Κερύνεια πόλη

Μνημεία και αξιοθέατα

Image

Μεταξύ των μνημείων της Κερύνειας το μεγαλοπρεπέστερο και πλέον εντυπωσιακό είναι το κάστρο της, που δεσπόζει του λιμανιού και που είναι στενά συνυφασμένο με την ιστορία της πόλης κατά τα μεσαιωνικά χρόνια.

 

Το κάστρο: Στο κεφάλαιο αυτό δεν γίνεται αναφορά στην ιστορία του κάστρου, αλλά μόνο περιγραφή του, επειδή τα ιστορικά γι’ αυτό στοιχεία παρατίθενται στο κεφάλαιο για την ιστορία της πόλης της Κερύνειας.

 

Το κάστρο, στη σημερινή του μορφή, χρονολογείται στο 16ο αιώνα και συγκεκριμένα στην περίοδο της Βενετοκρατίας, όταν οι Βενετοί προσπάθησαν με τον πιο εύκολο αλλά και πιο οικονομικό τρόπο να εκσυγχρονίσουν το ήδη υφιστάμενο από πριν φρούριο, σύμφωνα προς τα πρότυπα της στρατιωτικής αρχιτεκτονικής της εποχής τους. Με επιχώσεις και πρόσθετα κτίσματα, διατηρώντας τα περισσότερα τμήματα του παλαιότερου κάστρου, ενίσχυσαν με τεράστιο προμαχώνα τη νοτιοδυτική γωνιά του κι εξασφάλισαν την προστασία των δυο παρακείμενων πλευρών με κυκλικής κατόψεως πύργους που έκτισαν στις δυο κοντινές προς τον προμαχώνα γωνιές - μια τακτική που είχε εφαρμοστεί πλατιά και σε παλαιά οχυρά της Ιταλίας. Πρόκειται για νέο αμυντικό σύστημα προσαρμοσμένο κατά το δυνατόν στις αλλαγές της πολεμικής τεχνικής που προκάλεσε η ευρεία πλέον χρήση του πυροβολικού. Το σύστημα αυτό άρχισε να εφαρμόζεται στην Ιταλία κατά τα μέσα του 16ου αιώνα, ήταν όμως ήδη ξεπερασμένο μερικά χρόνια αργότερα, όπως φανερώνουν τα σχόλια Βενετών μηχανικών για το κάστρο της Κερύνειας και όπως διαφάνηκε και από το γεγονός ότι τούτο δεν μπόρεσε ν' αντισταθεί στους Τούρκους το 1570.

 

Στην ίδια ακριβώς θέση όπου βρίσκεται το κάστρο, προϋπήρχε άλλο κάστρο κτισμένο κατά τη Βυζαντινή εποχή, του οποίου διάφορα κατάλοιπα έχουν εντοπισθεί στην αυλή και αλλού, ενσωματωμένα στις επεκτάσεις των Λουζινιανών κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Οι Λουζινιανοί ήταν εκείνοι που έδωσαν στο κάστρο ορθογώνια κάτοψη με τετράγωνους πύργους στις γωνιές, εκ των οποίων σώζονται δυο. Τα διάφορα κτίρια ήταν τοποθετημένα κατά μήκος των τεσσάρων εσωτερικών πλευρών του κάστρου, που είχε  και διατήρησε  την είσοδό του στο δυτικό τοίχο, δηλαδή προς την πλευρά που εκτείνεται η πόλη της Κερύνειας.

 

Χαρακτηριστική είναι η προσπάθεια απομόνωσης των κατοικήσιμων χώρων από τους χώρους των πολεμικών δραστηριοτήτων. Τούτο φαίνεται καθαρά στην ανατολική πτέρυγα που είναι εντελώς απομονωμένη τόσο από την παράλληλη εξωτερική στοά πάνω στο τείχος με τις πολεμίστρες, όσο κι από τον βορειοανατολικό πεταλόσχημο πύργο.

