποία βρίσκεται κτισμένη η Κερύνεια εκατοικείτο τουλάχιστον από τον 13ο π.Χ. αιώνα, αν και υπάρχουν ασαφείς ενδείξεις και για πολύ αρχαιότερη ακόμη κατοίκησή της. Μερικές λεπίδες από πυριτόλιθο που προέρχονται από την περιοχή της Κερύνειας, θεωρήθηκαν από μερικούς επιστήμονες ως δείγματα ύπαρξης Προνεολιθικού πολιτισμού. Όπως είναι όμως γνωστό, η κυπριακή προϊστορία εκτείνεται μέχρι και τη Νεολιθική εποχή μόνο, χωρίς ωστόσο ν' αποκλείεται το ενδεχόμενο ν' ανακαλυφθούν στο μέλλον και αρχαιότερα σαφή τεκμήρια για ύπαρξη και Μεσολιθικού ή ακόμη και Παλαιολιθικού πολιτισμού στο νησί.

 

Πάντως η αρχαιολογική έρευνα έχει αποδείξει ότι κατά τη Νεολιθική εποχή (5800 - 3000 π.Χ.) αρκετοί συνοικισμοί ήταν συγκεντρωμένοι κατά μήκος των χαμηλότερων κλιτύων της οροσειράς του Πενταδάκτυλου, μερικοί δε απ' αυτούς αναμφίβολα βρίσκονταν κοντά στην τοποθεσία όπου τώρα βρίσκεται η πόλη της Κερύνειας. Ο λόγος για την ύπαρξη εκεί αρκετών οικισμών ήταν ότι η περιοχή αυτή της Κύπρου συγκέντρωνε κάποια πλεονεκτήματα για τους προϊστορικούς κατοίκους του νησιού, όπως η κοντινή απόσταση από τη θάλασσα που πρόσφερε τη δυνατότητα για ψάρεμα, η κοντινή ταυτόχρονα απόσταση από τις δασωμένες βόρειες πλαγιές της οροσειράς του Πενταδάκτυλου που πρόσφεραν τη δυνατότητα για κυνήγι, το άφθονο νερό και η επαρκής προστασία. Πυκνοκατοικημένη ήταν η περιοχή και κατά την Χαλκολιθική εποχή (3000 - 2300 π.Χ.), που φαίνεται ότι γνώρισε ακμή που διατηρήθηκε μέχρι και την Πρώιμη εποχή του Χαλκού (2300 - 1850 π.Χ.), για να υποστεί στη συνέχεια κάμψη - που επηρέασε όλους τους οικισμούς και στις δυο πλευρές της οροσειράς της Κερύνειας - παράλληλη όμως προς την ανάπτυξη άλλων περιοχών της Κύπρου όπως η Καρπασία και, ιδίως, η ανατολική Μεσαορία με σημαντικό κέντρο την Καλοψίδα.

 

Στις αρχαίες φιλολογικές πηγές αναφέρονται δώδεκα συνολικά κυπριακά βασίλεια κατά την Αρχαιότητα, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται η Κερύνεια. Τα δώδεκα αναφερόμενα βασίλεια ήταν: Πάφου, Σαλαμίνος, Κουρίου, Κιτίου, Αμαθούντος, Μαρίου, Σόλων, Ταμασσού, Ιδαλίου, Λήδρας, Λαπήθου, Χύτρων. Φαίνεται ότι η Κερύνεια, μικρή κι άσημη πόλη κατά την Αρχαιότητα, εξαρτιόταν από το γειτονικό της βασίλειο της Λαπήθου, και αναφέρεται, σε μια μόνο περίπτωση κατά τα Ελληνιστικά χρόνια, ότι η πόλη είχε δυνάστην, που ο Διόδωρος Σικελιώτης αφήνει να νοηθεί ότι ήταν ο βασιλιάς της Λαπήθου που μαζί μ' εκείνους του Κιτίου και του Μαρίου, είχαν ταχθεί με το μέρος του Αντιγόνου στη διαμάχη του με τον Πτολεμαίο για την κυριαρχία επί της Κύπρου, ύστερα από τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου (Διόδωρος, 19.59,1). Βλέπε λεπτομερέστερα πιο κάτω.

 

Η Κερύνεια δεν αναφέρεται στις πηγές ως αναμεμειγμένη στους πολέμους των Κυπρίων κατά των Περσών (Ονήσιλος και, αργότερα, Ευαγόρας Α'), ενώ αντίθετα αναφέρεται ως ευρισκόμενη για μεγάλο χρονικό διάστημα υπό την κυριαρχία των Φοινίκων, όπως κι η γειτονική της Λάπηθος. Σ' ό,τι αφορά μάλιστα τη Λάπηθο, μεταξύ των γνωστών σήμερα σε μας βασιλιάδων της, που μαρτυρούνται από νομισματικές επιγραφές, είναι κι ένας Φοίνικας περί τα μέσα του 5ου π.Χ. αιώνα, ο Sidquimilk ή Sidqmelek (πριν το 450 π.Χ.). Επίσης Έλληνες βασιλιάδες της Λαπήθου αναφέρονται σε νομίσματά τους με φοινικικές επιγραφές, όπως ο Δημόνικος (περί το 500 π.Χ.), ο Ανδρ[οκλής;] (περί το 415 - 390 π.Χ.) και ο Δημόνικος Β΄' (περί το 390 και ύστερα). Με βάση αυτές αλλά και άλλες υπάρχουσες μαρτυρίες, προκύπτει ότι η Λάπηθος βρισκόταν υπό την κυριαρχία των Φοινίκων τουλάχιστον κατά τον 5ο και 4ο π.Χ. αιώνα και πιθανότατα και πιο πριν. Φοινικικά στοιχεία απαντώνται, μεταξύ άλλων, και στον τομέα της θρησκείας στην αρχαία Λάπηθο κατά την ίδια περίοδο (βλέπε λεπτομέρειες στο σχετικό με την αρχαία Λάπηθο λήμμα).

