Κιτίον

Επίσκοποι Κιτίου

Οι ιεράρχες που υπηρέτησαν μέχρι σήμερα ως επίσκοποι Κιτίου, κατά χρονολογική σειρά, είναι:

 

1. Λάζαρος, ο πρώτος αναφερόμενος επίσκοπος, φίλος του Χριστού, από το 45 ή 49 μ.Χ., οπότε χειροτονήθηκε από τους αποστόλους Παύλο και/ή Βαρνάβα, και για 18 περίπου χρόνια. Μετά τον άγιο Λάζαρο υπάρχει κενό δυο περίπου αιώνων, μέχρι τον

2. Μνημόνιο ή Μνέμιο κατά και περί το 381 μ.Χ. Ο επίσκοπος αυτός μετείχε στη δεύτερη Οικουμενική Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, της οποίας τα πρακτικά είχε υπογράψει. Στη συνέχεια υπάρχει κενό άλλων τριών αιώνων. Ύστερα αναφέρεται ο

3. Τύχων, κατά και περί το 680 μ.Χ. Φέρεται ως επίσκοπος Κιτίου που μετείχε στην έκτη Οικουμενική Σύνοδο, της οποίας τα πρακτικά είχε υπογράψει (Mansi Concil., XI, σ. 639). Υπάρχει, μετά τον Τύχωνα, κενό ενός περίπου αιώνα. Στη συνέχεια μας είναι γνωστός ο

4. Θεόδωρος, που παρέστη μαζί με τον αρχιεπίσκοπο Κύπρου Κωνσταντίνο στην έβδομη Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 787, κι αναφέρεται ότι υποστήριξε κάποια αφήγηση για την ύπαρξη μιας θαυματουργής εικόνας στην επισκοπική του περιφέρεια (Mansi Concil., XII, σ. 994).

 

Μετά τον Θεόδωρο υπάρχει μεγάλο κενό που καλύπτει την υπόλοιπη Βυζαντινή περίοδο και την περίοδο της Φραγκοκρατίας μέχρι και την κατάργηση, από τους Λατίνους, της επισκοπής Κιτίου, που ανασυστήθηκε αμέσως μετά την τουρκική κατάκτηση της Κύπρου. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας παρατηρείται ασάφεια μέχρις ότου διαμορφωθεί οριστικά ο θρόνος Κιτίου. Ως επίσκοποι Κιτίου αναφέρονται:

 

5. Γερμανός, κατά το 1575. Έφερε και τον τίτλο του επισκόπου Κιτίου, αλλά ήταν Αμαθούντος. Πιθανότατα παρέμεινε στον θρόνο του μέχρι το 1580, οπότε διάδοχός του αναφέρεται ο

6. Ιωακείμ (μεταξύ 1580 και 1600). Ήταν επίσης Αμαθούντος, Λεμεσού και Κουρίου. Μετά αναφέρεται ο

7. Ιερεμίας (κατά και περί το 1600/1601). Πήρε μέρος σε συνόδους της εκκλησιαστικής ηγεσίας της Κύπρου και ήταν αποδέκτης πατριαρχικού γράμματος (του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ματθαίου Β’) που τον πληροφορούσε για την εκλογή στην Πόλη ως αρχιεπισκόπου Κύπρου του Βενιαμίν.

8. Ιάκωβος (; - 1609 - ;). Με τον τίτλο του επισκόπου Λεμεσού υπέγραψε στις 5.10.1609, μαζί με άλλους, επιστολή στο δούκα της Σαβοΐας για βοήθεια προς απελευθέρωση της Κύπρου. Ήταν, πιθανότατα, Αμαθούντος αλλά με έδρα πλέον τη Λεμεσό, κι εξουσιοδότηση επί της επισκοπής Κιτίου.

9. Λεόντιος(; -1631 -1634-;). Μνημονεύεται σε έγγραφο του 1633 (Ἔγγραφα Πατριαρχικῶν Ἐκκλησιῶν, σ. 563). Μετά τον Λεόντιο, γνωστός επίσκοπος Κιτίου είναι ο

10. Γεράσιμος, που έφερε και τον τίτλο του επισκόπου Νεμεσού, κατά και περί το 1668. Μετά αναφέρεται ο

11. Κοσμάς Μαυρουδής (1675 - 1676). Διάδοχός του ήταν ο

12. Βαρνάβας (κατά το 1676), που έφερε τους τίτλους του επισκόπου Αμαθούντος και Λεμεσού.

