Κορνέσιος Χατζηγεωργάκης

Ισχυρότατος δραγομάνος

Την περίοδο από το 1784 μέχρι το 1804 η δύναμη του Χατζηγεωργάκη έφθασε στη μεγαλύτερή της ακμή. Πιθανόν το 1796 να ήταν η χρονιά που ο σουλτάνος Σελίμ Γ΄ εξέδωσε το Khatt-i Sherif, με το οποίο ο Χατζηγεωργάκης γινόταν ισόβιος δραγομάνος της Κύπρου. Αυτό το φιρμάνι παριστάνεται να το κρατά στη γνωστή εικόνα του που διασώθηκε.

 

Σ’ αυτή την περίοδο αυξήθηκαν σημαντικά και τα πλούτη του, που οφείλονταν όχι τόσο στις ετήσιες απολαβές του, που ανέρχονταν στο πολύ αξιόλογο για την εποχή εκείνη ποσό των 4.000 γροσιών και στις 2.000 γρόσια, που έπαιρνε σαν «ἀβαΐτιν τῆς δραγομανίας», δηλαδή σαν έξοδα παραστάσεως, όσο στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων που του παρείχε το διοικητικό και κοινωνικοοικονομικό σύστημα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και η τόσο υψηλή θέση που κατείχε μέσα σ’ αυτό. Η δικαιοδοσία του για τον καταμερισμό και την είσπραξη της φορολογίας σε συνεργασία με την Αρχιεπισκοπή ήταν ευρύτατη. Αυτή η δικαιοδοσία τον τοποθετούσε στο επίκεντρο των δημόσιων οικονομικών του τόπου, η διαχείριση των οποίων, τόσο από την τουρκική διοίκηση όσο και από τους αρχιερείς, οι οποίοι είχαν αναλάβει ρόλο μεσάζοντα ανάμεσα στους ραγιάδες και τον κατακτητή, μέσα στο σύστημα της παρακμάζουσας Οθωμανικής αυτοκρατορίας, δεν μπορούσε να φθάσει στα επίπεδα μιας αμερόληπτης και αδέκαστης διοίκησης. Αν κρίνουμε από τα συχνά παράπονα (και τις στάσεις 1799,1804, 1806) τόσο των Ελλήνων, όσο και των Λινοβαμβάκων (= κρυπτοχριστιανών) και των Τούρκων για αυθαίρετες αυξήσεις της φορολογίας, όσοι είχαν λόγο στο θέμα της φορολογίας ήταν επόμενο ότι θα υφίσταντο τα πυρά και την κριτική πρώτα όσων θεωρούσαν ότι αδικούνταν και δεύτερον όσων επιθυμούσαν (όπως για παράδειγμα του πρεσβευτή της Γαλλίας Regnault) για διάφορους λόγους να πλήξουν εκείνους που είχαν την ευθύνη για τη φορολογία. Την κριτική αυτή, που δυνάμωνε, όσο η θέση του ενισχυόταν, δεν απέφυγε όπως ήταν επόμενο ούτε ο Χατζηγεωργάκης, συνέβαλε μάλιστα κι αυτή, μαζί με άλλους λόγους, στην τελική του πτώση.

 

Παρακολουθώντας από κοντά το όλο δημοσιονομικό σύστημα ο Χατζηγεωργάκης και ασκώντας την επιρροή του δεν του ήταν δύσκολο να συμμετέχει κι αυτός σ’   ό,τι αποτελούσε συνηθισμένη οικονομική δραστηριότητα από οποιονδήποτε είχε τη δυνατότητα να το κάμει. Ενοικίαζε κι αυτός την είσπραξη ορισμένων φόρων και τελωνείων καθώς και τις επικερδείς προσόδους των βακούφικων κτημάτων (της μουσουλμανικής ιερής κτημοσύνης) γνωστών ως μουκατάδων (γι’ αυτό και σε ορισμένα μέρη της Κύπρου ο Χατζηγεωργάκης ήταν γνωστός σαν «μουκάτατζης»). Ασχολείτο επίσης με το εξαγωγικό εμπόριο διαφόρων προϊόντων, διαθέτοντας μάλιστα και πλοίο δικό του. Κοντά σ’ αυτά θα πρέπει να προστεθεί και η ευρύτατα διαδεδομένη συνήθεια την εποχή εκείνη για αποδοχή δώρων για διάφορες εκδουλεύσεις, που λόγω της θέσεώς του μπορούσε να κάμει. Επί πλέον, αν αληθεύει η πληροφορία που μας δίνει ο βιογράφος του Κ.Ι. Μυριανθόπουλος, ο Χατζηγεωργάκης είχε κάποτε βρει ένα μεγάλο βενετικό θησαυρό που είχε κρύβει κατά την πολιορκία της Λευκωσίας το 1570 σε κάποιο σημείο ανάμεσα στο μέγαρό του και το τζαμί της Εμερκές.