 

Τμήματα του φράγκικου κάστρου σώζονται κυρίως στη δυτική και την ανατολική πτέρυγα και λιγότερα στη βόρεια και νότια. Το κτίριο της εισόδου, κτισμένο κατά πάσα πιθανότητα στη θέση του βυζαντινού, αποτελείται στο ισόγειο από το πέρασμα που το διαπερνά με κατεύθυνση αρχικά παράλληλη με το δυτικό τείχος και στη συνέχεια κάθετα, οδηγώντας στην αυλή. Η πύλη είναι εφοδιασμένη με κρεμαστή πόρτα. Τοποθετημένος πάνω από αυτή βρίσκεται μεσαιωνικός θυρεός που πρέπει να μεταφέρθηκε από άλλο σημείο του κάστρου. Στο ίδιο κτίριο πάνω από το πέρασμα της εισόδου, βρίσκεται φράγκικο ερειπωμένο παρεκκλήσι, του οποίου σώζεται στα βόρεια το ιεροφυλάκιο και συνδέεται με τα διαμερίσματα στον όροφο της επίσης φράγκικης δυτικής πτέρυγας. Στο ισόγειο της πτέρυγας αυτής υπάρχουν θολωτές, μακρόστενες αίθουσες τις οποίες πιθανόν κατά καιρούς να χρησιμοποίησαν οι Λουζινιανοί σαν φυλακές. Πέτρινη σκάλα από την αυλή οδηγεί στον όροφο, όπου σώζεται μεγάλη αίθουσα με τέσσερα σταυροθόλια, χωρισμένα με εγκάρσια τόξα. Αποτελεί ένα από τα παλαιότερα κτίσματα των Λουζινιανών στο κάστρο (13ος αιώνας). Πάνω από αυτήν υπήρχε δεύτερος όροφος, του οποίου όμως σώθηκαν μόνο ίχνη και σκαλοπάτια που οδηγούσαν σ' αυτόν. Σ' αυτή την πτέρυγα τοποθετούνται τα βασιλικά διαμερίσματα.

 

Στην ίδια πτέρυγα, βορειότερα, σώζεται ψηλή ορθογώνια αίθουσα του 13ου αιώνα που διατηρεί στη βορειοδυτική πλευρά της βυζαντινό τοίχο. Στον όροφο βρίσκονται υπολείμματα μεγάλης αίθουσας του 14ου αιώνα με πέτρινη σκάλα στην αυλή που οδηγούσε σ' αυτήν.

 

Στη νότια πτέρυγα διατηρήθηκαν τρεις θολωτοί χώροι που οι Βενετοί μετέτρεψαν σε οπλαποθήκες. Αποτελούν τμήμα της φράγκικης στοάς κατά μήκος του νότιου τείχους, την οποία οι Βενετοί με κατάλληλα κτίσματα μετέτρεψαν σε έπαλξη.

 

Στην ανατολική πτέρυγα βρίσκονται διώροφα κτίσματα με δυο θολωτές δεξαμενές στο υπόγειο. Το ισόγειο περιλάμβανε αποθηκευτικούς χώρους και είχε ξύλινη οριζόντια οροφή, που αποτελούσε και το πάτωμα των ψηλών θολωτών διαμερισμάτων του ορόφου. Επικοινωνούσαν αρχικά με στοά που εκτεινόταν κατά μήκος της προσόψεως προς την αυλή. Είναι οι μόνοι κατοικήσιμοι χώροι που διασώζονται. Παρόμοιοι χώροι αλλά μικρότεροι, πρέπει να αποτελούσαν τη βόρεια πτέρυγα, που αντικατέστησαν σύγχρονα κελλιά. Διασώζεται όμως ο βόρειος εξωτερικός τοίχος του φράγκικου συμπλέγματος με πολεμίστρες σε τρεις σειρές και ο βορειοανατολικός πεταλόσχημος πύργος που οι Βενετοί δεν θεώρησαν αναγκαίο να ενισχύσουν, ίσως γιατί προστατευόταν αυτή η πλευρά από τεχνητό οριζόντιο ύφαλο στη θάλασσα. Ο πύργος αυτός με διώροφους θολωτούς χώρους, επεκτείνεται με δυο όμοιες πτέρυγες σε τμήματα της βόρειας και της νότιας πτέρυγας. Δυτικότερα στην ίδια πτέρυγα διατηρείται υπόγειος χώρος κάτω από επιμήκη θολωτή αίθουσα του 14ου αιώνα.