 

Εάν δεχθούμε ότι ο οικισμός της Κερύνειας ήταν κατά την περίοδο αυτή εξαρτώμενος από το βασίλειο της Λαπήθου, τότε θα πρέπει να βρισκόταν επίσης στα χέρια των Φοινίκων. Τούτο μαρτυρεί, εξάλλου, και ο γεωγράφος Σκύλαξ στο έργο του Περίπλους, όπου αναφέρει σχετικά:

 

...Κατά δέ Κιλικίαν ἐστί νῆσος Κύπρος, καί πόλεις ἐν αὐτῇ αἵδε· Σαλαμίς Ἑλληνίς, λιμένα ἔχουσα κλειστόν χειμερινόν, Καρπάσεια, Κερύνεια, Λήπηθις Φοινίκων, Σόλοι (και αὕτη λιμένα ἒχει χειμερινόν), Μάριον Ἑλληνις, Ἀμαθοῦς (αὐτόχθονές εἰσιν)· αὗται πᾶσαι λιμένας ἔχουσαι ἐρήμους. Εἰσί δέ καί ἄλλαι πόλεις ἐν Μεσογείᾳ βάρβαροι.

 

Σε μετάφραση:

 

...προς την Κιλικία βρίσκεται το νησί Κύπρος και οι πόλεις του είναι: Σαλαμίς ελληνική, που έχει κλειστό και κατάλληλο για το χειμώνα λιμάνι, Καρπασία, Κερύνεια και Λάπηθος των Φοινίκων, Σόλοι (κι αυτή με κατάλληλο για τον χειμώνα λιμάνι), Μάριον ελληνική, Αμαθούς (οι κάτοικοί της είναι αυτόχθονες)· όλες αυτές οι πόλεις έχουν ερημωμένα λιμάνια. Αλλά υπάρχουν κι άλλες πόλεις στο εσωτερικό του νησιού, όχι ελληνικές [=βαρβαρικές].

 

Ο Σκύλαξ μας δίνει εδώ και μια άλλη πληροφορία. Ότι εκτός της Σαλαμίνος και των Σόλων που είχαν στην εποχή του κλειστά λιμάνια κατάλληλα να προστατεύουν τα καράβια το χειμώνα, οι υπόλοιπες πόλεις που αναφέρει, μεταξύ των οποίων κι η Κερύνεια, είχαν λιμένας ἐρήμους. Εννοούσε ίσως ότι τα λιμάνια τους ήταν φυσικά κι όχι τεχνητά. Εν πάση περιπτώσει, αφού κατά τον ίδιο, τόσο η Κερύνεια όσο και η Λάπηθος ήταν φοινικικές, μπορούμε να υποθέσουμε πως θα έπρεπε να είχαν κάποιες λιμενικές διευκολύνσεις αφού οι Φοίνικες ήταν κατ' εξοχήν ναυτικοί - έμποροι. Εξάλλου η βόρεια ακτή της Κύπρου ήταν η πλησιέστερη προς τα μικρασιατικά παράλια και ευκολότερα προσεγγιζόταν από τους Μυκηναίους, τους Κρήτες και τους λοιπούς θαλασσινούς του ελληνικού χώρου, ήδη από τα αρχαιότατα χρόνια.

 

Ο Στράβων δεν αναφέρει την Κερύνεια, ίσως επειδή δεν ήταν σημαντικός οικισμός επί των ημερών του (1ος αιώνας π.Χ. - 1ος αιώνας μ.Χ.).

 

Στον Σταδιασμόν, σύγγραμμα ανώνυμου γεωγράφου του 4ου μ.Χ. αιώνα, η Κερύνεια μνημονεύεται με την ένδειξη: πόλις ἐστίν· ἔχει ὕφορμον (=αραξοβόλι) κι αναφέρεται ότι από τους Σόλους απέχει 350 σταδίους (=63.400 μέτρα) ενώ από τη Λάπηθο απέχει 50 σταδίους (=9.200 μέτρα). Η Λάπηθος αναφέρεται ότι έχει ὅρμον (=μικρό λιμάνι). Επίσης ο Κλαύδιος Πτολεμαίος, στη γεωγραφική περιγραφή της Κύπρου που δίνει κατά την ίδια περίπου εποχή (στο πέμπτο βιβλίο του έργου του Γεωγραφική Ὑφήγησις), μνημονεύει και την Κερύνεια ως Κερωνία ή Κεραυνία, για τη θέση της οποίας δίνει, μάλιστα, γεωγραφικό μήκος 65° 40' και γεωγραφικό πλάτος 35° 45'. Με την ονομασία Κεραυνία (Ceravnia) η πόλη βρίσκεται σημειωμένη και στο χάρτη της Κύπρου του Κλαυδίου Πτολεμαίου, όπως και η Λάπηθος (Lapethos) και η επαρχία Λαπηθία, μια από τις τέσσερις επαρχίες στις οποίες ήταν χωρισμένη η Κύπρος κατά τη Ρωμαϊκή εποχή.