 

Παρόλο ότι οι πηγές για τον Χατζηγεωργάκη είναι αρκετά περιορισμένες, γεγονός που καθιστά αδύνατη μια πλήρη μελέτη της προσωπικότητας, της ζωής και της δράσης του, είναι εν τούτοις φανερό, απ’ όσες πληροφορίες έχουμε γι’ αυτόν, ότι πολύ γρήγορα απέκτησε μιαν εντυπωσιακή ακίνητη και κινητή περιουσία. Δεν είναι ακριβώς γνωστό πότε αγόρασε το κονάκι του, κοντά στην Αρχιεπισκοπή και την εκκλησία του Αγίου Αντωνίου, που σώζεται μέχρι σήμερα (βλέπε αμέσως πιο κάτω σχετικό λήμμα). Ξέρουμε ότι το ανακαίνισε το 1793 και ότι ανήκε στον βενετικό οίκο των Ποδοκατάρων.    Ήταν ίσως το μεγαλοπρεπέστερο αρχοντικό της Λευκωσίας την εποχή εκείνη και σ’ αυτό φιλοξενούσε πασάδες και αρχιερείς, προξένους και ξένους περιηγητές που επισκέπτονταν τη Λευκωσία. Χρησίμευε επίσης και σαν το γραφείο του για τη διεξαγωγή της εργασίας του. Στο κονάκι του υπηρετούσαν πολλοί μαύροι δούλοι και δούλες. Όσο για την κτηματική του περιουσία δεν είναι γνωστή η έκταση που κατείχε. Αναφέρονται σαν κτήματα δικά του το τσιφλίκι της Αγίας Παρασκευής (400 σκάλες), ένα γειτονικό χωράφι (100 σκάλες) και μια έπαυλη γύρω από την εκκλησία του Αγίου Παύλου στη Λευκωσία με δεξαμενή και πίδακα και με εξοχικό σπίτι, όπου έμενε συχνά με την οικογένειά του για να ξεκουράζεται από τις συνηθισμένες του ασχολίες. Είχε επίσης κτίρια γύρω από την εκκλησία του Αγίου Κασσιανού στη Λευκωσία και ένα περιβόλι έκτασης 8-9 σκαλών στην Κυθρέα με σπίτια και αρκετό νερό «ἀναχεόμενον ἐκ τοῦ ἐκεῖθε ποταμοῦ [προφανώς του κεφαλόβρυσου] ἀνεμπόδιστον». Το 1796 αγόρασε το μοναστήρι των Καπουσίνων στη Λευκωσία. Είχε επίσης ένα τσιφλίκι στην Τύμπου και ένα στο Φασούρι της Λεμεσού. Τέλος ενδεικτικά για τη χρηματική του περιουσία είναι ορισμένα δάνεια που έκαμε στην Αρχιεπισκοπή, σε ορισμένες περιστάσεις ανερχόμενα στο σεβαστό ποσό των 240.068 γροσιών.

 

Ο Χατζηγεωργάκης τη δύναμη και τα πλούτη που απέκτησε δεν τα χρησιμοποίησε μόνο για δικό του όφελος. Τόσο στο τραγούδι που συνέθεσε άγνωστος ποιητής μετά τον αποκεφαλισμό του (βλέπε παρακάτω), όσο και σε άλλες πηγές αναφέρονται ο ρόλος του για την προστασία των Χριστιανών, η οικονομική και ηθική ενίσχυση της Κυπριακής Εκκλησίας και αρκετές αγαθοεργίες και δωρεές του, που δείχνουν τα πατριωτικά και φιλάνθρωπα συναισθήματα και του ιδίου και της συζύγου του Μαρουδιάς. Ανάμεσα στις πιο σημαντικές του δωρεές ήσαν: α) Το κτίσιμο της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου στην Αγλαντζιά, η οποία σώζεται μέχρι σήμερα, και της εκκλησίας του Αγίου Παύλου, που αντικαταστάθηκε πρόσφατα από άλλη. β) Η δωρεά του τσιφλικιού της Αγίας Παρασκευής στη Λευκωσία — στο χώρο όπου στεγαζόταν η Παιδαγωγική Ακαδημία — για τη διαμονή και συντήρηση των λεπρών, που κινδύνευαν να εξοντωθούν από τον Τούρκο κυβερνήτη, ο οποίος φοβόταν ότι η αρρώστια τους ήταν μεταδοτική. γ) Διάφορες δωρεές προς εκκλησίες, μεταξύ των οποίων και της έπαυλης του στην Κυθρέα προς την εκκλησία του Αγίου Αντωνίου το 1798. δ) Η κατασκευή ενός υδραγωγείου, του Σιλιχτάρ, στη Λευκωσία. ε) Η δωρεά στις 17.1.1808 του ποσού των 10.000 γροσιών για συντήρηση της Ελληνικής Σχολής (Ελληνομουσείου), που είχε ιδρύσει με δαπάνη του μοναχού Ιωαννικίου ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος. Η τελευταία του αυτή δωρεά δείχνει το ενδιαφέρον του για την ανάπτυξη της παιδείας της Κύπρου, που τόσο υστερούσε την εποχή εκείνη. Εξελέγη μάλιστα σαν ένας από τους τέσσσερις επιτρόπους της Σχολής μαζί με τον Χ" Δαβίδ Οικονομίδη, τον Δημήτριο Παυλίδη και τον Χ" Λιπέρτη.

 

Η δύναμη και η επιρροή που είχε αποκτήσει ο δραγομάνος, αλλά και ο αρχιεπίσκοπος της Κύπρου, πάνω στην τοπική διοίκηση προκαλούσε το φθόνο των Τούρκων αγάδων, οι οποίοι έβλεπαν με ανησυχία την ανύψωση των ραγιάδων στη θέση των ρυθμιστών της πολιτικής και οικονομικής ζωής του τόπου και τον παραγκωνισμό των ιδίων που σαν κατακτητές είχαν συνηθίσει να είναι οι κύριοι φορείς της εξουσίας και οι προνομιούχοι αποδέκτες των πλεονεκτημάτων αυτής της εξουσίας.