 

Στη βορειοδυτική γωνιά του κάστρου, από την εποχή των Λουζινιανών σώζεται τετράγωνος πύργος που ενσωματώνει, τουλάχιστον στο χαμηλότερο επίπεδό του, τμήμα του ελαφρά ελλειψοειδούς προγενέστερου βυζαντινού πύργου. Από εδώ ελέγχετο η είσοδος στο κάστρο, στο δυτικό τείχος. Οι Βενετοί πρέπει να ελάττωσαν το ύψος του πύργου, ώστε να μη υπερβαίνει σε ύψος τις οχυρώσεις τους.

 

Το κάστρο μετά τις τροποποιήσεις και επεκτάσεις της εποχής των Βενετών είχε την είσοδό του στη δυτική πλευρά, με κινητή αρχικά γέφυρα πάνω από την τάφρο που το περιβάλλει. Ο δυτικός τοίχος ξανακτίστηκε από τους Βενετούς στο ίδιο σημείο που προϋπήρχε. Από το θολωτό πέρασμα που οδηγεί στο κτίριο της εισόδου με κατεύθυνση νοτιοανατολική, μια σκάλα οδηγούσε στην τάφρο, σε μικρό ορμητήριο και παράλληλο προς αυτό πέρασμα προς τα βόρεια, στο βυζαντινό παρεκκλήσι και τον στρογγυλό βορειοδυτικό πύργο. Πάνω από τη θολωτή είσοδο βρίσκονταν δυο δωμάτια της φρουράς απ' όπου παρακολουθείτο το πέρασμα.

 

Κατά μήκος του δυτικού τοίχου οι Βενετοί κατασκεύασαν ράμπα για μεταφορά του πυροβολικού στον προμαχώνα της νοτιοδυτικής γωνιάς. Για να το πετύχουν έκτισαν θολωτές αντιστηρίξεις και επίχωσαν τον χώρο μεταξύ του εσωτερικού (φράγκικου) και του εξωτερικού δυτικού τείχους. Ο προμαχώνας κτίστηκε το 1560 και έχει στο εσωτερικό, σε τρία επίπεδα, κεντρικές αίθουσες που επικοινωνούν με οπλαποθήκες στις δυο πλευρές. Οι τελευταίες κάλυπταν αμυντικά τη δυτική και νότια πλευρά. Απότομη σκάλα οδηγούσε από την αυλή στο χαμηλότερο επίπεδο του προμαχώνα. Μεγάλες επιχώσεις έγιναν κατά μήκος του νότιου τείχους στον χώρο μεταξύ των καταλοίπων του βυζαντινού τείχους και του φράγκικου, άλλοτε ανοικτό, για να δημιουργηθεί έπαλξη πλάτους πέραν των 22 μ. Η έπαλξη αυτή οδηγεί στον στρογγυλό νοτιοανατολικό πύργο, που επίσης περιλαμβάνει διάφορα επίπεδα αμυντικά. Στο κέντρο του βρίσκονται ορθογώνιες αίθουσες που οδηγούν σε θέσεις μάχης σε διάφορα επίπεδα. Παρόμοιας κατασκευής είναι και ο δεύτερος στρογγυλός πύργος της εποχής των Βενετών, ο οποίος επικοινωνούσε με μικρό ορμητήριο στην τάφρο με τη βοήθεια εσωτερικής σκάλας.