 

Την Κερύνεια μνημονεύει και ο Γεώργιος ο Κύπριος (6ος/7ος μ.Χ. αιώνας) στο σύγγραμμά του Περιγραφή τοῦ  Ἀνατολικοῦ  Ῥωμαϊκοῦ Κράτους.

 

Η ιστορία της πόλης της Κερύνειας γίνεται σαφέστερη από τα Ελληνιστικά χρόνια και εξής. Μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου (323 π.Χ.) μοιραία η Κύπρος - που είχε απαλλαγεί από την περσική κυριαρχία και υπαχθεί στις κτήσεις του Μακεδόνα στρατηλάτη αλλά τα βασίλειά της είχαν διατηρηθεί με πολλή αυτονομία - βρέθηκε αναμεμειγμένη στις έριδες και στις διεκδικήσεις των Επιγόνων που διαμοίρασαν την αχανή αυτοκρατορία του. Για την κατάκτηση της ίδιας της Κύπρου, βρέθηκαν αντιμέτωποι τελικά ο Αντίγονος Α'* (που κατείχε τη Συρία) και ο Πτολεμαίος Α΄ * ο Λάγου (που κατείχε την Αίγυπτο). Ο Αντίγονος, πατέρας του Δημητρίου* του Πολιορκητή και διεκδικητής ολόκληρης της αυτοκρατορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όταν σκότωσε τον αντίπαλό του στη Μικρά Ασία Ευμένη, το 317/6 π.Χ., έστειλε στην Κύπρο απεσταλμένο του, τον Αγησίλαο, προς αναζήτηση συμμάχων στο νησί. Αποτέλεσμα της αποστολής του Αγησιλάου ήταν να προσεταιρισθούν τον Αντίγονο τέσσερις κυπριακές πόλεις: το Κίτιον, το Μάριον, η Λάπηθος και η Κερύνεια. Αντίθετα, με το μέρος του Πτολεμαίου - που έστειλε στην Κύπρο τον αδελφό του Μενέλαο* με ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις - τάχθηκαν άλλες τέσσερις κυπριακές πόλεις: η Σαλαμίς, η Πάφος, οι Σόλοι και η Aμαθούς (η τελευταία όχι πρόθυμα).

 

Από τις οκτώ αυτές πόλεις που αναφέρονται ως αναμεμειγμένες άμεσα στα γεγονότα, οι επτά ήταν γνωστά βασίλεια και μόνο η Κερύνεια αναφέρεται εδώ, για πρώτη φορά στις πηγές, μεταξύ των πόλεων - βασιλείων του νησιού. Αναφέρεται επίσης, από τον Διόδωρο Σικελιώτη, ότι είχε δυνάστην που πρέπει να ήταν ο βασιλιάς της γειτονικής Λαπήθου, του οποίου η εξουσία κάλυπτε και την Κερύνεια. Από τις πηγές γνωρίζουμε τα ονόματα των βασιλιάδων των υπολοίπων πόλεων που πήραν μέρος στη διαμάχη, και που είναι: Νικοκρέων (β. Σαλαμίνος), Νικοκλής (β. Πάφου), Πασικράτης (β. Σόλων), Ανδροκλής (β. Αμαθούντος) - σύμμαχοι του Πτολεμαίου - και Πουμιάθων (β. Κιτίου), Στασίοικος (β. Μαρίου), Πράξιππος (β. Λαπήθου) - σύμμαχοι του Αντιγόνου.

 

Όταν οι δυνάμεις του Πτολεμαίου στο νησί πληροφορήθηκαν τη συμμαχία των τεσσάρων πόλεων με τον Αντίγονο, ανέλαβαν πολεμικές επιχειρήσεις κατ' αυτών. Κι ο μεν Στασίοικος, βασιλιάς του Μαρίου, συνθηκολόγησε αμέσως κι ετάχθη με το μέρος του Πτολεμαίου, ενώ ο Πράξιππος, ο βασιλιάς της Λαπήθου και ηγεμόνας(;) της Κερύνειας, παρέμεινε πιστός στον Αντίγονο. Τότε οι στρατιωτικές δυνάμεις του Πτολεμαίου, στις οποίες μετείχαν και οι Σαλαμίνιοι υπό τον βασιλιά τους Νικοκρέοντα και άλλοι Κύπριοι, εξεστράτευσαν κατά των πόλεων αυτών. Τα γεγονότα διηγείται ο Διόδωρος Σικελιώτης (Βιβλιοθήκη Ιστορική, 19.62, 2 - 6). Τόσο η Λάπηθος όσο κι η Κερύνεια, δεν άντεξαν την πολιορκία και παραδόθηκαν (περί το 315 π.Χ.). Στη συνέχεια πολιορκήθηκε η πόλη του Κιτίου που εξακολουθούσε να υποστηρίζει τον Αντίγονο.