13. Ιωαννίκιος ο Ζωγράφος (1679 - 1704), που όντως ήταν ζωγράφος. Αυτόν διαδέχθηκε στον θρόνο ένας δεύτερος

14. Ιωαννίκιος (Μάρτιος 1704 -1709), ανεψιός του προηγούμενου. Διάδοχός του ήταν ο

15. Σίλβεστρος (Οκτώβριος 1709 - 1718), πιθανότατα ο μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Κύπρου. Μετά τον Σίλβεστρο αναφέρεται ο

16. Διονύσιος (1718 - 1728). Αυτού διάδοχος ήταν ο

17. Ιωαννίκιος Γ' (1728 - 1737), που κατά τη διάρκεια της θητείας του κινδύνεψε δυο φορές ν' απολέσει τον θρόνο του εξαιτίας της αρπακτικότητας των αντιπάλων του, κι εξορίστηκε μαζί με τον αρχιεπίσκοπο Σίλβεστρο. Διάδοχός του ήταν ο

18. Μακάριος Α' (4.9.1737 - 1776). Τον Μακάριο διαδέχθηκε ο

19. Μελέτιος Α' (Οκτώβριος 1776-1797). Αυτού διάδοχος ήταν ο

20. Χρύσανθος ο από Ταμασέων (Νοέμβριος 1797 - 1810). Διάδοχός του ήταν ο

21. Μελέτιος Β' (2.11.1810 - Ιούλιος 1821). Πρόκειται για τον εθνομάρτυρα επίσκοπο Κιτίου που εκτελέστηκε από τους Τούρκους μαζί με τον αρχιεπίσκοπο Κυπριανό, άλλους ιεράρχες και λαϊκούς κατά τη διάρκεια των εκτεταμένων σφαγών του Ιουλίου 1821. Τον διαδέχθηκε ο

22. Λεόντιος Β' (1821 - 1837). Αυτού διάδοχος ήταν ο

23. Δαμασκηνός, που εξελέγη αν και δεν το επιζητούσε, ύστερα από την επίμονη και συνεχή απαίτηση του λαού (17.2.1837 - 1846). Διάδοχός του ήταν ο

24. Μελέτιος Γ' (10.6.1846 - 1864). Αυτού διάδοχος ήταν ο

25. Βαρθολομαίος (7.5.1864 - 1866). Παρέμεινε στον θρόνο Κιτίου για σύντομο σχετικά διάστημα και στις αρχές του 1866 υπέβαλε παραίτηση. Διάδοχός του εξελέγη ο

26. Κυπριανός (20.5.1866 - 1886). Επί των ημερών του τερματίστηκε η Τουρκοκρατία κι άρχισε η Αγγλοκρατία (1878). Διάδοχός του ήταν ο

27. Χρύσανθος Β' (1889 - 1890). Αυτού διάδοχος ήταν ο επίσκοπος

28. Κύριλλος (1893 - 1909), γνωστός για τον πρωταγωνιστικό ρόλο του στο αρχιεπισκοπικό* ζήτημα, με αντίπαλο τον επίσκοπο Κερύνειας Κύριλλο (Κυριλλούδι). Ο Κιτίου Κύριλλος (Κυριλλάτσος) έγινε αργότερα αρχιεπίσκοπος Κύπρου ως Κύριλλος Β'. Διάδοχός του στον θρόνο Κιτίου εξελέγη ο

29. Μελέτιος Μεταξάκης, εξωκλιματικός, από την Κρήτη (1910 - 1917), αργότερα πατριάρχης. Στον θρόνο Κιτίου τον διαδέχθηκε ο

30. Νικόδημος Μυλωνάς (1918- 1937),φλογερός αγωνιστής και ικανός πολιτικός, που εξορίστηκε από τους Άγγλους το 1931, αμέσως μετά την εξέγερση του Οκτωβρίου (τα γνωστά Οκτωβριανά*), και πέθανε στην εξορία. Μετά το τέλος του δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, η Κυπριακή Εκκλησία αναδιοργανώθηκε και τον θρόνο Κιτίου κατέλαβε, ύστερα από χηρεία του για 11 περίπου χρόνια, ο

31. Μακάριος (1948 - 1950), ο μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ', πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μετά την εκλογή του Μακαρίου ως αρχιεπισκόπου Κύπρου (1950), στον θρόνο Κιτίου εξελέγη ο

32. Άνθιμος Μαχαιριώτης (1951 - 1973). Καθαιρέθηκε από Μείζονα και Υπερτελή Σύνοδο το 1973, επειδή είχε αναμειχθεί στην εκκλησιαστική συνωμοσία κατά του αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ'. Διάδοχός του εξελέγη ο

33. Χρυσόστομος (1973 - σήμερα).

 

Μετά τη δημιουργία δυο νέων επισκοπικών περιφερειών και αντίστοιχων θρόνων το 1973, ο επίσκοπος Κιτίου φέρει και τον τίτλο του υπερτίμου και εξάρχου Λάρνακος και Λευκάρων. Ο επίσκοπος Κιτίου είναι ο τρίτος στην ιεραρχία της Εκκλησίας της Κύπρου, μετά τον αρχιεπίσκοπο και τον επίσκοπο Πάφου.