 

Από τη Βυζαντινή εποχή, εκτός από τμήματα του κάστρου, σώζεται μικρό παρεκκλήσι με αναστηλωμένο θόλο που στηρίζεται σε τέσσερις μαρμάρινες κολώνες. Οι κολώνες αυτές, μαζί με τα κιονόκρανα, μεταφέρθηκαν από παλαιότερο κτίριο. Το παρεκκλήσι χρονολογείται στον 12ο αιώνα και πιθανό να κτίστηκε στη θέση παλαιότερου. Βρίσκεται έξω από το κυρίως βυζαντινό και φράγκικο κάστρο, κοντά στον βορειοδυτικό τετράγωνο πύργο. Οι Βενετοί αφαίρεσαν τον θόλο και επιχωμάτωσαν τον γύρω χώρο δημιουργώντας προσπέλαση προς το νέο βορειοδυτικό πύργο που κατασκεύασαν. Η νοτιοδυτική γωνιά του βυζαντινού κάστρου με τον ελλειψοειδή πύργο ενσωματώθηκαν στο κάστρο των Λουζινιανών, καθώς και τμήματα του δυτικού τείχους. Στα νότια, μέσα στην αυλή διατηρούνται κατάλοιπα του κυκλικού νοτιοδυτικού πύργου με μεγάλο πεσσό στο κέντρο που κτίστηκε για τη στήριξη ανωδομής. Στον τοίχο του πύργου οι Βενετοί άνοιξαν πέρασμα προς την οπλαποθήκη που κατασκεύασαν μπροστά στον προμαχώνα. Ανατολικότερα βρισκόταν πεταλόσχημος πύργος της Μέσης Βυζαντινής εποχής και ορθογώνια δεξαμενή με θολωτή οροφή που δεν διασώθηκε. Τέλος, διατηρούνται ίχνη του νότιου τοίχου στο χώρο που οι Βενετοί μετέτρεψαν με κατάλληλες επιχώσεις σε έπαλξη.

 

 

 

Οι εκκλησίες: Έχει γίνει ήδη λόγος πιο πριν, σε προηγούμενα κεφάλαια του παρόντος λήμματος, για την τοποθεσία «Χρυσοκάβα», που αποτελεί πρωτοχριστιανικό κοιμητήριο, καθώς και για την ημιλαξευμένη εκκλησία της Αγίας Μαύρης στην ίδια περιοχή. Από τα άλλα χριστιανικά μνημεία της πόλης, σημαντικότερη είναι η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο κάστρο της Κερύνειας, της Μέσης Βυζαντινής περιόδου (10ος - 12ος αιώνας) του τύπου του εγγεγραμμένου σταυροειδούς με τρούλλο. Η εκκλησία αυτή είναι και ο μοναδικός σωζόμενος τετρακιόνιος ναός της Κύπρου. Η εκκλησία κτίστηκε τον 11ο αιώνα, χωρίς νάρθηκα, με αδρά πελεκημένους πωρόλιθους, έξω από το κάστρο, στα βράχια της θάλασσας.

 

Η εκκλησία της Παναγίας Χρυσοπολίτισσας, στην καρδιά της πόλης, όπως σώζεται σήμερα, είναι αποτέλεσμα της ανακαίνισης που της έγινε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, και συγκεκριμένα το 1783. Απετέλεσε τότε τον ελληνικό πυρήνα της Κερύνειας και στον περίβολό της κτίστηκαν δωμάτια για τη διανυκτέρευση των ξένων, καθώς και αίθουσα που πιθανώς χρησιμοποιήθηκε σαν σχολείο, και ελαιοτριβείο.

 

Με το πρώτο συνθετικό Χρυσο-, αναφέρεται από πολλούς και η βυζαντινή εκκλησία της Γλυκιώτισσας, έξω από την πόλη, κοντά στην ακτή προς τα δυτικά, προστιθέμενη έτσι κι αυτή στα χριστιανικά μνημεία της Κερύνειας που έχουν ως πρώτο συνθετικό το Χρυσό- (Χρυσοκάβα, Χρυσοπολίτισσα, Χρυσογλυκιώτισσα).