 

Φαίνεται ότι παρ' όλα αυτά, οι βασιλιάδες των πόλεων που ηττήθηκαν διατήρησαν τους τίτλους και τις εξουσίες τους, όμως όχι για πολύ. Το 312 π.Χ. οι βασιλιάδες των πόλεων που είχαν συμμαχήσει με τον Αντίγονο πήραν ξανά επαφή μαζί του, «ἀπειθοῦντες» προς την εξουσία του Πτολεμαίου. Γι’ αυτό κι ο τελευταίος, όπως γράφει ο Διόδωρος (19.79,4), διῆρεν ἐκ τῆς Αἰγύπτου μετά δυνάμεως εἰς τήν Κύπρον ἐπί τούς ἀπειθοῦντας τῶν βασιλέων... Πράξιππον δέ τόν τῆς Λαπηθίας βασιλέα καί τόν τῆς Κερυνίας δυνάστην ὑποπτεύσας ἀλλοτρίως ἔχοντα συνέλαβε, καί Στασίοικον τόν τῶν Μαριέων...

 

Στο σημείο αυτό ο Διόδωρος αναφέρει τον Πράξιππο, τον οποίο ο Πτολεμαίος υποπτεύθηκε ότι έτρεφε εχθρικές κατ' αυτού διαθέσεις και συνέλαβε, ως τῆς Λαπηθίας βασιλέα καί τῆς Κερυνίας δυνάστην.

 

Ωστόσο το ζήτημα δεν είναι εντελώς ξεκαθαρισμένο ως προς τον δυνάστην της Κερύνειας κατά την εποχή αυτή, και δεν γνωρίζουμε εάν ήταν άλλος από τον Πράξιππο της Λαπήθου, αφού άλλος δεν κατονομάζεται. Εντούτοις, μερικοί τείνουν να δεχθούν ότι η πόλη είχε δικό της βασιλιά τώρα (και άγνωστο από πότε)· κατονομάζουν μάλιστα τον Θεμίσωνα τόν Κυπρίων βασιλέα προς τον οποίο, όπως αναφέρει ο Στοβαίος (Ἐκλογαί, 4.32,21) είχε γράψει ο Αριστοτέλης τον Πρός Θεμίσωνα προτρεπτικό λόγο του. Τον Θεμίσωνα ο Στοβαίος αναφέρει ως «βασιλιά των Κυπρίων» και φαίνεται ότι ο Αριστοτέλης είχε απευθύνει προς αυτόν τον λόγο του με την ευκαιρία της ανόδου του στον θρόνο. Αφού ο αριστοτελικός λόγος είναι ένα από τα νεανικά έργα του φιλοσόφου, θα πρέπει να δεχθούμε ότι ο Θεμίσων είχε ανέλθει στον θρόνο περί το 350 π.Χ. Σε ποια πόλη της Κύπρου βασίλευσε, είναι άγνωστο. Μερικοί θεωρούν ότι είχε βασιλεύσει στην Κερύνεια, τούτο όμως δεν αποδεικνύεται. Και γιατί η Κερύνεια δεν αναφέρεται σαφώς ότι είχε υπάρξει ποτέ ως ανεξάρτητο βασίλειο, αλλά και γιατί ο Θεμίσων δεν απαντάται πουθενά αλλού στις πηγές. Κι ούτε μνημονεύεται ως ένας των βασιλιάδων που κατάργησε ο Πτολεμαίος το 312 π.Χ., δηλαδή περί τα 38 χρόνια αργότερα. Μερικοί πάλι ερευνητές θεωρούν ότι βασιλιάς της Κερύνειας κατά το 312 π.Χ. οπότε ο Πτολεμαίος είχε εκστρατεύσει στην Κύπρο, ήταν ο Πυγμαλίων. Τον Πυγμαλίωνα αναφέρει ο Διόδωρος (19.79,4), χωρίς όμως να τον κατονομάζει ως βασιλιά της Κερύνειας: Πυγμαλίωνα δέ εὑρών [ο Πτολεμαίος] διαπρεσβευόμενον πρός Ἀντίγονον ἀνεῖλε...

 

Αναφέρει δηλαδή ο Διόδωρος ότι ο Πτολεμαίος θανάτωσε τον Πυγμαλίωνα που βρήκε ότι διαπραγματευόταν με τον Αντίγονο. Κι αμέσως έπειτα γράφει ότι συνέλαβε τον Πράξιππο τόν τῆς Λαπηθίας βασιλέα καί τόν τῆς Κερυνίας δυνάστην. Συνεπώς δεν αναφέρεται σαφώς, αλλ' ούτε κι υπονοείται πως ο Πυγμαλίων υπήρξε βασιλιάς της Κερύνειας.

 

Η Λάπηθος κι η Κερύνεια, ωστόσο, δεν φαίνεται να είχαν τη σκληρή τύχη της πόλης του Μαρίου, την οποία ο Πτολεμαίος τιμώρησε παραδειγματικά - κατέσκαψε (=κατεδάφισε) κατά τον Διόδωρο - και της οποίας τους κατοίκους μετέφερε στην Πάφο. Ταυτόχρονα ο Πτολεμαίος διόρισε στρατηγό (=κυβερνήτη) ολόκληρης της Κύπρου τον βασιλιά της Σαλαμίνος Νικοκρέοντα που κατάργησε τα βασίλεια του νησιού (Διόδωρος, 19.79,5).

 

Είναι φανερό ότι ως ένα μεγάλο βαθμό η ιστορία της πόλης της Κερύνειας ταυτίζεται με την ιστορία της Λαπήθου, γι’ αυτό παραπέμπουμε και στο σχετικό με την αρχαία Λάπηθο λήμμα.

 

Κατά την Ελληνιστική εποχή η πόλη της Κερύνειας θα πρέπει να γνώρισε περισσότερη ανάπτυξη και κάποια ακμή, αφού σε επιγραφή που βρέθηκε στους Δελφούς και χρονολογήθηκε στον 3ο/2ο π.Χ. αιώνα αναφέρεται ως μια από τις θεωροδόκους πόλεις της Κύπρου. Θεωροδόκοι* λέγονταν εκείνες οι πόλεις που δέχονταν τους θεωρούς, δηλαδή τους απεσταλμένους του μαντείου των Δελφών που ταξίδευαν για να συλλέξουν αφιερώματα προς τον Απόλλωνα. Φυσικά οι αντιπρόσωποι του φημισμένου μαντείου επισκέπτονταν πόλεις που ευημερούσαν κι όχι πόλεις φτωχές από τις οποίες δεν επρόκειτο ν' αποκομίσουν αφιερώματα αξίας.

 

Στη σχετική επιγραφή των Δελφών αναφέρονται εννέα πόλεις της Κύπρου που υποδέχθηκαν τους θεωρούς, καθώς και τα ονόματα των εκπροσώπων των πόλεων αυτών, που είχαν την τιμή να φιλοξενήσουν τους σημαίνοντες επισκέπτες, που όμως δεν σώζονται όλα γιατί η επιγραφή βρέθηκε φθαρμένη. Φθαρμένα είναι και τα ονόματα των δυο από τις κυπριακές πόλεις, που πιθανώς ήταν οι Θρόνοι και η Αρσινόη. Οι άλλες πόλεις ήταν: Σαλαμίς. Καρπασία, Χύτροι, Κερύνεια, Λάπηθος, Σόλοι, Ταμασσός.

 

Στον 4ο/3ο π.Χ. αιώνα χρονολογείται και επιγραφή με επίγραμμα, που βρέθηκε στην Πάνω Κερύνεια και σχετίζεται με τον Απόλλωνα, τον θεό των Δελφών, το μαντείο των οποίων εκπροσωπούσαν οι θεωροί που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Πρόκειται για αφιερωματικό επίγραμμα προς τον Απόλλωνα, στο οποίο δεν αναγράφεται το όνομα του αφιερωτή. Ο αφιερωτής έκαμε το τάμα του, όπως προκύπτει από το κείμενο, ύστερα από όνειρο στο οποίο είχε δει τον Απόλλωνα που του είχε δώσει συμβουλές. Ο Mitford ερμήνευσε το κείμενο ως αφιέρωμα «μετά που ο αφιερωτής είχε συμβουλευθεί τον τοπικό Απόλλωνα». Πάντως, η επιγραφή ίσως να σημαίνει λατρεία του Απόλλωνος στην περιοχή της Κερύνειας, λατρεία που αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι η πόλη είχε υποδεχθεί τους θεωρούς του θεού αυτού προς τον οποίο είχε προσφέρει αφιερώματα.

 

Στην περιοχή της Κερύνειας πιθανώς λατρευόταν και η Αφροδίτη, όπως μπορεί να υποτεθεί από το γεγονός ότι εκεί βρέθηκαν και δυο επιγραφές αφιερωματικές προς τη θεά. Η μια αναφέρει:

 

Τᾶς θεῷ  ἡμί τᾶς Παφίας.

 

Η δεύτερη αναφέρει:

 

[Τάς] θεῷ τᾶς Παφίας [μί]·

αὐτάρ με κατέθηκε Κεστόθεμις.

 

Δηλαδή «είμαι [το άγαλμα] της Παφίας θεάς» και «της θεάς της Παφίας είμαι· εδώ με αφιέρωσε ο Κεστόθεμις».

 

Ο Αθ. Σακελλάριος (Τά Κυπριακά, τόμος Α', Αθήνα, 1890, σ. 145) αναφέρεται σε αρχαία ερείπια της πόλης της Κερύνειας που, στην εποχή του, ήταν πολύ ευδιάκριτα και κάλυπταν μεγάλη έκταση:... Ἡ  ἀρχαία πόλις, νῦν Παλαιά Χώρα καλουμένη, ἔχει μεγάλην ἔκτασιν. Ἐν αὐτῇ  ὑπάρχουσι πλῆθος σωρῶν λίθων, ἔτι δέ θραύσματα κιόνων καί ὡραίων κιονοκράνων. Ταύτης δ' ἀπέναντι πρός δυσμάς ὑπάρχουσι πολλά λελατομημένα σπήλαια, ἐν οἷς κεῖνται οἱ τάφοι τῆς πόλεως, ὅμοιοι τοῖς ἐν τῇ Νέᾳ Πάφῳ εἰρημένοις. Τούτων δέ τινες περιελάμβανον νεκρικάς θήκας διά τέσσαρας ἓως ἓξ νεκρούς· ἄλλοι δ' αὐτῶν πάλιν συνίστανται ἐκ τριῶν ἤ τεσσάρων δωματίων, ἐχόντων μίαν μόνην εἴσοδον. Ἐπί δέ τῶν βράχων τῶν λελατομημένων τούτων σπηλαίων βλέπομεν ἔτι ἐσκαμμένας καί νεκρικάς θήκας. Τούς τάφους τούτους καί οἱ νῦν τήν κώμην οἰκοῦντες «μνήματα τῶν εἰδωλολατρῶν» ὀνομάζουσι...