 

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, και συγκεκριμένα το 1860, ανακαινίστηκε, παρά τις αντιδράσεις των ντόπιων Τούρκων, και η επίσης μεσαιωνική εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στην παλαιά πόλη, κοντά στο λιμάνι. Ωστόσο η αντίδραση των Τούρκων δεν επέτρεψε την ανέγερση του καμπαναριού της εκκλησίας παρά μόνο 15 χρόνια αργότερα, το 1875, αν και η διάταξη που απαγόρευε την οικοδόμηση καμπαναριών στην Κύπρο είχε αρθεί από το 1856. Το όλο ζήτημα της ανακαίνισης κι επαναλειτουργίας της εκκλησίας αυτής είχε γίνει θέμα διαμάχης και γοήτρου μεταξύ των Ελλήνων και των Τούρκων της πόλης περί τα μεσά του 19ου αιώνα, επειδή ο αρχάγγελος Μιχαήλ ειδικά εθεωρείτο ο κατ' εξοχήν πολέμιος των Σαρακηνών και των απίστων, υφίσταντο δε στην Κερύνεια και σχετικές παραδόσεις. Επειδή μάλιστα η εκκλησία ανεγειρόταν απέναντι από το κάστρο όπου διέμεναν οι Τούρκοι, τούτο αποτελούσε γι’ αυτούς πρόσθετη πρόκληση, γι’ αυτό κι ορμούσαν απ' εκεί για να χαλούν τις νύκτες όσα οι Χριστιανοί έκτιζαν τις ημέρες.

 

Μεσαιωνική είναι και η εκκλησία της Aγίας Αικατερίνης που αμέσως μετά την τουρκική κατάκτηση της Κύπρου το 1570 - 71 μετετράπη σε τέμενος, γνωστό σήμερα σαν τέμενος του Τζαφέρ πασά.

 

Κοντά στο τέμενος αυτό βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, ενώ προς τιμήν της Αγίας Αικατερίνης υπάρχει και άλλη μικρή μεσαιωνική εκκλησία στη «Χρυσοκάβα». Η πόλη της Κερύνειας διατηρούσε σχέσεις με το μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης του Σινά, το οποίο κι ήταν ιδιοκτήτης ακινήτων περιουσιών στην επαρχία.

 

Νότια της «Χρυσοκάβας», στην περιοχή του σύγχρονου ελληνικού νεκροταφείου της πόλης, βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Γρηγορίου. Από τις πολλές άλλες εκκλησίες που υφίσταντο στην πόλη της Κερύνειας, σώζεται ακόμη εκείνη του Αγίου Στεφάνου, ενώ εκείνη της Αγίας Βαρβάρας έχει ανοικοδομηθεί πρόσφατα. Από τις υπόλοιπες η μικρή εκκλησία της Παναγίας Φανερωμένης ήταν κτισμένη στην τοποθεσία αρχαιότερης εκκλησίας. Παλαιότεροι αναφέρουν ότι υφίσταντο και αρκετές άλλες, όπως ο Άγιος Φώτιος, ο Άγιος Κενδέας και ο Άγιος Νικόλαος. Ο Λεόντιος Μαχαιράς αναφέρει εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο Ευγνώμονα. Ο Τζέφρυ μνημονεύει και τη λατινική εκκλησία του Χριστού (Corpus Christi) μέσα στο κάστρο της Κερύνειας, εκκλησία του Αγίου Μάρκου με δυο καμπαναριά (σημειώνει ότι βρισκόταν 1,5 μ. από τα τείχη της πόλης), εκκλησία του Αγίου Αντωνίου (άγνωστο πού βρισκόταν) και εκκλησία Καθολική.

 

Γενικά: Μεταξύ των αξιοθέατων της Κερύνειας περιλαμβάνεται, αναμφίβολα, το ίδιο το λιμάνι της, μικρό και γραφικό, και τόσο γνωστό σ' όλους. Μεταξύ άλλων, κοντά στο λιμάνι υφίστατο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης, μικρό μεν, στεγασμένο όμως σε παραδοσιακό οικοδόμημα και με αξιόλογα εκθέματα. Γνωστό σ' όλους, εξαιτίας του αρχαίου ναυαγίου που τοποθετήθηκε εκεί όταν ανελκύσθηκε, ήταν και το Αρχαιολογικό Μουσείο που στεγαζόταν στο κάστρο της Κερύνειας. Μαζί με το αρχαίο καράβι εκτίθεντο σ' αυτό και τα αντικείμενα που βρέθηκαν στο ναυάγιο (αμφορείς, μυλόπετρες και άλλα αντικείμενα).

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image