 

Τα «μνήματα των ειδωλολατρών» είναι η νεκρόπολη της Κερύνειας, των Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων, που εκτείνεται στο δυτικό τμήμα της σημερινής πόλης και δυτικά - νοτιοδυτικά του κάστρου. Στην περιοχή υπάρχει και νεκρόπολη των Γεωμετρικών και Αρχαϊκών χρόνων που (όπως κι εκείνη των Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών) δεν έχει ανασκαφεί πλήρως. Των Αρχαϊκών χρόνων είναι οι τάφοι στην τοποθεσία «Χρυσοχώραφον», περί το 1,5 χμ. από την ακτή, στα νοτιοανατολικά από το κέντρο της πόλης. Στα νότια κράσπεδα της Κερύνειας, εξάλλου, βρέθηκαν τάφοι της Κυπροκλασσικής εποχής.

 

Τα αρχαιολογικά αυτά κατάλοιπα φανερώνουν τη συνεχή κατοίκηση της πόλης κατά την Αρχαιότητα. Το ναυάγιο, πάλι, του παγκοσμίως γνωστού πλέον καραβιού της Κερύνειας (των Ελληνιστικών χρόνων) που ανακαλύφθηκε το 1965 κι ανελκύστηκε δυο χρόνια αργότερα μαζί με το φορτίο του - αμφορείς, μυλόπετρες - από αμερικανική αρχαιολογική αποστολή, είναι μια ακόμη σημαντική απόδειξη της ναυτικής, εμπορικής και άλλης, σύνδεσης της πόλης της Κερύνειας, των βορείων ακτών του νησιού και γενικότερα της Κύπρου, με τον κόσμο του Αιγαίου και τον ευρύτερο Ελληνισμό. (Για το ναυάγιο, που μετά την ανέλκυσή του τοποθετήθηκε σε ειδικά δια μορφωμένη αίθουσα του κάστρου της Κερύνειας όπου παραμένει και μετά την τουρκική εισβολή, βλέπε χωριστό λήμμα Κερύνειας αρχαίο καράβι).

 

Το αρχαίο λιμάνι της Κερύνειας, που εξυπηρετούσε τα εμπορικά καράβια όπως εκείνο του ναυαγίου που βρέθηκε, αλλά και άλλα καράβια, στα προχριστιανικά χρόνια, πιστεύεται ότι δεν είχε σχέση με το σημερινό μικρό και γραφικό λιμανάκι της πόλης. Το αρχαίο λιμάνι θεωρείται ότι βρισκόταν ακριβώς στ' ανατολικά του κάστρου, στην περιοχή του μικρού διπλού κόλπου που υπάρχει εκεί, αντίθετα προς το σημερινό λιμάνι της πόλης, που δημιουργήθηκε κατά τον Μεσαίωνα στην αντίθετη πλευρά, δυτικά του κάστρου.

 

Απέναντι από το κάστρο, μέσα στη θάλασσα, ήταν ορατά μέχρι πριν από λίγα χρόνια τα κατάλοιπα ενός λιμενοβραχίονα που πιθανότατα είχε δημιουργηθεί κατά τα Ρωμαϊκά χρόνια και που προστάτευε το αρχαίο λιμάνι από τους βόρειους - βορειοδυτικούς ανέμους. Τα κατάλοιπα αυτά καλύφθηκαν όταν το σημερινό λιμάνι επιδιορθώθηκε και τροποποιήθηκε η είσοδός του που πιο πριν ήταν προς τον βορρά και τώρα βρίσκεται προς τ' ανατολικά. Το λιμάνι των Ρωμαϊκών χρόνων πιθανότατα προστατευόταν από κάποιες οχυρώσεις, των οποίων ίχνη βρέθηκαν στην τοποθεσία όπου είναι κτισμένο το μεσαιωνικό κάστρο.

 

Κατά τον πρώτο μ.Χ. αιώνα αναφέρεται για πρώτη φορά σε επιγραφή - απ' όσες επιγραφές έχουν μέχρι σήμερα βρεθεί - ο δήμος (=δημόσιο) των Κερυνητῶν, δηλαδή των κατοίκων της Κερύνειας. Η επιγραφή, σε τετράγωνη πλάκα, βρέθηκε το 1898 στην τοποθεσία «Ρηάτικο» της Πάνω Κερύνειας και χρονολογείται μεταξύ του 32 και του 37 μ.Χ. Το κείμενό της είναι το ακόλουθο:

 

ΤΙ ΚΛΑΥΔΙΟΥ ΤΙ ΚΛΑΥΔΙΟΥ ΑΙΝΕΙΟΥ

ΥΙΟΝ ΚΥΡΕΙΝΑ ΑΙΝΕΑΝ

Ο ΚΕΡΥΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣ

ΤΟΝ ΙΔ[Ι]ON ΕΥΕΡΓΕΤΗΝ

ΤΙΜΗΣ ΧΑΡΙΝ

 

Πρόκειται για έκφραση τιμής του δήμου της πόλης προς τον Κλαύδιο Τιβέριο Ιούλιο Καίσαρα, γιο του Κλαυδίου Νέρωνος, αυτοκράτορα της Ρώμης (14 - 37 μ.Χ.), που αναφέρεται στην επιγραφή ως εὐεργέτης της Κερύνειας.

 

Στη Ρωμαϊκή περίοδο ανήκει κι ένα γλυπτό που προέρχεται από την Κερύνεια και βρίσκεται στο Κυπριακό Μουσείο. Πρόκειται για μαρμάρινο σύμπλεγμα με δυο δελφίνια, που αποτελούσε πόδι μεγάλου τραπεζιού. Βρέθηκε το 1926/7 στην τοποθεσία «Παλάδκια». Η ονομασία της τοποθεσίας υποδηλώνει ότι κάποτε υφίστατο εκεί κάποιο «παλάτι».

 

Η Κερύνεια δεν μνημονεύεται μεταξύ των κυπριακών πόλεων τις οποίες είχαν επισκεφθεί οι απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας κατά την πρώτη αποστολική περιοδεία στο νησί την άνοιξη του 45 μ.Χ., αν και - όπως αναφέρεται στις Πράξεις, 13.5 - δίδαξαν διελθόντες τήν νῆσον ἄχρι Πάφου.

 

Κατά τη δεύτερη αποστολική περιοδεία στο νησί, οι δυο απόστολοι Βαρνάβας και Μάρκος έφθασαν στην Κύπρο από τη Λαοδίκεια κι αποβιβάστηκαν, όπως αναφέρεται στις Περιόδους Βαρνάβα, στον Κρομμυακίτη (=Κορμακίτη, στην επαρχία Κερύνειας). Απ' εκεί πήγαν αρχικά στη Λάπηθο όπου όμως δεν μπόρεσαν να εισέλθουν στην πόλη γιατί διεξαγόταν εκεί κάποια μεγάλη ειδωλολατρική τελετή. Έτσι οι απόστολοι στράφηκαν προς τη δυτική και νότια Κύπρο για να καταλήξουν στην πόλη της Σαλαμίνος στ' ανατολικά όπου ο Βαρνάβας βρήκε το θάνατο από τους Εβραίους της πόλης αυτής.

 

Η Κερύνεια δέχθηκε, ωστόσο, τα μηνύματα του Χριστιανισμού, όπως κι η υπόλοιπη Κύπρος. Το μεγάλο χριστιανικό κοιμητήριο των πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων, στην τοποθεσία «Χρυσοκάβα» στην ανατολική πλευρά της πόλης, αποτελεί την απόδειξη.

 

Μερικοί θεωρούν τη «Χρυσοκάβα» ως κατακόμβες των πρώτων Χριστιανών της Κερύνειας και της γύρω περιοχής. Πρόκειται όμως για χριστιανικό κοιμητήριο του 4ου μ.Χ. αιώνα που πιο πριν αλλά κι υστερότερα, ήταν λατομείο. Ο Γ. Σωτηρίου (Τά Βυζαντινά Μνημεῖα τῆς Κύπρου, Αθήνα, 1935, Α', πίν. Ι) θεωρεί την «Χρυσοκάβα» ἀρχαῖον λατομεῖον διαμορφωθέν εἰς κοιμητήριον εἰς ρωμαϊκούς καί χριστιανικούς χρόνους. Σώζονται λαξευτοί τάφοι με νεκρικούς θαλάμους και σειρές αρκοσολίων (=αψιδωτών τάφων) με επίσης λαξευμένες μικρές κόγχες για λύχνους, εικόνες, αναθήματα, και με εγχάρακτα χριστιανικά σύμβολα. Η εκκλησία της «Χρυσοκάβας» είναι μεσαιωνική.

 

Στη θέση «Αγία Μαύρη» της «Χρυσοκάβας» σώζεται και μαρτύριο με κατάλοιπα τοιχογραφιών που χρονολογούνται στις αρχές του 10ου αιώνα. Αρχικά ήταν λαξευτός τάφος (ίσως κάποιου μάρτυρα) που χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως εκκλησία, γνωστή σήμερα ως εκκλησία της Αγίας Μαύρης. Για μετατροπή του τάφου σε εκκλησία, προστέθηκαν κτίσματα, έτσι που σήμερα η Αγία Μαύρη σώζεται ως ναός εν μέρει λαξευτός κι εν μέρει κτιστός. Ο αρχαιότερος της εκκλησίας τάφος καταλαμβάνει τη θέση της Αγίας Τράπεζας.

 

Οι χριστιανικοί τάφοι στην περιοχή της «Χρυσοκάβας» αποτελούν τα αρχαιότερα δείγματα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής σ' ολόκληρη την επαρχία Κερύνειας (βλέπε κεφ. εκκλησιαστική αρχιτεκτονική πιο πριν).

 

Από νωρίς ιδρύθηκε στην Κερύνεια κι επισκοπική έδρα. Κατά τα τέλη του 3ου και τις αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνα, μας είναι γνωστός ο επίσκοπος Κερύνειας άγιος Θεόδοτος* που αναφέρεται ότι καταγόταν από την ίδια πόλη και μαρτύρησε επί ημερών του αυτοκράτορα Λικινίου (307 -324 μ.Χ.). Επίσης ο Λεόντιος Μαχαιράς αναφέρει επίσκοπο Κερύνειας Ζήνωνα, που πιθανώς πρόκειται για τον άγιο Ζήνωνα, ο οποίος μαζί με τον Τριφύλλιο επίσκοπο Λευκουσίας (4ος μ.Χ. αιώνας) μνημονεύονται στο Συναξάριον της Κωνσταντινουπόλεως (12 Ιουνίου). Για την επισκοπή της Κερύνειας βλέπε λήμμα Κερύνειας επισκοπή.

 

Η Κερύνεια, όπως κι η γειτονική ακμάζουσα κατά την Πρωτοβυζαντινή εποχή Λάμπουσα, δέχθηκε καταστροφικές επιθέσεις κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών (7ος - 10ος μ.Χ. αιώνας). Και η μεν Λάμπουσα ερημώθηκε και εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους της, που μετακινήθηκαν μακρύτερα από την ακτή, προς τη σημερινή Λάπηθο στην πλαγιά του Πενταδάκτυλου, η δε Κερύνεια κατόρθωσε να επιβιώσει. Πιθανότατα μάλιστα ενισχύθηκε με κατοίκους της Λάμπουσας. Ωστόσο και από την παραλιακή Κερύνεια σημειώθηκε μετακίνηση, προς τα ενδότερα, κατοίκων οι οποίοι ίδρυσαν την Θέρμια* (ή Κέρμια κατά τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο) που είναι γνωστή και ως Πάνω Κερύνεια.

 

Κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών η Κερύνεια φαίνεται ότι είχε ενισχυθεί στρατιωτικά από τους Βυζαντινούς, οπότε εγκαταστάθηκε φρουρά στην πόλη και κτίστηκε το κάστρο της.

 

Κατά τα μέσα του 11ου αιώνα η Κερύνεια (που αναφέρεται ως Κυρήνη) απετέλεσε τον πρώτο στόχο του Ιωάννη Δούκα* και του στρατηγού του Μανουήλ Βουτουμίτη* που εστάλησαν στην Κύπρο από τον αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό για να καταστείλουν την εξέγερση του διοικητή του νησιού Ραψομάτη*. Ο τελευταίος, μετά την έναρξη της επανάστασής του, θα πρέπει να ενίσχυσε στρατιωτικά την Κερύνεια (που βρισκόταν απέναντι από τις μικρασιατικές ακτές) αφού οι δυνάμεις του Ιωάννη Δούκα χρειάστηκε να την καταλάβουν με έφοδο, όπως γράφει η Άννα Κομνηνή στην Ἀλεξιάδα:

 

...Ὁ Δούκας ...ἐπί τήν Κύπρον τόν κατάπλουν ποιεῖται. Καί ἅμα τῇ ταύτῃ προσοκεῖλαι [=προσάραξε] ἐξ' ἐφόδου τήν Κυρήνην κατέσχεν. Ὁ δέ Ραψομάτης τοῦτο μεμαθηκώς καρτερῶς ὁπλίζεται κατ' αὐτοῦ. Ἀπό Λευκουσίας τοιγαροῦν ἀπάρας [=αναχωρήσας] καί τάς ἀκρολοφίας τῆς Κυρήνης καταλαβών ἐκεῖ πού τόν χάρακα [=στρατόπεδο] ἐπήξατο ἀναβαλλόμενος τέως τόν πόλεμον ὠς ἀπειροπόλεμος καί στρατηγικῶν τεχνασμάτων ἀδαής...

 

Το κάστρο της Κερύνειας θα πρέπει να ήταν ήδη ισχυρό κατά τα τέλη του 12ου αιώνα, αφού αναφέρεται ότι σ' αυτό έστειλε για προστασία την οικογένεια και τους θησαυρούς του ο Ισαάκιος Κομνηνός* όταν το 1191 εισέβαλε στην Κύπρο, την οποία και κατέκτησε, ο βασιλιάς της Αγγλίας Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος.

 

Κατά της Κερύνειας ο Ριχάρδος έστειλε στρατιωτική δύναμη υπό τον Γκυ Λουζινιανό. Ο Γκυ Λουζινιανός ήταν τελικά εκείνος που αγόρασε την Κύπρο από το Ριχάρδο (μετά την αποτυχημένη πώληση του νησιού στους Ναΐτες ιππότες) το 1192, κι υπήρξε ο ιδρυτής της δυναστείας των Λουζινιανών βασιλιάδων. Οι πράξεις αυτές σήμαιναν τον τερματισμό της Βυζαντινής περιόδου και την έναρξη της περιόδου της Φραγκοκρατίας.

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image